Μ. Μπεκρής: «Καμιά θυσία για τους πολέμους και τα κέρδη τους» διατρανώνουμε εργαζόμενοι σε πάνω από 113 λιμάνια σε όλο τον κόσμο

«Δεν δουλεύουμε για τον πόλεμο! Λιμάνια των λαών και της ειρήνης! Όχι βάσεις των ιμπεριαλιστών!», τόνισε ο Μάρκος Μπεκρής, πρόεδρος του Εργατικού Κέντρου Πειραιά και του Σωματείου ΕΝΕΔΕΠ, μιλώντας στην απεργιακή συγκέντρωση στον Πειραιά.

Παραθέτουμε την ομιλία του:

«Σήμερα, εδώ από τον Πειραιά, το μεγαλύτερο λιμάνι της Ελλάδας, είμαστε μαζί με περισσότερα από 113 λιμάνια σε όλο τον κόσμο, σε 5 ηπείρους και 21 χώρες. Ενώνουμε τον αγώνα μας με τους συναδέλφους μας λιμενεργάτες από την Αυστραλία, την Ινδία, τη Βραζιλία, την Ουρουγουάη, το Μεξικό, τις ΗΠΑ, το Μαρόκο, τη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ιταλία, τη Δανία, την Κροατία, την Ιρλανδία, το Μαυροβούνιο, την Πορτογαλία και τις Αζόρες, την Ισπανία από τη Βαρκελώνη μέχρι τη Χώρα των Βάσκων, τη Σουηδία, τη Σλοβενία, την Κύπρο και τη γειτονική μας Τουρκία και στέλνουμε ένα κοινό μήνυμα:

Δεν δουλεύουμε για τον πόλεμο! Λιμάνια των λαών και της ειρήνης! Όχι βάσεις των ιμπεριαλιστών!

Το μήνυμα αυτό δεν αφορά μόνο εμάς τους λιμενεργάτες. Αφορά τον εργαζόμενο στον Σιδηρόδρομο, στις Μεταφορές, στην Ενέργεια, στη Βιομηχανία, στις Κατασκευές, σε κάθε χώρο δουλειάς και κλάδο. Αφορά κάθε εργαζόμενο που βλέπει τον καθηλωμένο μισθό του να τελειώνει πριν τελειώσει ο μήνας από την τεράστια ακρίβεια, που δοκιμάζεται από την ενεργειακή φτώχεια, που δουλεύει με εξαντλητικά ωράρια, που αγωνιά για την ασφάλειά του και για το μέλλον των παιδιών του.

Για αυτό ακριβώς η σημερινή μέρα είναι ένας σημαντικός σταθμός στην προσπάθεια που ξεκινήσαμε, για να συντονίσουμε τη δράση μας πέρα από σύνορα, γλώσσες και εθνικότητες. Για να ενωθούμε όλοι οι εργαζόμενοι που έχουμε κοινά προβλήματα, κοινές αγωνίες, αλλά και κοινούς αντιπάλους, δηλαδή τους επιχειρηματικούς ομίλους κάθε είδους που κερδοφορούν από τη δική μας δουλειά, τα κράτη και τις συμμαχίες τους, τις κυβερνήσεις όλων των ειδών και αποχρώσεων, που για να εξυπηρετήσουν την εγκληματική πολιτική του κέρδους σέρνουν τους εργαζόμενους λαούς στους πολέμους τους.

Ξέρουμε καλά ότι ο πόλεμος δεν είναι κάτι ξένο από την καθημερινή μας ζωή. Είναι η συνέχεια της ίδιας πολιτικής που εφαρμόζεται και σε συνθήκες ειρήνης, με άλλα ακόμα πιο βίαια μέσα και με ακόμη πιο βάρβαρες συνέπειες που μεγαλώνουν τα βάσανα των εργαζομένων.

Στην “ειρήνη” τους μας λένε ότι πρέπει να δεχτούμε τον πόλεμο που κάνουν απέναντι στα δικαιώματά μας και τις ανάγκες μας για να ζούμε με αξιοπρέπεια, απολαμβάνοντας τους κόπους της εργασίας μας. Μας λένε να δεχτούμε τον πόλεμο που γίνεται μέσα στους χώρους δουλειάς και στα σπίτια μας, να περιορίσουμε τις απαιτήσεις μας, να δεχτούμε χαμηλούς μισθούς, εντατικοποίηση, ελαστικές σχέσεις εργασίας, υποβάθμιση και εμπορευματοποίηση της Υγείας και της Παιδείας, γιατί δήθεν δεν αντέχει η οικονομία.

Και επειδή η δίψα για ολοένα και περισσότερα κέρδη είναι ακόρεστη, δεν τους φτάνουν όλα αυτά. Μας μπλέκουν στον πόλεμο με βόμβες και όπλα που αφορά τη μοιρασιά της λείας της εκμετάλλευσης και μας ζητούν να κάνουμε ακόμη μεγαλύτερες θυσίες, να πληρώσουμε τους εξοπλισμούς, να δεχτούμε την ακρίβεια και να στοιχηθούμε πίσω από τους στόχους των επιχειρηματικών ομίλων και της κυβέρνησης. Προσπαθούν να μας πείσουν ότι δεν υπάρχουν λεφτά για τις ανάγκες μας, αλλά βλέπουμε να υπάρχουν δισεκατομμύρια για τους πολεμικούς εξοπλισμούς που δεν έχουν σχέση με την άμυνα της χώρας. Ότι δεν υπάρχουν περιθώρια για αυξήσεις στους μισθούς, αλλά υπάρχουν περιθώρια για τα κέρδη των πολεμικών βιομηχανιών.

Αυτή είναι η πραγματικότητα που ενώνει τους εργαζόμενους όλων των κλάδων.

Εμείς δεν έχουμε να μοιράσουμε αγορές, ενεργειακούς δρόμους και σφαίρες επιρροής. Δεν έχουμε κανένα συμφέρον να σκοτωθούμε για τα κέρδη των εφοπλιστών, των ενεργειακών ομίλων και των πολεμικών βιομηχανιών. Δεν έχουμε κανέναν λόγο να θεωρούμε εχθρό μας τον εργαζόμενο μιας άλλης χώρας, επειδή έτσι επιτάσσουν οι ανταγωνισμοί των εκμεταλλευτών και των κυβερνήσεών τους.

Συγκεκριμένα εμείς οι άνθρωποι του λιμανιού ξέρουμε πως τα λιμάνια δεν είναι απλώς χώροι φορτοεκφόρτωσης κουτιών, αλλά κρίσιμοι κόμβοι για το διεθνές εμπόριο, για τη μεταφορά εμπορευμάτων, Ενέργειας και πρώτων υλών και ταυτόχρονα είναι οι χώροι όπου συναντιούνται οι μεγάλοι ανταγωνισμοί των επιχειρηματικών ομίλων και των κρατών τους.

Και εμείς, οι λιμενεργάτες, γνωρίζουμε πολύ καλά τι σημαίνει αυτό. Ξέρουμε τι σημαίνει να κινδυνεύει η ζωή μας για να αυξάνονται τα κέρδη των εταιρειών. Ξέρουμε, όμως, και κάτι ακόμη: Ότι η δουλειά μας μπορεί να σταματήσει τα σχέδιά τους, όταν είμαστε οργανωμένοι, όταν αποφασίζουμε συλλογικά, όταν παλεύουμε μαζί για αυτό και σήμερα θα μείνουν καθηλωμένα εμπορεύματα που αξία τους ξεπερνάει τα 2,5 δισεκατομμύρια.

Η σημασία της σημερινής διεθνούς δράσης είναι τεράστια. Γιατί δείχνει ότι οι λιμενεργάτες δεν είμαστε διατεθειμένοι να αποδεχτούμε τον ρόλο που μας επιφυλάσσουν. Δεν δεχόμαστε να γίνουμε γρανάζια σε μια μηχανή που παράγει κέρδη για τους λίγους και φτώχεια, ανασφάλεια και πολέμους για τους πολλούς. Είμαστε αποφασισμένοι να δείξουμε ότι χωρίς τους εργάτες δεν γίνεται τίποτα, ότι δεν τους έχουμε εμείς ανάγκη, ότι τα βαρίδια είναι τα παράσιτα οι μέτοχοι των μονοπωλίων, οι κυβερνήσεις τους και οι άνθρωποί τους μέσα στο κίνημα.

Αυτός είναι ο πυρήνας του συνθήματος ”Δεν δουλεύουμε για τον πόλεμο”. Δεν σημαίνει απλώς ότι δεν θέλουμε να μεταφέρουμε πολεμικό υλικό. Σημαίνει ότι αρνούμαστε να γίνουμε μέρος μιας πολιτικής που θυσιάζει τις ανάγκες μας για τα συμφέροντα των λίγων. Σημαίνει ότι διεκδικούμε να αποφασίζουμε εμείς για τη ζωή μας, με κριτήριο τις ανάγκες των εργαζομένων και των λαών. Από τον Πειραιά και τη Μεσόγειο μέχρι λιμάνια σε άλλες ηπείρους χτίζουμε δεσμούς ταξικής αλληλεγγύης και ανοίγουμε έναν δρόμο που χρειάζεται να έχει συνέχεια.

Για να χτιστεί αυτή η αλληλεγγύη χρειάστηκε να μιλήσουμε καθαρά για τον πόλεμο. Γιατί ακούμε από εκπροσώπους του συστήματος ότι οι πόλεμοι γίνονται για τη δημοκρατία, για την ελευθερία, για την ασφάλεια, για την προστασία των λαών ή λόγω της λόξας κάποιων ηγετών.

Μας ζητούν να πιστέψουμε ότι από τη μία πλευρά βρίσκονται οι καλοί και από την άλλη οι κακοί. Ότι αρκεί να νικήσει ο ένας ή ο άλλος ανταγωνιστικός πόλος, για να έρθει η ειρήνη και να ζήσουν οι λαοί καλύτερα.

Ήρθε όμως εδώ ο Ρούμπιο, ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ και ήταν κυνικός στις δηλώσεις του, λέγοντας ότι οι αποφάσεις του επόμενου διαστήματος θα καθορίσουν τι θα συμβεί τις δεκαετίες που έρχονται. Σε απλή μετάφραση: Οι πόλεμοι γίνονται για το ποιος θα έχει την πρωτοκαθεδρία στο παγκόσμιο σύστημα, οι Αμερικανοί και οι σύμμαχοί τους ή η Κίνα με τη Ρωσία και τους δικούς τους συμμάχους.

Έχουμε χρέος λοιπόν να κοιτάμε πίσω από τα μεγάλα λόγια. Να βλέπουμε τι κρύβεται πίσω από τις σημαίες, τα συνθήματα και τις διακηρύξεις. Όλα γίνονται για τα κέρδη τους και αυτά έρχονται με έναν τεράστιο βωμό θυσιών με θύματα τους λαούς.

Τα παιδιά στην Παλαιστίνη που έχουν κάνει παιχνίδι την αναπαράσταση κηδειών, η δολοφονία αμάχων όπως ο βομβαρδισμός σε σχολείο στο Ιράν με θύματα μαθήτριες ή το αιματοκύλισμα ανάμεσα σε δύο λαούς Ρωσίας – Ουκρανίας που για δεκαετίες ζούσαν μονιασμένοι είναι τα τραγικά αποτελέσματα των ανταγωνισμών και του καπιταλισμού. Και αυτό δεν φτιασιδώνεται, μόνο ανατρέπεται.

Γι’ αυτό και σε όλες τις χώρες της Ευρώπης οι εργαζόμενοι, οι λαοί και η νεολαία ξεσηκώνονται.

Και αν ορισμένοι, όπως η κυβέρνηση και άλλοι, ψάχνουν για υποκινητές με περισπούδαστες αναλύσεις, ας κοιταχτούν στον καθρέφτη.

Γιατί και στη χώρα μας όπως και στις άλλες χώρες οι αιτίες των προβλημάτων είναι κοινές. Υπάρχει ένα κοινό ταξικό υπόβαθρο: Από τη μία οι ανάγκες των εργαζομένων και της μεγάλης λαϊκής πλειοψηφίας και από την άλλη η πολιτική που υπηρετεί την ανταγωνιστικότητα και κερδοφορία των επιχειρηματικών ομίλων.

Είναι η πολεμική προετοιμασία και εμπλοκή και οι συνέπειές της που πέφτουν στις πλάτες των λαών.

Είναι τα σύννεφα μιας νέας καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης που πυκνώνουν γιατί οι όμιλοι έχουν σκάσει από τα κέρδη και ψάχνουν εναγωνίως να βρουν διεξόδους να τα επενδύσουν, φουντώνοντας έτσι ακόμα περισσότερο τον ανταγωνισμό μεταξύ τους.

Είναι τα ζόρια που έχει η άρχουσα τάξη σε κάθε χώρα γιατί η κούρσα του ανταγωνισμού στενεύει πολύ τα περιθώρια διαχείρισης της αντιλαϊκής πολιτικής.

Είναι η αναξιοπιστία και ανυποληψία στις οποίες βυθίζονται κυβερνήσεις και τους τρομάζει η αμφισβήτηση των θεσμών που τους παρουσιάζουν ως “ιερές αγελάδες”, του δήθεν “Κράτους Δικαίου”, από τους εργαζόμενους και τη νεολαία που καταλαβαίνουν ότι το μόνο δίκαιο που επικρατεί σήμερα είναι αυτό των αφεντικών.

Και είναι πραγματικά ελπιδοφόρο ότι οι λαοί δείχνουν πως δεν έχουν πει την τελευταία τους λέξη, πως έχουν νεύρο και για να νικήσουν, έχουν κάθε συμφέρον να μπουν ορμητικά στον αγώνα, χτίζοντας ένα ρωμαλέο κίνημα ρήξης και ανατροπής της σαπίλας που ζούμε.

Γιατί τα πράγματα καθημερινά αλλάζουν, το ζητούμενο είναι να αλλάξουν θετικά για τις δικές μας ανάγκες και αυτό μπορούμε να το κάνουμε μόνο εμείς.

Σε αυτό τον αγώνα αξίζει κάθε θυσία και εκεί θα πιάσει πραγματικά τόπο.

Και όχι να υπομένουμε τις θυσίες για τα κέρδη και τους πολέμους τους.

Γι’ αυτό και δεν έχουμε κανένα λόγο να έχουμε εμπιστοσύνη σε καμιά κυβέρνηση που διαχειρίζεται τα συμφέροντα των εκμεταλλευτών μας, όπως και αν βαφτίζεται, φιλελεύθερη, σοσιαλδημοκρατική, δεξιά, κεντρώα ή αριστερή.

Το έχουμε ζήσει και εδώ στην Ελλάδα, το ζουν και οι λαοί όλων των άλλων χωρών, πως όσο η πραγματική εξουσία παραμένει στους ομίλους, έχουν στην υπηρεσία τους και το κράτος τους και τις κυβερνήσεις που χτυπούν ανεξαιρέτως τα δικαιώματα των εργαζομένων, ενισχύουν την ευελιξία, πιέζουν τους μισθούς και εμπορευματοποιούν βασικές κοινωνικές ανάγκες.

Αυτή η πραγματικότητα επιβάλλει να δυναμώσει η συζήτηση μέσα στο εργατικό και λαϊκό κίνημα, να ανέβει σε νέο επίπεδο η οργάνωση στα συνδικάτα και ο συντονισμός, ώστε οι επιμέρους διεκδικήσεις να συναντιούνται και να αμφισβητούν τις πραγματικές αιτίες των προβλημάτων μας.

Γιατί δεν γίνεται να παλεύουμε για καλύτερους μισθούς και να αποδεχόμαστε ότι πρέπει να πληρώνουμε τους εξοπλισμούς. Δεν γίνεται να διεκδικούμε ασφαλείς χώρους δουλειάς και να θεωρούμε φυσιολογικό να διατίθενται τεράστια ποσά για πολεμικούς σχεδιασμούς, ενώ τα μέτρα προστασίας της ζωής μας αντιμετωπίζονται ως κόστος.

Η σημερινή διεθνής δράση πρέπει, λοιπόν, να γίνει αφετηρία για πιο σταθερούς δεσμούς ανάμεσα στα συνδικάτα, για κοινές πρωτοβουλίες και για ένα εργατικό κίνημα που δεν θα περιορίζεται σε διαμαρτυρίες και μάχες οπισθοφυλακής, αλλά θα παλεύει με προσανατολισμό και προοπτική για να νικήσει η ίδια η εργατική τάξη.

Μέσα σε αυτή σκληρή μάχη που δίνουμε ήρθαν και οι παρεμβάσεις από την κυβέρνηση που πήγε να προβοκάρει την ουσία της κινητοποίησης και αναρωτήθηκε διά του κοινοβουλευτικού της εκπροσώπου από το βήμα της Βουλής πόσα από τα λιμάνια που συμμετέχουν βρίσκονται στην Κίνα, στη Ρωσία, την Τουρκία.

Ας του απαντήσουμε, λοιπόν, καθαρά.

Στον Πειραιά απεργούμε στο μεγαλύτερο λιμάνι της χώρας, που ανήκει στην κινεζική COSCO. Η ΝΔ υπέγραψε την παραχώρηση του λιμανιού, όπως υπηρέτησε και άλλες επιχειρηματικές συμφωνίες και επενδύσεις. Όταν πρόκειται για μπίζνες, παραχωρήσεις και κέρδη, οι σημαίες και οι γεωπολιτικές ανησυχίες δεν φαίνεται να τους ενοχλούν. Όταν, όμως, οι εργαζόμενοι απεργούν και αναμετριούνται με την εγκληματική πολιτική του κέρδους, ξαφνικά ανακαλύπτουν κινδύνους και γεωπολιτικά προβλήματα.

Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν ένα λιμάνι ανήκει σε κινεζικό, ευρωπαϊκό ή αμερικανικό όμιλο, αν το εκμεταλλεύονται απευθείας επιχειρηματικοί όμιλοι ή μέσω του κράτους τους. Το ερώτημα είναι ποιος αποφασίζει για τη λειτουργία του, με ποιο κριτήριο και ποιος πληρώνει το κόστος των ανταγωνισμών.

Και εδώ χρειάζεται να σταθούμε ιδιαίτερα στους ανταγωνιστικούς σχεδιασμούς ανάμεσα στους εκμεταλλευτές των εργατών στην Ελλάδα και τους ομοίους τους στην Τουρκία.

Οι κυβερνήσεις και οι επιχειρηματικοί όμιλοι παρουσιάζουν τους ενεργειακούς κόμβους, τους αγωγούς, τις θαλάσσιες οδούς και τις στρατηγικές υποδομές σαν να αποτελούν αυτονόητα πλεονεκτήματα για τους λαούς. Μας λένε ότι αν η χώρα μας γίνει ενεργειακός κόμβος, αν αναβαθμιστεί γεωστρατηγικά, αν εξασφαλίσει μεγαλύτερο μερίδιο στις διεθνείς μπίζνες, τότε θα κερδίσουμε όλοι.

Ας κοιτάξουμε, όμως, τι έχει συμβεί στην ευρύτερη περιοχή. Η Ουκρανία, η Συρία, η Λιβύη και άλλες περιοχές όπου διασταυρώνονται ενεργειακά, οικονομικά και στρατιωτικά συμφέροντα, δεν γνώρισαν ειρήνη και ευημερία επειδή απέκτησαν στρατηγική σημασία. Αντίθετα, οι ανταγωνισμοί για τον έλεγχο των δρόμων μεταφοράς, των πηγών Ενέργειας και των αγορών συνδέθηκαν με πολέμους, επεμβάσεις, καταστροφές και ξεριζωμό λαών.

Δεν ισχυριζόμαστε ότι όλες αυτές οι συγκρούσεις έχουν την ίδια ιστορία. Λέμε, όμως, ότι η στρατηγική σημασία μιας περιοχής δεν εγγυάται την ειρήνη και την ευημερία του λαού της. Όταν τα σχέδια αυτά υπηρετούν ανταγωνιστικά επιχειρηματικά και κρατικά συμφέροντα, ο λαός δεν έχει τίποτα να θεωρεί δεδομένο.

Το ίδιο ισχύει για τις αντιθέσεις ανάμεσα στην ελληνική και την τουρκική αστική τάξη. Οι δύο πλευρές ανταγωνίζονται για μερίδια αγορών, ενεργειακούς δρόμους, θαλάσσιες ζώνες και γεωπολιτική επιρροή και μάλιστα γίνονται μήλον της Έριδος που οδηγούν και στην απαράδεκτη αμφισβήτηση κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας μας από την τουρκική κυβέρνηση. Όμως, οι ανταγωνισμοί αυτοί δεν υπηρετούν τις ανάγκες των εργαζομένων στην Ελλάδα και την Τουρκία. Υπηρετούν τις επιδιώξεις των επιχειρηματικών ομίλων και των κρατών τους.

Και όταν αυτοί οι ανταγωνισμοί οξύνονται, δεν διστάζουν να μας ζητούν να κάνουμε νέες θυσίες στο όνομα των «εθνικών στόχων». Όπως δεν διστάζουν καθημερινά να μας ξεζουμίζουν στη δουλειά για να αυξάνουν τα κέρδη τους, έτσι δεν θα διστάσουν να μας εμπλέξουν σε επικίνδυνες εξελίξεις για να υπερασπιστούν τα συμφέροντά τους.

Γι’ αυτό η αλληλεγγύη ανάμεσα στους Έλληνες και τους Τούρκους εργαζόμενους δεν είναι απλώς μια ανθρώπινη χειρονομία. Είναι αναγκαιότητα για να υπερασπιστούμε τα κοινά μας συμφέροντα απέναντι στον εθνικισμό, στην καλλιέργεια της εχθρότητας και στους πολεμικούς σχεδιασμούς.

Χαιρετίζουμε ιδιαίτερα τη συμμετοχή των συναδέλφων μας από τρία τουρκικά λιμάνια: Την Κωνσταντινούπολη, την Αττάλεια και τη Μερσίνη. Οι εργαζόμενοι στις δύο πλευρές του Αιγαίου δεν έχουμε να χωρίσουμε τίποτα. Δεν έχουμε να μοιράσουμε ούτε τις αγορές ούτε τους ενεργειακούς δρόμους ούτε τις σφαίρες επιρροής, απλώνουμε τα χέρια μας και φιλιώνουμε τους ανθρώπους του μόχθου.

Γι’ αυτό και αν χρειαστεί να υπερασπιστούμε τις οικογένειές μας, τα σπίτια μας και τις υποδομές που χτίζουμε και βάζουμε σε κίνηση με τη δουλειά μας, θα το κάνουμε βγάζοντας από τη μέση τις αιτίες που μας οδηγούν στο πολεμικό μακελειό.

Γιατί εμείς είμαστε με τους λαούς!

Και γι’ αυτό δεν δεχόμαστε να μας ζητούν να διαλέξουμε ανάμεσα σε ανταγωνιστικά στρατόπεδα, να θεωρήσουμε ότι τα συμφέροντα του Έλληνα εφοπλιστή ταυτίζονται με τα δικά μας ή ότι ο εργαζόμενος στην Τουρκία , στη Γαλλία , τη Γερμανία , την Ιταλία κλπ. είναι αντίπαλός μας.

Σε αυτό το σημείο πρέπει να μιλήσουμε και για την ευθύνη των συνδικάτων. Ακούμε από το μακρύ χέρι της κυβέρνησης, την ηγεσία των εργατοπατέρων της ΓΣΕΕ, ότι η εξωτερική πολιτική δεν είναι δουλειά των συνδικάτων, ότι τα συνδικάτα πρέπει να ασχολούνται μόνο με τους μισθούς, τις συμβάσεις και τα ωράρια.

Μα πώς γίνεται να υπερασπιστούμε τους μισθούς μας, όταν οι πολεμικές δαπάνες φορτώνονται στις πλάτες μας; Πώς γίνεται να υπερασπιστούμε την υγεία και την ασφάλειά μας, όταν οι χώροι δουλειάς και οι υποδομές μας εντάσσονται σε στρατιωτικούς σχεδιασμούς; Πώς γίνεται να παλέψουμε για τα δικαιώματά μας, όταν μας ζητούν να αποδεχτούμε νέες θυσίες για τους ανταγωνισμούς των επιχειρηματικών ομίλων;

Η εξωτερική πολιτική δεν είναι ένα ξένο ζήτημα όταν οι αποφάσεις της επηρεάζουν τη ζωή, τη δουλειά και το μέλλον των εργαζομένων. Δεν μπορεί το συνδικάτο να σωπαίνει όταν η πολιτική της κυβέρνησης βάζει σε κίνδυνο τον λαό και τον εμπλέκει σε πολεμικούς σχεδιασμούς. Γιατί απλά εξωτερική και εσωτερική πολιτική είναι νύχι – κρέας.

Αυτή η αντίληψη του δήθεν “ουδέτερου” συνδικάτου οδηγεί τελικά στην αποδοχή των επιλογών της κυβέρνησης και της εργοδοσίας. Γιατί, όταν δεν αμφισβητείς την πολιτική που γεννά τα προβλήματα, δεν μπορείς να αντιπαλέψεις ούτε τις συνέπειές της.

Αυτό ακριβώς βλέπουμε και στη στάση της συνδικαλιστικής ηγεσίας της ΓΣΕΕ. Αντί να οργανώνει την πάλη των εργαζομένων απέναντι στην αντεργατική πολιτική, έχει καταμερισμένο ρόλο για να επιτευχθεί ο στόχος της κυρίαρχης πολιτικής και της κυβέρνησης να είναι οι εργαζόμενοι με “τα κεφάλια μέσα”. Γι’ αυτό και βάζει εμπόδια σε κάθε τι που σκιρτίζει, προσπαθεί να μπλοκάρει αγωνιστικές πρωτοβουλίες, και επιδίδεται σε κάτι φιέστες και καμπάνιες που δεν ενοχλούν κανένα.

Όμως εκτός από τη θλιβερή ηγεσία της ΓΣΕΕ και τον βρώμικο ρόλο που παίζει ενάντια στους εργαζόμενους, υπάρχουν και κάποιοι που μας θέλουν κοιμισμένους, αναπαράγοντας μια σειρά αυταπατών. Λένε να μην περάσει η πολεμική οικονομία, λες και δεν είναι εδώ και καθορίζει ήδη τα πάντα. Δηλαδή, ή οι ίδιοι κοιμούνται τον ύπνο του δικαίου ή μας θέλουν κοιμισμένους. Λένε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι κατώτερη των περιστάσεων, λες και είναι κανένα “περιστέρι της ειρήνης”. Λες και δεν είναι αυτή που επειδή χάνει στην κούρσα του ανταγωνισμού ανάμεσα σε ΗΠΑ και Κίνα, γι’ αυτό γίνεται και πιο επιθετική απέναντι σε όλους τους λαούς, για αυτό τρέχει στο ράλι των πολεμικών εξοπλισμών εκατοντάδων δισ. ευρώ.

Μάλιστα, φτάνουν στο σημείο να μας προτρέπουν να παλέψουμε για σεβασμό στο Διεθνές Δίκαιο και τις αποφάσεις των Διεθνών Δικαστηρίων. Σκέτη αντίδραση!

Γιατί μας λένε ότι πρέπει να σεβαστούμε, για παράδειγμα, την απόφαση του δικαστηρίου της ΕΕ που έκρινε ότι οι περικοπές σε μισθούς, συντάξεις, κοινωνικές παροχές στην προηγούμενη κρίση ήταν δικαιολογημένες για να διασφαλιστεί η χρηματοοικονομική σταθερότητα της Ευρωζώνης. Το σεβόμαστε; Όχι!

Μας λένε ότι πρέπει να σεβαστούμε το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης που το 2004 είχε μια συμβουλευτική απόφαση για την κατασκευή του τείχους του Ισραήλ στα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη χωρίς να επιβάλει κανένα μηχανισμό, αφήνοντας τον Παλαιστινιακό λαό απροστάτευτο. Το σεβόμαστε; Όχι!

Μας λένε ότι πρέπει να σεβαστούμε το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο και τα Ειδικά Δικαστήρια που σταθερά δίνουν ασυλία στις μεγάλες δυνάμεις, όπως τα εγκλήματα πολέμου των δυνάμεων του ΝΑΤΟ σε Αφγανιστάν, Ιράκ ή όπως η απόφαση για τη Ρουάντα, που στρέφονται επιλεκτικά κατά των λαών και αφήνουν άθικτους τους εγκληματίες.

Μας λένε να σεβαστούμε τις αποφάσεις που νομιμοποιούν τις βίαιες επαναπροωθήσεις των προσφύγων, θυμάτων των πολέμων τους. Τις σεβόμαστε; Όχι!

Γιατί τα Διεθνή Δικαστήρια εξαρτώνται από τη χρηματοδότηση και στήριξη ισχυρών κρατών, των ΗΠΑ και της ΕΕ, λειτουργούν με βάση τον νόμο του ισχυρού και καθορίζονται από τα γεωπολιτικά συμφέροντα. Για να μη θυμηθούμε τη δήλωση Μητσοτάκη για την επέμβαση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα στην αρχή του χρόνου που έλεγε: “Αυτή δεν είναι στιγμή για σχόλια σχετικά με τη νομιμότητα των πρόσφατων ενεργειών…”.

Καταγγέλλουμε και από εδώ σήμερα την κατάπτυστη στάση της ελληνικής κυβέρνησης που χθες στη ΓΣ του ΟΗΕ απείχε από την ψηφοφορία που έγινε για τον τερματισμό του εγκληματικού εμπάργκο κατά του κουβανικού λαού, ευθυγραμμισμένη με μια χούφτα χώρων που στήριξαν την καμπάνια των ΗΠΑ ενάντια στο ψήφισμα της Κούβας. Ξαναλέμε: Η Κούβα και ο λαός της δεν μόνοι! Κάτω τα χέρια από την Κούβα!

Εμείς λέμε ότι το εργατικό κίνημα πρέπει να παλεύει για κάθε διεκδίκηση, για κάθε αύξηση, για κάθε μέτρο προστασίας και για να έχει αυτός ο αγώνας αποτέλεσμα, πρέπει να στοχεύει τη συνολικότερη πολιτική που υπονομεύει την ικανοποίηση των αναγκών μας.

Χρειαζόμαστε συνδικάτα μαζικά, ζωντανά, με συνελεύσεις, συμμετοχή και αποφάσεις των ίδιων των εργαζομένων. Συνδικάτα που δεν θα υπάρχουν μόνο για να εκδίδουν ανακοινώσεις, αλλά θα οργανώνουν την πάλη σε κάθε χώρο δουλειάς. Που δεν θα περιμένουν τις κυβερνήσεις να λύσουν τα προβλήματα, αλλά θα στηρίζονται στη δύναμη των εργαζομένων.

Η σημερινή δράση πρέπει να δώσει ώθηση και στους αγώνες που έχουμε μπροστά μας, με άμεσο σταθμό κλιμάκωσης την πανελλαδική – πανεργατική απεργία στις 25 Νοέμβρη. Να γίνει αφετηρία για περισσότερη οργάνωση, για μεγαλύτερη συμμετοχή και για κοινή δράση σε όλους τους κλάδους.

Γιατί δεν αρκεί να αλλάζει η κυβέρνηση, όταν παραμένει η ίδια πολιτική που βάζει πάνω από τις ανάγκες μας τα κέρδη των λίγων. Δεν αρκεί να υποσχόμαστε μια καλύτερη διαχείριση του ίδιου συστήματος, όταν η ίδια η λειτουργία του γεννά εκμετάλλευση, ανισότητες και πολέμους.

Η προοπτική βρίσκεται στην οργάνωση της εργατικής τάξης, στην κοινή της δράση με τους βιοπαλαιστές αυτοαπασχολούμενους, μαζί με τα παιδιά μας, στην οργάνωση ενός ενιαίου και συντονισμένου πανελλαδικού κινήματος που θα αμφισβητεί την εξουσία του κεφαλαίου. Βρίσκεται στον αγώνα για μια κοινωνία όπου ο πλούτος και τα μέσα παραγωγής θα βρίσκονται στα χέρια της κοινωνίας και θα αξιοποιούνται για την κάλυψη των αναγκών της. Μια κοινωνία όπου οι εργαζόμενοι δεν θα καλούνται να θυσιάζουν τη ζωή τους για την κερδοφορία και τους ανταγωνισμούς των λίγων.

Η 30ή Οκτώβρη δεν είναι το τέλος της προσπάθειάς μας. Είναι ένας ακόμη σταθμός στον αγώνα για να δυναμώσει ο διεθνής συντονισμός, να ενωθούν οι εργαζόμενοι απέναντι στον κοινό αντίπαλο και να γίνει η αλληλεγγύη οργανωμένη δύναμη.

Από τον Πειραιά μέχρι την Κωνσταντινούπολη, από τη Μασσαλία μέχρι τη Γένοβα και από κάθε λιμάνι που συμμετέχει σήμερα, το μήνυμά μας είναι κοινό:

Καμιά θυσία για τους πολέμους και τα κέρδη τους.

Μπορούμε να κερδίσουμε μόνο από τον κοινό αγώνα των εργατών για τους μισθούς, τα δικαιώματα, την ασφάλεια, την ειρήνη και μια ζωή με αξιοπρέπεια.

Δεν δουλεύουμε για τον πόλεμο!

Λιμάνια των λαών και της ειρήνης!

Όχι βάσεις των ιμπεριαλιστών!

Ζήτω η διεθνιστική αλληλεγγύη των εργαζομένων!

Ζήτω ο κοινός αγώνας των λιμενεργατών και της εργατικής τάξης σε όλο τον κόσμο!».

Δείτε ακόμα...