Αφιέρωμα στους φωτογράφους της Αντίστασης στα χρόνια της γερμανικής κατοχής

Τμήμα του ΕΛΑΣ
Τμήμα του ΕΛΑΣ

Με επιμέλεια του Δημήτρη Θωμάκου*, Αστυνομικού Υποδιευθυντή ε.α, το alt.gr παρουσιάζει ένα αφιέρωμα στους φωτογράφους της Αντίστασης στα χρόνια της γερμανικής κατοχής.

Σπύρος Μελετζής

Γεννήθηκε στους Άγιους Θεόδωρους της Ίμβρου το 1906. Το δημοτικό σχολείο και το σχολαρχείο τα τελείωσε στην Ίμβρο. Όταν το νησί δόθηκε στους Τούρκους το 1923 μετέβη με την οικογένειά του στην Αλεξανδρούπολη, όπου ασχολήθηκε για πρώτη φορά με τη φωτογραφία κοντά στο φωτογράφο Α. Παναγιώτου.

Αργότερα μετακόμισε στην Αθήνα και συνέχισε το φωτογραφικό του έργο κοντά στο φωτογράφο Γιώργο Μπούκα, όπου φωτογράφιζαν προσωπικότητες της εποχής.

Είχε ενταχθεί στο ΚΚΕ και την περίοδο της κατοχής ανέβηκε στο βουνό και έγινε φωτογράφος του ΕΛΑΣ, όπου φωτογράφισε πρόσωπα και πράγματα, μαχητές, τραυματίες, επιχειρήσεις εναντίον των Γερμανών κατακτητών, επίσης φωτογράφισε τη σχολή Ρεντίνα του ΕΛΑΣ, την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη των μαχητών, της εργασίες του εθνικού συμβουλίου του ΕΛΑΣ στις Κορισχάδες και αργότερα θα δημιουργήσει λεύκωμα με τους αντάρτες του ΕΛΑΣ και το Δεκέμβρη 1944, κάνει έκθεση στην Αθήνα με φωτογραφικά ντοκουμέντα, η έκθεση όμως σταματάει λόγω των Δεκεμβριανών.




Τις ίδιες μέρες ο Σπύρος Μελετζής κάνει ρεπορτάζ στου Μακρυγιάννη, άλλα συλλαμβάνεται και οδηγείται στην Ελ Ντάμπα, όπου για πολλούς μήνες βρισκόταν στα συρματοπλέγματα.

Όταν επέστρεψε στην Αθήνα αναζήτησε τα έργα που είχε εκθέσει το Δεκέμβρη του 1944 αλλά δε βρέθηκαν. Τελικά η έκθεση με τα έργα του, έγινε μετά από 65 χρόνια στο μουσείο μοντέρνας τέχνης στη Βαλένθια της Ισπανίας από 17 Ιανουαρίου μέχρι τέλος Απριλίου του 2007.



Όταν ξεσπά ο εμφύλιος πόλεμος, συλλαμβάνεται και εξορίζεται στον Άι Στράτη. Μετά την εξορία του συνεχίζει τη φωτογράφιση στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Ασχολείται με τη φωτογραφία της υπαίθρου, προσώπων, επαγγελμάτων, πολιτισμού. Επίσης φωτογραφίζει έργα Ελλήνων φωτογράφων του 19ου αιώνα.

Το 1952 συμμετείχε στην ίδρυση της Ελληνικής Φωτογραφικής Εταιρείας (Ε.Φ.Ε) μαζί με τους φωτογράφους Δημήτρη Χαρισιάδη, Κώστα Μπαλάφα και Βούλα Παπαϊωάνου. Το 1955 φωτογράφισε τα δημόσια έργα στην Αθήνα. Το 1960 ασχολείται με τη φωτογράφιση αρχαίων μνημείων.

Η φήμη του ξεπέρασε τα σύνορα, καλείται δε να εκθέσει φωτογραφίες του σε μεγάλες πόλεις του εξωτερικού. Τιμήθηκε με πολλά βραβεία και διακρίσεις.

Έκδωσε λεύκωμα με φωτογραφίες του από την Ίμβρο και τον Ιούλιο του 2002 σε ηλικία 96 χρονών παρουσιάζει τη τελευταία του φωτογραφική έκθεση στην Ίμβρο.

Η φωτογραφία του Σπύρου Μελετζή είναι πραγματική, κάτι συμβολίζει και κάτι δείχνει. Η κορωνίδα της τέχνης του, είναι οι φωτογραφικές στιγμές της αντίστασης, με τους μαχητές του ΕΛΑΣ στην επαρχεία, καθώς και τις δολοφονίες που προκάλεσαν οι Γερμανοί κατακτητές.



Φωτογράφισε τη χώρα, βουνό το βουνό, χωριό το χωριό, κοινωνικές εκδηλώσεις, γάμους, γιορτές και πανηγύρια.

Όπως ο ίδιος είπε, θεώρησε υποχρέωσή του να απαθανατίσει τον αγώνα του ελληνικού λαού, που αγωνιζόταν για την ελευθερία του εναντίον των Γερμανών κατακτητών. Το φωτογραφικό του έργο, είναι κληρονομιά για τις επόμενες γενιές. Από την άλλη πλευρά, ζωντανεύει εποχές και επαγγέλματα που χάθηκαν.

Το 1974 εκδίδει λεύκωμα με τους αντάρτες του ΕΛΑΣ στα βουνά. Η φωτογραφική του δουλειά, ήταν πολύ δύσκολη, ανεβαίνοντας τα βουνά μαζί με τα σύνεργά του (φωτογραφική μηχανή, τριπόδια, χημικά, πλάκες, κ.λ.π.), με οποιεσδήποτε καιρικές συνθήκες, φωτογραφίζοντας τη λεβεντιά του ΕΛΑΣ, πήρε το τίτλο επάξια του φωτογράφου της αντίστασης.

Στις 14 Νοέμβρη του 2003 έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 97 χρονών, αφήνοντας πίσω του μία κληρονομιά πολιτισμού και ιστορίας, τόσο για την Ελλάδα, όσο και για το εξωτερικό και βάζοντας στην ελληνική ιστορία λιθάρια γενναιότητας και ιδανικών.

Πηγές:
www.cultmagz.com
www.aspromavro.net
www.photologio.gr
Οι φωτογραφίες αντλήθηκαν από το «Λεύκωμα Αντίστασης Σπύρου Μελετζή» Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή

Κώστας Μπαλάφας

Γεννήθηκε το 1917 στο ορεινό χωριό Χώνεψη (σημερινή Κυψέλη) της Ηπείρου από γονείς αγρότες. Το γυμνάσιο το τελείωσε στην Αθήνα. Μετά σπούδασε στη γαλακτοκομική σχολή των Ιωαννίνων, και στα τέλη της δεκαετίας του 30 αποφοίτησε.

Τη φωτογραφική τέχνη την έμαθε, από το φωτογράφο Ιωαννίνων Αποστόλη Παντελίδη. Η δραστηριότητά του στη φωτογραφία του ήρθε όπως λέμε «εξ΄ ουρανού» και συγκεκριμένα στα τέλη του 1940, Ιταλικό βομβαρδιστικό αεροπλάνο κατέπεσε από Ελληνικά πυρά έξω από τα Ιωάννινα. Στα συντρίμμια του βρέθηκε ένα κουτί που περιείχε κινηματογραφικό φιλμ, το οποίο ο Κώστας Μπαλάφας το αντάλλαξε με αντίτιμο λίγες οκάδες καλαμποκάλευρο από αυτόν που το βρήκε.

Με το φιλμ αυτό και με μία φωτογραφική μηχανή που τον είχε προμηθεύσει ένας Ιταλός στρατιώτης, άρχισε να φωτογραφίζει.


Κώστας Μπαλάφας

Αντάρτες σε πορεία

Πυροβολικό του ΕΛΑΣ

Ηπειρώτισσα αντάρτισσα

Κατατάχτηκε στον ΕΛΑΣ και ήταν μαχητής της έκτης ταξιαρχίας του 85ου συντάγματος, λαμβάνοντας μέρος σε επιχειρήσεις στα βουνά εναντίον των κατακτητών. Κατά την απελευθέρωση εμπιστεύθηκε σε μία φίλη του τα φιλμ που είχε τραβήξει, η οποία τα έκρυψε κάτω από το πάτωμα του σπιτιού της για τα επόμενα 30 χρόνια.

Μετά την απελευθέρωση εργάστηκε ως μεταφραστής και ταξίδεψε σε όλη τη χώρα. Αργότερα, λόγω της καλής γνώσης της Αγγλικής γλώσσας, προσλήφθηκε στη ΔΕΗ που παρέμεινε μέχρι τη συνταξιοδότησή του.

Μαζί με τους φωτογράφους Βούλα Παπαϊωάνου, Σπύρο Μελετζή και Δημήτρη Χαρισιάδη ίδρυσαν την Ελληνική Φωτογραφική Εταιρεία (Ε.Φ.Ε) το 1952. Ο Κώστας Μπαλάφας ανήκει στους Ουμανιστές φωτογράφους της μεταπολεμικής περιόδου που καθόρισαν τη πορεία της Ελληνικής φωτογραφίας. Στις φωτογραφίες του κύριο θέμα είναι ο άνθρωπος που αγωνίζεται για να επιβιώσει, τα σπίτια της Ηπείρου, οι Ηπειρώτισσες, επίσης φωτογραφίζει ήθη, έθιμα και επαγγέλματα που δεν υπάρχουν.

Μέχρι το 1974 οι φωτογραφίες του ήταν άγνωστες, λόγω των πολιτικών συνθηκών της χώρας. Αργότερα άρχισαν να εμφανίζονται και έγινε γνωστός μέσα από τις εκθέσεις που έκανε και τα λευκώματά του. Το 2008 παρέδωσε το φωτογραφικό του υλικό στο Μουσείο Μπενάκη.

Είναι ο καλλιτέχνης του απλού λαού, όπου τον φωτογραφίζει σε κάθε του στιγμή, σε κάθε του δραστηριότητα. Στις φωτογραφίες του υπάρχουν οι αντιθέσεις, δεν μιμήθηκε τις δυτικές φωτογραφικές τάσεις αποτυπώνοντας την ομορφιά της ζωής, την αλήθεια, αλλά και τη καταστροφή και το θάνατο. Αποθανάτισε τα εγκλήματα που έκαναν οι Γερμανοί κατακτητές στα Ιωάννινα και στη συνέχεια ενταγμένος στον ΕΛΑΣ, φωτογράφισε τον αγώνα των μαχητών. Για όλες τις φωτογραφίες του χρησιμοποίησε το κινηματογραφικό φιλμ, που όπως αναφέρω παραπάνω του ήρθε «εξ΄ ουρανού».



Το 1976 πήγε στο σπίτι που ήταν κρυμμένα τα κινηματογραφικά φιλμ, τα βρήκε και έφτιαξε ένα λεύκωμα με τίτλο «Το Αντάρτικο Στην Ήπειρο».

Στη φωτογραφική του πορεία έχει φωτογραφίσει την Ελλάδα που πλέον δεν υπάρχει, αποτυπώνοντας φωτογραφικές στιγμές των κατοίκων απομακρυσμένων περιοχών – περιοχών της Ηπείρου, που έδιναν αγώνα για τη ζωή κάτω από άθλιες συνθήκες την εποχή εκείνη.



Εγώ προσωπικά είχα τη τύχη να τον γνωρίσω και να κουβεντιάσω μαζί του αρκετά, όταν ήρθε στην έκθεση εικαστικών τεχνών, που οργάνωσε η Ελληνική Αστυνομία στο κτήριο Παρνασσός στην Αθήνα, το 1998.

Έφυγε από τη ζωή στις 9 Οκτώβρη του 2011, αφήνοντας ως Ουμανιστής φωτογράφος για κληρονομιά, τον σεβασμό και την αξιοπρέπεια στον αγώνα του ανθρώπου για καλύτερη ζωή και για καλύτερες μέρες.

Βούλα Παπαϊωάννου

Γεννήθηκε στη Λαμία το 1898. Τελείωσε τη σχολή Saint-joseph, ενώ μιλούσε άπταιστα Αγγλικά, Γαλλικά και Ιταλικά.

Ασχολήθηκε με τη φιλολογία, αρχαιολογία και μουσική. Γράφτηκε στη σχολή καλών τεχνών το 1917, σπουδάζοντας ζωγραφική, την οποία όμως εγκατέλειψε διότι ασχολήθηκε με τη φωτογραφία. Στα μέσα της δεκαετίας 1930, άρχισε να φωτογραφίζει τοπία, μνημεία και αρχαιολογικούς χώρους.




Με τη κήρυξη του ελληνοιταλικού πολέμου 1940 ζήτησε να μεταβεί στο μέτωπο, ως πολεμική ανταποκρίτρια χωρίς αυτό να γίνει αποδεκτό και τότε, φωτογράφισε τους αποχαιρετισμούς για το μέτωπο, την επιστράτευση και τα γεγονότα που σημάδεψαν τη περίοδο εκείνη τη πρωτεύουσα.



Κατά τη Γερμανική κατοχή 1941-44 κατήγγειλε τη φρίκη του πολέμου με τις συγκλονιστικές φωτογραφίες που τράβηξε, τις μορφές των σκελετωμένων παιδιών, αποθανάτισε τον τραγικό χειμώνα 1941-42, τα πεινασμένα παιδιά και τους ενήλικους που η ασιτία είχε οδηγήσει στα πρόθυρα του θανάτου. Οι Γερμανοί και οι Ιταλοί κατακτητές, είχαν απαγορεύσει τη φωτογράφιση. Η Βούλα Παπαϊωάνου, άρχισε να φωτογραφίζει κρυφά με κίνδυνο τη ζωή της. Οι φωτογραφίες της που έδειχναν την εξαθλίωση του Ελληνικού λαού, κυκλοφόρησαν στο εξωτερικό, μέσω του διεθνούς Ελβετικού Ερυθρού Σταυρού και συνέβαλλαν στην αποστολή βοήθειας από το εξωτερικό.



Στα νοσοκομεία φωτογράφιζε την άθλια κατάσταση των αρρώστων και τραυματιών του μετώπου, οι δε Ιταλοί ήξεραν ότι κάποια γυναίκα φωτογραφίζει, αλλά δε μπορούσαν να την εντοπίσουν διότι την κάλυπτε το προσωπικό των νοσοκομείων και ο κόσμος.



Συνέταξε το φωτογραφικό λεύκωμα της πείνας. Τα φωτογραφικά υλικά κι αναλώσιμα, τα προμηθευόταν από κάποιούς παρατηρητές Ελβετούς ή τα αγόραζε από κάποια μαγαζιά, κρυφά μέσω άλλων, αλλά γίνονταν και σαμποτάζ νοθείας στα χημικά και πολλές φορές στην εκτύπωση και στην εμφάνιση ήταν όλα άσπρα. Άλλες φορές αναγκάστηκε να φτιάξει χημικά μόνη της, ακόμα και με υποκατάστατα.

Η Βούλα Παπαϊωάνου στις φωτογραφίες της, περιγράφει συναισθήματα, πόνος, στοργή, καρτερικότητα, αλλά και αξιοπρέπεια. Ανήκει στους φωτογράφους που πίστευαν, ότι με τη φωτογραφία τους μπορούν να αλλάξουν το κόσμο, να συγκινήσουν, να προκαλέσουν και να διεγείρουν συνειδήσεις.

Το είδος της φωτογραφίας της είναι καθαρά Ουμανιστικό και βρίσκεται στο πάνθεον του ανθρωπισμού.


Ο φωτογράφος της αντίστασης Κώστας Μπαλάφας, γράφει χαρακτηριστικά για τη Βούλα Παπαϊωάνου, ότι ήταν μια προκλητική φωτογράφος, που ξεχώριζε από τους φωτογράφους του καιρού της, αφήνοντας δε κοινωνικό προβληματισμό και διεισδυτική ματιά.

Βούλα Παπαϊωάννου

Το 1952 μαζί με τους φωτογράφους Σπύρο Μελετζή, Κώστα Μπαλάφα και Δημήτρη Χαρίσιαδή, υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Ελληνικής φωτογραφικής εταιρεία (Ε.Φ.Ε).

Το 1960 αποσύρεται σταδιακά από τη φωτογραφία και παρέδωσε το αρχείο της στο μουσείο Μπενάκη. Το 1990 έφυγε από τη ζωή, αφήνοντας πίσω της ένα διαχρονικό έργο και πάνω στις φωτογραφίες της γράφτηκε μια ολόκληρη ιστορία καταγγέλλοντας τη βία του πολέμου και τα προϊόντα που παράγει αυτός, αφήνοντας ένα παράθυρο αισιοδοξίας για την ανθρωπότητα.

Πηγές:
www.benaki.org
www.lifo.gr
www.photologio.gr

Οι φωτογραφίες αντλήθηκαν από το βιβλίο «Σύγχρονοι Έλληνες Εικαστικοί» (τα ΝΕΑ) Φανή Κωνσταντίνου

Κώστας Παράσχος

Ερασιτέχνης φωτογράφος, γεννήθηκε στις Κυδωνιές (Άι Βαλή) της Μικράς Ασίας το 1912. Με την Μικρασιατική καταστροφή, η οικογένεια του πήγε στη Μυτιλήνη και το 1924 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα.

Σπούδασε νομικά, πολιτικές και οικονομικές επιστήμες στο πανεπιστήμιο της Αθήνας. Παρακολούθησε και μαθήματα φιλολογίας, όμως επαγγελματικά ακολούθησε τη δημοσιογραφία, όπου εργαζόταν στην εφημερίδα «ΠρωΪα».

Κατά τη διάρκεια της κατοχής άρχισε να βγάζει φωτογραφίες με στιγμές της κατοχικής Αθήνας και με κίνδυνο της ζωής του γιατί απαγορευόταν η φωτογράφιση, η οποία τιμωρούνταν με τη ποινή του θανάτου.

Τράβηξε περίπου τη διάρκεια αυτή 800 φωτογραφίες, από το 1941 μέχρι το 1944, εμφανίζοντας ο ίδιος τα φιλμ, τα οποία έκρυβε στη στέγη του σπιτιού του.

Ο Κώστας Παράσχος είχε πάντα πάνω του τη φωτογραφική του μηχανή στη πίσω τσέπη του παντελονιού του ή στην εσωτερική τσέπη της καμπαρντίνας του και τραβούσε φωτογραφίες γρήγορα και στα κλεφτά.

Στο βιβλίο του «Η Κατοχή, Φωτογραφικά Τεκμήρια 1941-1944» γράφει, ότι μπήκαμε στη κανονικότητα, όταν άρχισε να μας θερίζει η πείνα και βλέπαμε τους συνανθρώπους μας να πέφτουν στους δρόμους, όταν είδαμε τις εκτελέσεις και όλα τα δεινά που υποστήκαμε από τους Γερμανούς και Ιταλούς φασίστες κατακτητές.

Τραγικά αθώα θύματα της κατοχής, ήταν τα παιδιά, τα όποια γνώρισαν τη δυστυχία και τη πείνα πριν ακόμα παίξουν, γύρναγαν στους δρόμους με κουρέλια και ξυπόλητα. Φωτογράφισε αυτά τα πεινασμένα παιδιά, που είχαν σκελετωθεί, αλλά και τους μεγάλους, φωτογράφισε επίσης τα συσσίτια και τα συνθήματα που έγραφαν με μπογιά οι πατριώτες, στους διάφορους τοίχους.



Η πραγματική όμως αντίσταση στον πληθυσμό, άρχισε σιγά σιγά να μεγαλώνει, με τις απεργίες και τις διαδηλώσεις, που πέτυχαν να ματαιωθεί η πολιτική επιστράτευση, όπου σκοτώθηκαν στις κινητοποιήσεις αυτές Έλληνες πατριώτες, τα γεγονότα αυτά ο Κώστας Παράσχος τα φωτογράφισε, όπως φωτογράφισε τους νεκρούς της πείνας, μικρούς και μεγάλους και δε θα ξεχάσει την αγανάκτηση ενός ηλικιωμένου διαβάτη κάπου στα Εξάρχεια, που τον έβρισε χυδαία, όταν τον είδε να φωτογραφίζει κάποιον πεινασμένο που κείτονταν μισοπεθαμένος στο πεζοδρόμιο, (έτσι όμως κατά τη γνώμη μου, γράφτηκε η ιστορία).



Δημιούργησε φωτογραφικά λευκώματα με αυτές τις φωτογραφίες, τα οποία έφυγαν στο εξωτερικό τη περίοδο εκείνη και έτσι έγινε γνωστό, για το τι συνέβαινε στην Ελλάδα. Φωτογράφισε τους ανθρώπους που έψαχναν στα σκουπίδια για να βρουν κάτι να φάνε, τους μαυραγορίτες και το ξεπούλημα των περιουσιών του πεινασμένου λαού, για ένα κομμάτι ψωμί, τα πτώματα στους δρόμους και αυτά που βρίσκονταν έξω από το νεκροτομείο της Αθήνας, τα αυτοκίνητα του δήμου και τα καρότσια που μάζευαν το πρωί τους νεκρούς από τη πείνα.

Πηγές:
www.benaki.ogr
www.aspromavro.net
www.lifo.gr
www.photologio.gr

Οι φωτογράφοι Σπύρος Μελετζής και Κώστας Μπαλάφας δίδαξαν μέσα από το φωτογραφικό τους φακό, τον αγώνα των ανθρώπων για καλύτερες μέρες, κατέγραψαν την ιστορία αυτού του τόπου στα μαύρα χρόνια της Γερμανικής κατοχής και με το έργο τους, σφράγισαν τη πορεία της χώρας μας, δείχνοντας στις επόμενες γενεές, πως οι άνθρωποι πρέπει να αγωνίζονται για να ενώσουν το κόσμο μέσα από τις ιδέες τους και το πολιτισμό τους. Δεν λησμονούμε βέβαια και τους ανώνυμους μεμονωμένους φωτογράφους της αντίστασης που και αυτοί συνέβαλαν στην ιστορία με το φωτογραφικό τους φακό.

Οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες μας δείχνουν, το πολιτικό ομιχλώδες τοπίο της χώρας μας, μέχρι αυτό να γίνει με τους αγώνες του λαού μας μέχρι να γίνει ηλιόλουστο με καθαρό ουρανό.





Ο Κώστας Παράσχος, έφυγε από τη ζωή στις 3 Δεκέμβρη του 2000, ήταν ο φωτογράφος της πραγματικότητας, ο οποίος με το φακό του κατέγραψε τα γεγονότα, τα οποία δε πρέπει να ξεχαστούν, κατέγραψε τη φρίκη του πολέμου.

Πηγές:

Άρθρο Γρηγόρη Βλασσά στο www.aspromavro.net
Βιβλίο «Η Κατοχή» (Κώστα Παράσχου)
Φωτογραφικά τεκμήρια 1941-1944, από όπου αντλήθηκαν και οι φωτογραφίες

Οι φωτογράφοι της κατοχής ήταν πολλοί, επαγγελματίες, ερασιτέχνες, κινηματογραφιστές, φωτορεπόρτερς, οι οποίοι ξεπερνώντας το φόβο αποθανάτισαν στιγμές κυριολεκτικά μοναδικές. Δεν πρέπει να τους ξεχνούμε, διότι αυτοί έγραψαν την ιστορία του άμαχου πληθυσμού και της αντίστασης και σήμερα γνωρίζουμε, οπτικά τι δεινά επέφερε ο φασισμός στη πατρίδα μας. (Εγώ στάθηκα δειγματοληπτικά στους δύο αναφερόμενους φωτογράφους γιατί γι’ αυτούς βρήκα υλικό, χωρίς όμως να ξεχνώ τους υπόλοιπους, επώνυμους και ανώνυμους).

Πρέπει να θυμόμαστε το παρελθόν γιατί χωρίς αυτό, δε θα έχουμε ούτε παρόν, αλλά ούτε και μέλλον και θα είμαστε υποχρεωμένοι να το ξανά ζήσουμε. Βέβαια σήμερα εν καιρό ειρήνης έχουμε κάποια κοινά σημεία με την τότε εποχή εκμοντερνοποιημένα βέβαια και αναφέρομαι στους συνανθρώπους μας που ζουν από τα συσσίτια, ευσπλαχνία, φιλανθρωπία ή κάποιοι άλλοι που ψάχνουν στα σκουπίδια για να φάνε, σκηνές καθημερινές, έτσι όπως μας κατάντησαν οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ, ΝΔ, με τα μνημόνια που ψήφισαν και τη πολιτική που ακολούθησαν και ακολουθούν, φτωχοποιώντας το λαό, ο οποίος έχασε την εργασία του, κρυώνει το χειμώνα, ζεσταίνεται το καλοκαίρι, πολλοί δε έχασαν και τα σπίτια τους. Εδώ βλέπουμε καθημερινά πως η ιστορία κάπως παραλληλίζεται κι όπως μας λέει ο αείμνηστος Πάνος Τζαβέλας «κι αν φύγανε οι Γερμανοί, ήρθανε οι Αμερικανοί, καινούρια πάλι κατοχή».

*Δημήτρης Θωμάκος
Αστ. Υποδ/ντης ε.α.
Diploma H.Ed. Photography
Middlessex Un. Athenian-Akto

Δείτε ακόμα...