Κάθε φορά που δημοσιεύονται τα αποτελέσματα των διεθνών αξιολογήσεων, όπως η PISA, ανοίγει μια συζήτηση για τις επιδόσεις των μαθητών, τις αδυναμίες του σχολείου και την ανάγκη «αλλαγών». Συνήθως όμως η συζήτηση μένει στην επιφάνεια. Μιλάμε για ποσοστά, κατατάξεις, δεξιότητες και «καλές πρακτικές» χωρίς να εξετάζουμε ποιο σχολείο παράγει αυτά τα αποτελέσματα, ποιον σκοπό υπηρετεί και ποια γνώση θεωρεί αναγκαία για όλα τα παιδιά.
Η PISA 2025, όπως και οι προηγούμενοι διαγωνισμοί, επαναφέρει ένα κρίσιμο ζήτημα: Οι μαθητές καλούνται να κατανοούν, να ερμηνεύουν, να αξιολογούν πληροφορίες, να επιλύουν προβλήματα και να χρησιμοποιούν τη γνώση σε διαφορετικές καταστάσεις στην καθημερινότητα.
* * *
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή… Δεν μπορεί να υπάρξει ουσιαστική κριτική σκέψη χωρίς στέρεη γνώση. Δεν μπορεί να υπάρξει δυνατότητα επίλυσης σύνθετων προβλημάτων όταν ο μαθητής δεν έχει κατακτήσει τις βασικές έννοιες και τις μεταξύ τους σχέσεις. Δεν μπορεί να υπάρξει δημιουργική αξιοποίηση της γνώσης όταν αυτή έχει αντικατασταθεί από αποσπασματικές πληροφορίες και διαρκή προσαρμογή σε «δεξιότητες» που υποτίθεται ότι χρειάζεται κάθε φορά η αγορά.
Και εδώ βρίσκεται μία από τις βασικές αντιφάσεις του σημερινού αστικού σχολείου. Από τη μια πλευρά η ίδια η ανάπτυξη της παραγωγής, της επιστήμης και της τεχνολογίας απαιτεί ανθρώπους με σύνθετες ικανότητες: Ικανούς να κατανοούν επιστημονικές σχέσεις, να χειρίζονται σύνθετα συστήματα, να σκέφτονται δημιουργικά και να αντιμετωπίζουν καινούργια προβλήματα. Από την άλλη, το εκπαιδευτικό σύστημα δυσκολεύεται να εξασφαλίσει για όλους τους μαθητές μια πραγματικά ολοκληρωμένη μόρφωση.
* * *
Και αυτό δεν είναι τυχαίο. Η πολιτική των «δεξιοτήτων» παρουσιάζεται ως σύγχρονη απάντηση στις ανάγκες της εποχής, στην πραγματικότητα όμως δεν ανατρέπει τις βασικές αιτίες των εκπαιδευτικών ανισοτήτων, μάλλον τις συντηρεί και τις αναπαράγει. Αλλωστε, η πρόσβαση στην πολιτιστική και επιστημονική γνώση δεν είναι ίδια για όλους. Οσο λοιπόν το σχολείο υποχωρεί από τον ρόλο του να εξασφαλίζει σε κάθε παιδί ένα υψηλό και ενιαίο μορφωτικό επίπεδο, τόσο οι κοινωνικές ανισότητες εκφράζονται ακόμα πιο έντονα σε μορφωτικές.
Σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να δούμε και το «πολλαπλό βιβλίο». Παρουσιάζεται ως άνοιγμα στη διαφορετικότητα, στην επιλογή και στην ελευθερία του εκπαιδευτικού. Επί της ουσίας όμως οδηγεί σε ακόμα μεγαλύτερη κοινωνική και μορφωτική διαφοροποίηση.
Αν διαφορετικά σχολεία επιλέγουν διαφορετικά βιβλία και διαφορετικές διαδρομές γνώσης, τότε δεν έχουν όλοι οι μαθητές πρόσβαση στο ίδιο μορφωτικό περιεχόμενο. Η διαφοροποίηση αυτή μπορεί εύκολα να συνδεθεί με το υποτιθέμενο «επίπεδο» των μαθητών και του σχολείου, ενισχύοντας την κατηγοριοποίηση. Από την άλλη, μέσα σε αυτήν την πολυδιάσπαση μπορεί να χωρέσουν και οι πιο διαφορετικές αλλά πάντως αντιεπιστημονικές αντιλήψεις για την κοινωνία, τον άνθρωπο και τον κόσμο.
Και αυτό είναι ένα κρίσιμο ζήτημα, που διαπερνά και το επίπεδο αλλά και το περιεχόμενο του σχολικού βιβλίου. Δηλαδή αν θα υπάρχει κοινή, επιστημονικά θεμελιωμένη γνώση που θα παρέχεται σε όλα τα παιδιά.
* * *
Και κάπου εδώ έρχεται για άλλη μια φορά να «κουμπώσει» και ο διαγωνισμός PISA, του ΟΟΣΑ, δηλαδή ενός διεθνούς καπιταλιστικού οργανισμού που έχει άποψη για όλα, προωθώντας και στην Εκπαίδευση την κοινά συμφωνημένη αστική στρατηγική. Επειδή όμως αυτή η στρατηγική είναι αστική, ανακυκλώνει αδιέξοδα, όπως σταθερά αποδεικνύεται. Δηλαδή και στην Παιδεία κάθε συνταγή επίλυσης προβλημάτων και υστερήσεων αποδεικνύεται φαρμάκι, γιατί με την εφαρμογή της αναδεικνύονται άλλα προβλήματα.
Για παράδειγμα, μια γενικότερη κατεύθυνση των αλλαγών στο σχολείο είναι η μικρότερη έμφαση στην κατάκτηση ενός ενιαίου και στέρεου σώματος γνώσεων και η μεγαλύτερη έμφαση στην προσαρμογή, στην «ευελιξία», στην εξατομίκευση και στις δεξιότητες που αξιολογούνται και επαναξιολογούνται.
Μόνο που έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος. Το σχολείο δεν εξασφαλίζει επαρκώς τη βαθιά γνώση, οι μαθητές εμφανίζουν αδυναμίες στην κατανόηση και στην εφαρμογή της, οι διεθνείς αξιολογήσεις καταγράφουν τις αδυναμίες αυτές και η απάντηση είναι περισσότερη «ευελιξία» και περισσότερες δεξιότητες. «Το σχολείο στην Ελλάδα είναι πολύ ακαδημαϊκό». Αυτό ειπώθηκε κατά την παρουσίαση των αποτελεσμάτων του διαγωνισμού από το υπουργείο Παιδείας. Ολα καλά μέχρι εδώ. Αλλά τι ακριβώς πρέπει να αλλάξει; Γιατί αν το βασικό επιθυμητό αποτέλεσμα είναι πώς εφαρμόζονται οι γνώσεις στην καθημερινότητα, τότε προκύπτει ένα ερώτημα: Χρειαζόμαστε λογοτεχνία, ποίηση, εν τέλει φαντασία; Προφανώς και η απάντηση στο αστικό σχολείο του 21ου αιώνα δεν είναι η επιστροφή στο σχολείο της παπαγαλίας.
* * *
Υπεράσπιση της γνώσης δεν σημαίνει υπεράσπιση της μηχανικής απομνημόνευσης. Σημαίνει ότι η γνώση πρέπει να οργανώνεται με τρόπο που να επιτρέπει στον μαθητή να κατανοεί τις ουσιαστικές σχέσεις, να σκέφτεται λογικά, να συνδέει τα επιμέρους με το σύνολο και να μπορεί να αξιοποιεί δημιουργικά όσα μαθαίνει.
Η πραγματική κριτική σκέψη δεν είναι μια γενική «δεξιότητα» που καλλιεργείται ανεξάρτητα από το αντικείμενο. Ενας άνθρωπος μπορεί να έχει μάθει να «αναζητά πληροφορίες», αλλά αν δεν διαθέτει τις απαραίτητες γνώσεις, δεν μπορεί να κρίνει την αξιοπιστία τους. Μπορεί να χρησιμοποιεί ψηφιακά εργαλεία, αλλά χωρίς επιστημονική συγκρότηση δεν μπορεί να κατανοήσει ουσιαστικά το αποτέλεσμα που αυτά παράγουν.
Αυτό γίνεται ακόμα πιο κρίσιμο στην εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης. Οσο μεγαλώνουν οι δυνατότητες της τεχνολογίας, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η ανάγκη για ανθρώπους με βαθιά γνώση και ανεπτυγμένη ικανότητα κρίσης. Η τεχνολογία μπορεί να επεξεργάζεται τεράστιους όγκους πληροφοριών, αλλά δεν καταργεί την ανάγκη του ανθρώπου να γνωρίζει, να συγκρίνει, να ελέγχει, να ερμηνεύει και να αποφασίζει.
* * *
Άρα η απάντηση στις σύγχρονες ανάγκες δεν μπορεί να είναι ένα σχολείο που περιορίζει τη γνώση σε αυτό που θεωρείται άμεσα «χρήσιμο» για την αγορά εργασίας. Χρειάζεται ένα σχολείο που να δίνει σε όλους τους μαθητές πρόσβαση στα επιτεύγματα της επιστήμης, του πολιτισμού και της ανθρώπινης σκέψης.
Από αυτήν την άποψη, η ουσιαστική απάντηση δεν βρίσκεται ούτε στην απλή προσαρμογή των αναλυτικών προγραμμάτων στους δείκτες της PISA, ούτε στην δήθεν πολλαπλότητα των σχολικών βιβλίων, που τελικά καταλήγουν στην άρνηση της δυνατότητας κατάκτησης της γνώσης και του αντικειμενικού χαρακτήρα της αλήθειας. Το ζητούμενο λοιπόν δεν είναι ούτε η επιστροφή στη στείρα απομνημόνευση, ούτε η εγκατάλειψη του μαθητή σε μια υποτιθέμενη «αυτοκατασκευή» της γνώσης.
* * *
Η ουσιαστική απάντηση βρίσκεται στη διεκδίκηση ενός σύγχρονου, ενιαίου δωδεκάχρονου σχολείου που θα παρέχει σε όλα τα παιδιά υψηλού επιπέδου γενική μόρφωση, ανεξάρτητα από την κοινωνική και οικονομική θέση της οικογένειάς τους.
Ενα τέτοιο σχολείο χρειάζεται ενιαίο βασικό μορφωτικό περιεχόμενο, σύγχρονα επιστημονικά βιβλία, ουσιαστική στήριξη των μαθητών, επαρκείς εκπαιδευτικούς και υποδομές. Χρειάζεται χρόνο για διδασκαλία, και όχι διαρκή μετατόπιση από τη μία «καινοτομία» στην άλλη.
Το πραγματικό ερώτημα είναι τι άνθρωπο θέλουμε να μορφώνει το σχολείο και για ποια κοινωνία. Αν η απάντηση είναι ένας εργαζόμενος διαρκώς διαθέσιμος να προσαρμόζεται στις μεταβαλλόμενες απαιτήσεις της αγοράς, τότε οι «δεξιότητες», η διαφοροποίηση, η εξατομίκευση και η συνεχής αξιολόγηση αποτελούν συνεπή επιλογή.
Αν όμως ζητούμενο είναι ένας άνθρωπος με επιστημονική γνώση, κριτική και δημιουργική σκέψη, ικανότητα να κατανοεί τον κόσμο και να παρεμβαίνει συνειδητά σε αυτόν, τότε χρειάζεται άλλος δρόμος. Και αυτός ο δρόμος περνά από ένα σχολείο που θα εξασφαλίζει σε όλα τα παιδιά το δικαίωμα στη γνώση, στη μόρφωση και στην ολόπλευρη ανάπτυξη.
Αυτό μπορεί να το κάνει μόνο το σχολείο μιας κοινωνίας που θα έχει ανάγκη την ολόπλευρη ανάπτυξη του ανθρώπου και τη σχεδιασμένη αξιοποίηση όλων των ικανοτήτων, ταλέντων και κλίσεων που διαθέτει για την ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών που συνεχώς αναπτύσσονται. Και αυτό μπορεί να το κάνει μόνο ο σοσιαλισμός.
Αναδημοσίευση από τον «Ριζοσπάστη» – 10/9/2026



