Του Αλέξανδρου Χρύση, καθηγητή Φιλοσοφίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο*
Δεν ανακαλύπτουμε βεβαίως την Αμερική στην τρίτη δεκαετία του 21ου αιώνα, όταν αναγνωρίζουμε, με οδυνηρό πράγματι τρόπο, ότι στην εποχή μας ο παγκόσμιος καπιταλισμός διανύει περίοδο αιματηρής οικονομικής και γεωπολιτικής αναδιάρθρωσης με την Ενέργεια που παράγεται από τις ραγδαία οξυνόμενες ενδο-αστικές αντιθέσεις και με ατμομηχανές την πολεμική βιομηχανία και την υψηλή τεχνολογία. Καύσιμη ύλη, οι ζωές δισεκατομμυρίων ανθρώπων σε όλο τον πλανήτη, σύγχρονων κολασμένων της Γης, βιομηχανικών εργατών και εργατριών, προσφύγων και μεταναστών, αλλά και μικρών παιδιών που συναντούν τον θάνατο, κυριολεκτικά και μεταφορικά, στις βομβαρδισμένες πόλεις-στόχους των αιμοσταγών εμπόρων του πολέμου και στα σκοτεινά βιομηχανικά κάτεργα της ΝΑ Ασίας και όχι μόνο.
Είναι σ’ αυτόν το βάρβαρο κόσμο, που σφιχταγκαλιάζονται οι πολιτικοί με τους ιδεολογικούς εκπροσώπους της κυρίαρχης τάξης, για να επιβεβαιώσουν με τον πιο λιτό και ωμό τρόπο του λόγου το αληθές: «Οι ιδέες της κυρίαρχης τάξης είναι σε κάθε εποχή οι κυρίαρχες ιδέες. Τούτο σημαίνει ότι η τάξη που είναι κυρίαρχη υλική δύναμη της κοινωνίας είναι ταυτόχρονα η κυρίαρχη πνευματική της δύναμη». Ανέτρεξα αυθόρμητα σε αυτή τη θέση που είχε διατυπώσει ο Μαρξ στα μέσα περίπου του 19ου αιώνα, με αφορμή τον σφιχτό «εναγκαλισμό» και την πρόδηλη σύμπνοια του επικεφαλής του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων του Παντείου Πανεπιστημίου (ΙΔΙΣ) με τον υπουργό Εθνικής Άμυνας Δένδια, όταν στο πλαίσιο του Athens Security Forum, που διοργάνωνε το ΙΔΙΣ, ο υπουργός αισθάνθηκε την ανάγκη να υπογραμμίσει ότι έφθασε επιτέλους η ώρα να κατανοήσουμε την ανάγκη «αλλαγής κουλτούρας των ευρωπαϊκών κοινωνιών», έτσι ώστε να αντέχουμε ως Ευρωπαίοι πολίτες «φέρετρα με σημαία πάνω». Με πόση ικανοποίηση έγινε πράγματι αποδεκτή αυτή η υπουργική τοποθέτηση! Για την «ερευνητική» τεκμηρίωση και κοινωνική υποδοχή της εργάζονται άλλωστε -όχι βεβαίως αφιλοκερδώς- προβεβλημένοι συστημικοί ιδεολόγοι και στρατευμένα στα λεγόμενα φιλελεύθερα ιδανικά ακαδημαϊκά ινστιτούτα…
Σε ένα τέτοιο φόντο, πανεπιστημιακοί δάσκαλοι, ερευνητές και ερευνήτριες που εμπνεόμαστε από τις αρχές και τα ιδανικά ενός άλλου κόσμου, σοσιαλιστικού-κομμουνιστικού, βρισκόμαστε συχνά αντιμέτωποι με την κατηγορία που εκπέμπουν πολιτικά, ακαδημαϊκά και δημοσιογραφικά φερέφωνα του αστικού συστήματος εξουσίας ότι δήθεν ο δικός μας αγώνας εναντίον των ταξικών δυνάμεων και φορέων που επιδιώκουν τη χειραγώγηση της κριτικής σκέψης και την υποτέλεια της κοινωνικής συνείδησης συνιστά άρνηση της ακαδημαϊκής ελευθερίας.
Αλλά σε ποια «ακαδημαϊκή ελευθερία» αναφέρονται οι «διανοούμενοι» υποτελείς της αστικής τάξης; Ποια ακαδημαϊκή ελευθερία μπορεί πλέον να υπάρξει σε μια αστική κοινωνία όπως κατ’ εξοχήν αυτή της εποχής του πολέμου, σε ακαδημαϊκά ιδρύματα, οι θεσμικές δομές των οποίων συγκροτούνται κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση εκείνων μιας εταιρείας; Ποια ακαδημαϊκή ελευθερία επικαλούνται και υπερασπίζονται όσοι και όσες ούτε καν ενοχλούνται από το πολλαπλά διαπιστωμένο γεγονός ότι οι μελετητικές πρωτοβουλίες πλήθους πανεπιστημιακών ιδρυμάτων και ερευνητικών ινστιτούτων υπαγορεύονται από τη λογική κόστους – οφέλους με όρους οικονομίας της αγοράς, διαμορφώνονται και αναπτύσσονται με την οικονομική και «πολιτιστική» σύμπραξη ΝΑΤΟικών μηχανισμών, πολυεθνικών κολοσσών και κερδοσκοπικών κεφαλαίων;
Καμιά αμφιβολία! Στον καπιταλιστικό κόσμο, και μάλιστα «εν καιρώ πολέμου», η ακαδημαϊκή ελευθερία ως θεμελιώδες δικαίωμα των μελών μιας επιστημονικής κοινότητας και καταστατική αρχή δημόσιας χρήσης του λόγου και ερευνητικής πρακτικής απαξιώνεται καθημερινά. Μετατρέπεται σε ιδεολογικό αφήγημα και σύνθημα-εργαλείο εκείνων ακριβώς των φορέων, κοινωνικών και πολιτιστικών, που εξυπηρετούν, συχνά με χυδαίο τρόπο, τα αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα των αστικών τάξεων παγκοσμίως. Θα ήταν, ωστόσο, λογικά βεβιασμένο και πολιτικά εσφαλμένο το συμπέρασμα ότι, ούτως εχόντων των πραγμάτων, θα ήταν άνευ νοήματος η ανάπτυξη ενός οργανωμένου διεκδικητικού κινήματος με σημείο αναφοράς την ακαδημαϊκή ελευθερία και ότι, ως εκ τούτου, τέτοιου είδους ζητήματα μετατίθενται προς υλοποίηση σε συνθήκες μιας σοσιαλιστικής – κομμουνιστικής κοινωνίας. Κάθε άλλο! Η Luxemburg, στη μετωπική σύγκρουσή της προς τον ρεφορμισμό του Bernstein και των οπαδών του, κράτησε με σταθερό χέρι το νήμα της στάθμης και εξακολουθεί να δίνει το μέτρο. Δεν δικαιούμαστε ούτε θέλουμε να την αγνοήσουμε. «Υπάρχει ανάμεσα στην κοινωνική μεταρρύθμιση και την κοινωνική επανάσταση μια αδιάσπαστη σύνδεση», επιμένει η Luxemburg, «όπου ο αγώνας για την κοινωνική μεταρρύθμιση αποτελεί γι’ αυτήν το μέσο, ενώ η κοινωνική ανατροπή είναι ο σκοπός».
Με ένα τέτοιο μεθοδολογικό και, σε τελική ανάλυση, πολιτικό γνώμονα, οφείλουμε να σταθμίσουμε σήμερα την ανάγκη και τη σημασία του αγώνα για τη ριζοσπαστική κοινωνική νοηματοδότηση της ακαδημαϊκής ελευθερίας και την εγγραφή της ως οργανικού στοιχείου στο στρατηγικό πεδίο-στόχο μιας μελλοντικής σοσιαλιστικής – κομμουνιστικής κοινωνίας. Σε μια πανεπιστημιακή τάξη πραγμάτων, όπου ο μαρξισμός βρίσκεται στο περιθώριο, ακόμη και εξόριστος από τα προγράμματα σπουδών, την ίδια στιγμή που ο ανορθολογισμός με ποικίλες μορφές, όπως ο κοντρουκτιβισμός, το μεταμοντέρνο και ο λεγόμενος μετα-μαρξισμός στις διαφορετικές εκδοχές του ασκούν πολιτισμική ηγεμονία με τη στήριξη και προς όφελος του αστικού καθεστώτος, η υποτίμηση της κριτικής στάσης και της συστηματικής συμμετοχής στη μαθησιακή διαδικασία, αλλά και η υποβάθμιση της διεκδίκησης δικαιωμάτων όπως η ακαδημαϊκή ελευθερία, στην ουσιαστική/κοινωνική της διάσταση δεν συγχωρούνται.
Μακριά από μένα η ψευδαίσθηση ότι οι αστικοί ακαδημαϊκοί θεσμοί και ιδεολογικοί μηχανισμοί του συστήματος μπορούν, ιδιαιτέρως μάλιστα σε κρισιακές περιόδους όπως η τρέχουσα, να ανεχθούν στο εσωτερικό τους κριτική σκέψη, αυθεντική ελευθερία κίνησης των ιδεών και γόνιμη δημόσια χρήση του λόγου. Το βασίλειο της ακαδημαϊκής ελευθερίας δεν μπορεί παρά να θεμελιωθεί στη βάση και με τις προϋποθέσεις της σοσιαλιστικής – κομμουνιστικής κοινωνίας. Με αυτή την έννοια, ο αγώνας για ακαδημαϊκή ελευθερία με την ουσιαστική έννοια του όρου μόνον ως πτυχή του αγώνα για τον σοσιαλισμό – κομμουνισμό προσλαμβάνει τη μέγιστη κοινωνική εμβέλειά του και τη βαθύτερη παιδαγωγική/πολιτισμική σημασία του για όσους και όσες αποφασίζουν να τον δώσουν.
Μακριά από μας όμως και μια άλλη ψευδαίσθηση, αυτή σύμφωνα με την οποία η ακαδημαϊκή ελευθερία θα κατακτηθεί «ως δια μαγείας» στους κόλπους μιας σοσιαλιστικής – κομμουνιστικής κοινωνίας του μέλλοντος. Με πνεύμα σοσιαλιστικής συνταγματικής τάξης, είναι οι πολίτες-ενεργά μέλη της σοσιαλιστικής πολιτείας αυτοί που, σκεπτόμενοι και διαλεγόμενοι αδογμάτιστα και υπεύθυνα, θα νομο-θετήσουν, θα συν-τάξουν τους όρους, με λίγα λόγια θα οριοθετήσουν το περιεχόμενο της ακαδημαϊκής και των άλλων κοινωνικών και πολιτικών ελευθεριών, χωρίς τις οποίες -η Ιστορία διδάσκει- και η πιο μεγαλειώδης απόπειρα οικοδόμησης του σοσιαλισμού καταλήγει σε τραγωδία..
* Το κείμενο του Αλέξανδρου Χρύση αποτελεί επεξεργασμένη εκδοχή της παρέμβασής του σε εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε από τις Οργανώσεις του ΚΚΕ και της ΚΝΕ στο Πάντειο Πανεπιστήμιο την Πέμπτη 12 Μαρτίου 2026 με θέμα «”Ακαδημαϊκή ελευθερία” και κοινωνικές επιστήμες εν καιρώ πολέμου: Η επιστημονική αλήθεια είναι πάντα επαναστατική!».



