Με την ομολογία – και ταυτόχρονα διαβεβαίωση στην άρχουσα τάξη – ότι έρχεται «για να επιστρέψει η κανονικότητα και η σταθερότητα» στο αστικό πολιτικό σύστημα, ο Αλέξης Τσίπρας από το φόρουμ των Δελφών, έκανε σαφή τον ρόλο που καλείται να παίξει…Οτι δηλαδή είναι ξανά έτοιμος για να κάνει τη βρωμοδουλειά σε βάρος του λαού και των αναγκών του.
Σε μια περίοδο που οι διεργασίες στο αστικό πολιτικό σκηνικό πυκνώνουν, αφού το σύστημα που ήδη βλέπει τα ζόρια ψάχνει τη «χρυσή συνταγή», διαμορφώνοντας νέες «κομματικές εφεδρείες» από τα ίδια σάπια υλικά, για να εγκλωβίσει τη λαϊκή οργή και δυσαρέσκεια σε ανώδυνα για το ίδιο κανάλια, οι δυνάμεις της αμαρτωλής και χρεοκοπημένης σοσιαλδημοκρατίας καταβάλλουν τα μέγιστα, για να εμφανιστούν ως «αυτόκλητοι Μεσσίες».
Σε αυτήν την προσπάθεια έχει πέσει με τα μούτρα ο Αλ. Τσίπρας, ο οποίος από τους Δελφούς σε ερώτηση για το πότε θα ανακοινώσει το νέο ανάχωμά του, δήλωσε πως «δυσκολεύεται» να πει μέρα και ώρα «γιατί δεν ζούμε σε μια κανονική χώρα», για να συνεχίσει πως μετά από τις δηλώσεις Κοβέσι «ο πρωθυπουργός θα έπρεπε να παραιτηθεί και να πάμε σε εκλογές. Αν συνέβαινε αυτό, σε μια εβδομάδα θα ανακοίνωνα το κόμμα».
Φυσικά, δεν έλειψαν οι αναφορές του πρώην πρωθυπουργού για την οικονομία, με τη φράση του και μόνο πως η «χώρα πρέπει «να φύγει από την οικονομία του real estate και της μονοκαλλιέργειας του τουρισμού» και να περάσει «σε μια οικονομία που να παράγει», να δείχνει από μόνη της πως μοναδική διαφορά με τη ΝΔ είναι η «μοιρασιά» ανάμεσα στις διάφορες μερίδες του κεφαλαίου. Και μάλιστα λίγο παρακάτω, διακατεχόμενος από το άσβεστο άγχος του πιστού υπηρέτη του κεφαλαίου μην τυχόν και μείνει καμιά «σκιά» ως προς αυτό, αφού δήλωσε πίστη στους θεσμούς του αστικού κράτους, έσπευσε να προσθέσει και να ξεκαθαρίσει πως δήθεν «έχουμε αλλεργία με την αδικία και την αρπαχτή», αλλά «όχι με την επιχειρηματικότητα», τις επενδύσεις και το κέρδος, «το αποδείξαμε ως κυβέρνηση που φέραμε επενδύσεις» κ.ο.κ.
Ακολούθως, μιλώντας για το φορολογικό σύστημα, είπε να πιάσει τα γνωστά «ανέκδοτα» περί «δικαιότερου φορολογικού συστήματος» και «πατριωτικής εισφοράς» των καπιταλιστών, κάτι σαν την «εθελοντική φορολόγηση» των εφοπλιστών επί θητείας του, που θα λειτουργεί σαν «φερετζές» της πολιτικής στήριξης του κεφαλαίου, το οποίο έχει το θράσος να παρουσιάζει ως «φιλολαϊκό μέτρο». Οσον αφορά την ακρίβεια, ζήτησε παρεμβάσεις στα τρόφιμα και την Ενέργεια, μη βγάζοντας βέβαια άχνα για την «απελευθέρωση» της Ενέργειας και το χρηματιστήριο Ενέργειας που η κυβέρνησή του νομοθέτησε.
Εκεί, βέβαια, που ο Αλ. Τσίπρας επέλεξε να δώσει ρεσιτάλ πολιτικής ξετσιπωσιάς, ήταν οι δηλώσεις του σχετικά με τη φωτιά του ιμπεριαλιστικού πολέμου, που κατακαίει στη Μέση Ανατολή, όπου δήλωσε ότι για τη χώρα υπάρχει «ανάγκη επιστροφής σε μια πολυδιάστατη στρατηγική, προκειμένου «να επαναπροσδιορίσουμε τη θέση και τον ρόλο μας», να αρπάξει δηλαδή η εγχώρια αστική τάξη το μερτικό της από τη λεία. Απογείωσε την αθλιότητα, αναφερόμενος στο κράτος – μακελάρη του Ισραήλ, λέγοντας πως «εγώ ανέπτυξα τις θέσεις με το Ισραήλ, μία εποχή που το Ισραήλ δεν έπαιζε τον ρόλο του πολεμοχαρή» (!) και πως η σχέση «πρέπει να επαναπροσδιοριστεί. Οταν η κυβέρνηση ζητά κυρώσεις απέναντι στην Τουρκία οφείλει να κάνει το ίδιο και για το Ισραήλ, όταν διαπράττει εγκλήματα»… Αλήθεια, «ξεχνάει» πως το όχι και τόσο μακρινό 2015, τότε που έσφιγγε τα χέρια με τον σφαγέα Νετανιάχου, κλείνοντας επικερδή deals για χάρη των μονοπωλιακών ομίλων με αιχμή του δόρατος το φυσικό αέριο και αναβαθμίζοντας σε «στρατηγική» τη σχέση με το Ισραήλ, η Παλαιστίνη βρισκόταν και τότε υπό κατοχή, και ο ήρωας λαός της περνούσε τα μύρια όσα σε Γάζα και Δ. Οχθη;
Τέλος, μιλώντας για το Μεταναστευτικό – Προσφυγικό ντράπηκε και η ντροπή. Από τη μια, ζήτησε εμμέσως πλην σαφώς «μείωση των ροών», συνεπώς ένταση της καταστολής εις βάρος των ξεριζωμένων, εννοείται στην πάγια τακτική της «προσφιλούς» στον Τσίπρα, ΕΕ, του όπου δεν πίπτει ο λόγος του αντιδραστικού Συμφώνου για τη Μετανάστευση και το Ασυλο, πίπτει η ράβδος της Frontex. Ενώ, από την άλλη κυνικά και ανερυθρίαστα είπε ότι αυτό πρέπει να συνδεθεί με τις ανάγκες της καπιταλιστικής παραγωγής και αγοράς, λέγοντας «αν πάτε να δείτε αν υπάρχουν εργατικά χέρια εκεί όπου υπάρχει παραγωγή, θα δείτε ότι υπάρχει τεράστιο πρόβλημα», το γνωστό ανοιγόκλεισμα της κάνουλας δηλαδή, προκειμένου να καλύπτονται οι ανάγκες του κεφαλαίου για φτηνό εργατικό δυναμικό, με ανύπαρκτα εργασιακά δικαιώματα.



