Νέα ώθηση στην ενδοαστική αντιπαράθεση στην Πολωνία στο φόντο της ανεπίστρεπτης πορείας κλιμάκωσης των ανταγωνισμών έδωσε το χθεσινό διάγγελμα του πρωθυπουργού Ντόναλντ Τουσκ, μετά τα επεισόδια έξω από το Συνταγματικό Δικαστήριο της χώρας, όπου έγινε επέμβαση της αστυνομίας ώστε να επιβληθεί αναστολή καθηκόντων του προέδρου του, Μπόγκνταν Σφιέντσκοφσκι.
Συγκεκριμένα, ο Τουσκ υπερασπίστηκε την απόφαση για την αναστολή άσκησης καθηκόντων δύο ανώτατων δικαστών του Συνταγματικού Δικαστηρίου, κατηγορώντας την αντιπολίτευση ότι καταφεύγει στη βία, με στόχο να υπονομεύσει το κράτος δικαίου, όπως είπε. Δήλωσε ότι το Συνταγματικό Δικαστήριο, με τη σημερινή του σύνθεση, δεν είναι ανεξάρτητο και κατηγόρησε το κόμμα Νόμος και Δικαιοσύνη (PiS) και τον πρόεδρο της χώρας, Κάρολ Ναβρότσκι, ότι υπονομεύουν τις προσπάθειες αποκατάστασης της «ομαλής λειτουργίας του θεσμού». «Περιμέναμε πάρα πολύ για να επιτρέψουμε τώρα να μας εκφοβίσουν και να υποχωρήσουμε» είπε και πρόσθεσε ότι «το Συνταγματικό Δικαστήριο θα αρχίσει να λειτουργεί όπως πρέπει, ανεξάρτητα, αυτόνομα και σύμφωνα με το Σύνταγμα». Τα αφηγήματα περί «κράτους δικαίου» ωστόσο είναι κούφια λόγια καθώς στόχος είναι ο έλεγχος των μηχανισμών του αστικού κράτους.
Παρέμβαση για το θέμα έκανε και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, προσφέροντας κάλυψη στους κυβερνητικούς χειρισμούς και κάλεσε τον Πολωνό πρόεδρο να επικυρώσει τον διορισμό οκτώ νέων δικαστών. Η διαπάλη στην Πολωνία, όπως τουλάχιστον εκφράζεται και μεταξύ του προέδρου της χώρας με την κυβέρνηση, αντανακλά αναμφίβολα και την ευρύτερη αντιπαράθεση μεταξύ των ΗΠΑ και καπιταλιστικών κρατών της Ευρώπης. Ενδεικτική της κατάστασης είναι η δήλωση του επικεφαλής «του Κόμματος του Δικαίου και της Δικαιοσύνης» (PiS) Γιαροσλάβ Κατσίνσκι (που στήριξε την εκλογή του Προέδρου) που έχει διατελέσει και πρωθυπουργός της Πολωνίας αποκαλώντας την Ευρωπαϊκή Επιτροπή «ένα επικίνδυνο οργάνο που δεν θα έπρεπε να υπάρχει».



