Του Γιώργου Νικολαΐδη και της Έφης Θάνου*
Τη Δευτέρα 7 Μαΐου 2025 παρουσιάστηκε η «Εθνική στρατηγική για την πρόληψη της βίας και την αντιμετώπιση της παραβατικότητας ανηλίκων 2025-2030» παρουσία του ίδιου του πρωθυπουργού και επτά υπουργών της κυβέρνησης. Επιχειρώντας κανείς να μελετήσει το περιεχόμενό της, δεν μπορεί αρχικά παρά να σχολιάσει την αναγραφή της κοινωφελούς εργασίας ως «κοινωνικής εργασίας», κάτι το οποίο έχει ξεσηκώσει πανεπιστημιακά τμήματα καθώς και το Σύνδεσμο Κοινωνικών Λειτουργών Ελλάδος που δικαίως επισημαίνουν ότι η κοινωνική εργασία δεν είναι τιμωρία αλλά επιστήμη και επαγγελματική ιδιότητα. Βέβαια, αν ήταν για τίποτα άλλο, για κανένα εξοπλιστικό πρόγραμμα ή για καμιά οικονομική πολιτική λιτότητας ή νεοφιλελεύθερης απελευθέρωσης της αγοράς, μάλλον θα υπήρχε η ενάργεια να βρεθεί η σωστή ορολογία και να μη γίνονται τέτοια «τεχνικά» λάθη – το πεδίο της κοινωνικής πολιτικής όμως μάλλον δεν αποτελεί προτεραιότητα…
Πέραν όμως αυτού, στο κείμενο των 138 σελίδων που δόθηκε στη δημοσιότητα περιλαμβάνονται 69 θεσμικά μέτρα τα οποία υποτίθεται πως πρόκειται να υλοποιηθούν μέσα στην επόμενη πενταετία – έτσι τουλάχιστον εξαγγέλλεται… Μόνο που ο αναγνώστης διαβάζοντάς τα διαπιστώνει πως από τα 69 αυτά μέτρα για την αντιμετώπιση του προβλήματος πάνω από το 40% είναι κατασταλτικού χαρακτήρα και μόλις το 20% θεραπευτικού-υποστηρικτικού χαρακτήρα (ότι και αν σημαίνει αυτό εντός του σημερινού εκμεταλλευτικού συστήματος), ενώ ένα 15% είναι μέτρα πρόληψης (με την έμφαση, φυσικά, να δίνεται στην ατομική και οικογενειακή ευθύνη ενώ οι κοινωνικές αιτίες μένουν πάλι στο απυρόβλητο). Αυτό φυσικά δεν αποτελεί έκπληξη από αυτή την κυβέρνηση που πρακτικώς, για κάθε κοινωνικό πρόβλημα, η προτεινόμενη «λύση» της προς την κοινωνία είναι η καταστολή, η αυστηροποίηση, η πειθάρχηση, η αστυνομοκρατία και βεβαίως η ατομική ευθύνη… Αυτή όμως η στάση όχι μόνο δεν μπορεί να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά κανένα κοινωνικό πρόβλημα, αλλά αντιθέτως οδηγεί επιπρόσθετα και στο στιγματισμό και στον αποκλεισμό των κοινωνικά ευάλωτων και στην επαναθυματοποίηση των κοινωνικά αποκλεισμένων οικογενειών και ανήλικων παιδιών.
Ήδη είχαν δοθεί ανάλογα δείγματα γραφής με την εφαρμογή της πλατφόρμας ανώνυμων καταγγελιών για το bullying του υπουργείου Παιδείας. Ένα μέτρο που, όσο έχει υλοποιηθεί μέχρι τώρα και όσο θα αναπτυχθεί περαιτέρω για την λειτουργία του στην πλήρη του μορφή σύμφωνα με τις κυβερνητικές εξαγγελίες, θα είναι εντελώς αναποτελεσματικό καθώς μέσα στην ανωνυμία των καταγγελιών «χάνονται» οι σοβαρές αναφορές θυματοποίησης παιδιών ανάμεσα στο «θόρυβο» των κακόβουλων που ανεξέλεγκτα θα περιλαμβάνονται σε αυτό τον δημόσιο ψηφιακό «μαυροπίνακα» διαπόμπευσης. Το μέτρο αυτό μένει μόνο στην (αδιάκριτη επί δικαίων και αδίκων) στοχοποίηση και καταστολή, την ίδια στιγμή που στα σχολεία μας δεν υπάρχει καμιά ουσιαστική προσπάθεια πρόληψης των φαινομένων της εκφοβιστικής σχολικής βίας ή της οποιασδήποτε άλλης μορφής βίας σε βάρος των παιδιών.
Αναφορικά τώρα με το αν η στρατηγική αυτή σηματοδοτεί καμιά πολιτική απόφαση έστω και στοιχειώδους οικονομικής στήριξης υπηρεσιών μέριμνας για τα παιδιά, αυτό δεν διαφαίνεται ιδιαίτερα, καθώς από τα 69 μέτρα τα μισά τουλάχιστον είναι εκπόνηση οδηγών και εργαλείων, εκπαιδεύσεις και καμπάνιες ευαισθητοποίησης: όχι πως όλα αυτά δεν είναι χρήσιμα, αλλά το κομμάτι της στρατηγικής που θα εμπεριείχε την εξαγγελία ανάπτυξης δομών και υπηρεσιών ψυχοκοινωνικής μέριμνας για τα πλέον ευάλωτα παιδιά είναι εξαιρετικά ισχνό στο σύνολο των μέτρων της στρατηγικής. Καμία, όμως, στρατηγική δεν μπορεί να είναι στ’ αλήθεια αποτελεσματική αν δεν συνοδεύεται από γενναία ενίσχυση των σήμερα υποστελεχωμένων και αποστερημένων από τους απαραίτητους πόρους υπηρεσιών για τα παιδιά και τις οικογένειές τους. Όσο δε για το τι αφορούν τα εμπεριεχόμενα μέτρα, με έκπληξη διαπιστώνει κανείς πως μόνο τα 9 από τα 69 αφορούν την προστασία του παιδιού θύματος ενώ τα 43 αφορούν τον ανήλικο παραβάτη, δηλαδή το παιδί δράστη (τα δε υπόλοιπα 17 μέτρα είναι αρκετά γενικά και αφορούν εν γένει τη γονεϊκότητα, την παροχή υπηρεσιών ψυχικής υγείας σε ανηλίκους κ.ο.κ.).
Πως να καταλάβουμε μια τέτοια μονομερή κατανομή αυτής της στρατηγικής; Και αν είναι στ’ αλήθεια μια στρατηγική βασικά ή και αποκλειστικά για την ανήλικη παραβατικότητα, τότε γιατί επιλέχτηκε να παρουσιάζεται ως κείμενο που εμπεριέχει και πολιτικές καταπολέμησης της βίας κατά των παιδιών; Ή, μήπως, εδώ αποκαλύπτεται η προγραμματική προκατάληψη της στρατηγικής, η οποία κατά βάση βλέπει το παιδί σαν δράστη, σαν παραβάτη, σαν απειλή και κίνδυνο για την κοινωνία και όχι σαν άνθρωπο που χρειάζεται προστασία και κοινωνική φροντίδα…. Ο μόνος λόγος, πάντως, για τον οποίο μπορεί κανείς να σκεφτεί πως γίνεται αυτή η ταύτιση της παραβατικότητας με την προστασία των παιδιών από τη θυματοποίηση μπορεί να είναι πως μάλλον για την στρατηγική αυτή υπάρχει η υπόρρητη παραδοχή ότι τα παιδιά απειλούνται να θυματοποιηθούν κατά βάση από άλλα παιδιά. Αυτό θα μπορούσε να δικαιολογήσει γιατί μια δέσμη μέτρων για το παιδί δράστη παρουσιάζεται σαν να αφορά την προστασία του παιδιού από τη βία: αν το παιδί βασικά απειλείται από άλλο παιδί, τότε λογικά αν μειωθεί η βία από τα παιδιά μειώνεται και η βία προς τα παιδιά.
Κάτι τέτοιο δεν ευσταθεί. Το 80-90% της θυματοποίησης των παιδιών οφείλεται σε ενήλικες και δη σε ενήλικες που είναι γονείς, οικείοι, φροντιστές ή επαγγελματίες του κύκλου εμπιστοσύνης του παιδιού. Αυτό δεν έχει αποδειχθεί μόνο στην Ελλάδα αλλά και διεθνώς. Είναι κοινός τόπος κάθε έκθεσης ή οδηγίας διακρατικών οργανισμών όπως ο ΟΗΕ, η UNICEF, κ.λπ. για το θέμα της προστασίας των παιδιών.
Επειδή όμως το οικοδόμημα στηρίζεται μάλλον σε αυτή την εσφαλμένη παραδοχή, αυτό έχει αναπόδραστες συνέπειες στα μέτρα που περιλαμβάνει. Παράδειγμα, η πολιτική του Kids Wallet, η οποία από τους ίδιους τους συντάκτες της στρατηγικής βαφτίζεται «εμβληματική». Πρόκειται για ένα λογισμικό ελέγχου που ένας γονιός θα μπορεί πλέον να βάζει στο κινητό του παιδιού του. Πέρα όμως από τις επικοινωνιακές αρετές που ίσως κάνουν δημοφιλές ένα τέτοιο μέτρο στο πλέον συντηρητικό τμήμα του εθνικού ακροατηρίου, αξίζει τον κόπο να αναρωτηθεί κανείς πώς αναμένεται να λειτουργήσει στην πράξη. Γιατί καλά στα μικρότερης ηλικίας παιδιά – εκεί άλλωστε αρκετοί ειδικοί επιστήμονες συνιστούν την κατά το δυνατόν καθυστέρηση της χορήγησης κινητού ούτως ή άλλως. Αλλά στα παιδιά της προεφηβείας ή της εφηβείας; Πιστεύουμε ότι τα παιδιά αυτά θα δεχθούν να μπορεί ανά πάσα στιγμή ο γονιός τους να ελέγχει τη χρήση που κάνουν στα κινητά τους; Ή μήπως στην πράξη, στους ομηρικούς καυγάδες που θα ξεσπούν για αυτό το θέμα σε κάθε σπίτι με το που το παιδί μπαίνει στην εφηβεία, όλοι υποψιαζόμαστε ποιος θα κερδίσει εν τέλει;
Έτσι μάλιστα όπως αναφέρεται στο κείμενο της στρατηγικής δίνει εύλογα τη λαβή για ανησυχίες ότι μπορεί να αποτελέσει στην πράξη εργαλείο ελέγχου των παιδιών και των εφήβων το οποίο ενδεχομένως ακόμα και να αξιοποιηθεί κακόβουλα από κακοποιητικούς γονείς – αφού όπως αναφέρεται με αυτό ο γονέας/οι γονείς «θα έχει/ουν τη δυνατότητα να θέτει/ουν σκόπιμους περιορισμούς (ως προς το χρόνο πρόσβασης κ.λπ.) και να ενημερώνεται/ονται για τυχόν άστοχη/κακή χρήση και κατάχρηση». Μεταγενέστερα βέβαια διευκρινίστηκε πως η εφαρμογή αυτή δεν θα ελέγχει το περιεχόμενο της πλοήγησης των παιδιών και των εφήβων, αλλά θα λειτουργεί μόνο ως χρονοδιακόπτης για τη χρήση του κινητού. Μένει φυσικά να φανεί στην πράξη τι θα είναι και τι θα κάνει μια τέτοια εφαρμογή. Όσο περισσότερο όμως θα μοιάζει με το χρονοδιακόπτη της πλοήγησης στο διαδίκτυο τόσο θα καταντά απλώς το κουμπί που κλείνει το κινητό (και αν κανείς πιστεύει πως με έναν ψηφιακό εξ αποστάσεως χρονοδιακόπτη θα λύσει τον καθημερινό καυγά «κλείσε, παιδί μου, επιτέλους το κινητό και κοιμήσου» μάλλον μοιράζει φρούδες ελπίδες χωρίς κανένα αντίκρισμα…). Στο βαθμό όμως που θα υπεισέρχεται σε έλεγχο του περιεχομένου των διαδικτυακών πλοηγήσεων του εφήβου από το γονέα του θα εγκυμονεί κινδύνους κακόβουλης χρησιμοποίησής του από κακοποιητικούς γονείς. Ταυτόχρονα, για τους μη κακοποιητικούς γονείς τέτοιες εφαρμογές μέλλουν να αποδειχθούν «δώρον-άδωρον» αφού δεν θα τους λύσουν κανένα πρόβλημα στην πράξη.
Σε τέτοιες αντιφάσεις οδηγεί δυστυχώς η εσφαλμένη ανάγνωση του προβλήματος, η πεποίθηση ότι τα παιδιά βασικά απειλούνται, θυματοποιούνται από τα άλλα παιδιά, ενώ οι γονείς τους είναι πάντα με το μέρος τους. Μόνο που μια τέτοια αφήγηση είναι προδήλως εσφαλμένη πραγματολογικά και υποβάλλεται από την προκατάληψη του τρέχοντος συστημικού αφηγήματος (το οποίο επαναλαμβάνεται τα τελευταία χρόνια από όλους τους επικοινωνιακούς πομπούς του κατεστημένου) πως οι έφηβοι και οι νέοι αποτελούν απειλή για την κοινωνία μας!
Αυτή η προκατειλημμένη ανάγνωση της πραγματικότητας και η διαστρεβλωμένη εικόνα για τη φύση των προβλημάτων μπορεί να αναγνωριστεί και σε άλλα σημεία και μέτρα τής εν λόγω στρατηγικής. Για παράδειγμα, ενώ στο εισαγωγικό της μέρος η ίδια η στρατηγική αναγνωρίζει ότι στη χώρα μας δεν υφίσταται αύξηση των κρουσμάτων παραβατικότητας ανηλίκων, τουλάχιστον με βάση τα επίσημα στατιστικά ή άλλα διαθέσιμα ερευνητικά στοιχεία, και ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται πολύ χαμηλά στις αντίστοιχες κατατάξεις ανάμεσα στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, στη συνέχεια προτείνει ένα εκτενές κατασταλτικό πλαίσιο για την αντιμετώπιση της παραβατικτότητας– η οποία αναγνωρίζεται πως δεν είναι σε αύξηση. Πώς να το καταλάβει αυτό κανείς;
Ακόμα και αν κανείς αποδεχθεί πως, παρά τα μειωμένα σε ποσότητα κρούσματα βίας από ανήλικους, τα περιστατικά πλέον μπορεί να είναι πιο εντυπωσιακά ως προς τη σκληρότητά τους, και πάλι η δεσπόζουσα κατεύθυνση της Στρατηγικής εμφανίζεται ανερμήνευτη: γιατί να συζητά κανείς μια σειρά κατασταλτικού χαρακτήρα μέτρα για ένα φαινόμενο που δεν φαίνεται να βρίσκεται σε ιδιαίτερη έξαρση;
Αν βέβαια είχε επιχειρηθεί μια επιστημονική ερμηνεία των φαινομένων, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι έχουμε μεν λιγότερα σε αριθμό κρούσματα πλην όμως πιο σκληρά, γιατί ενόσω η μεγάλη πλειονότητα των παιδιών αφίσταται των βίαιων πρακτικών (ίσως και περισσότερο από παλαιότερα) έχει δημιουργηθεί μια μικρή ομάδα περιθωριοποιημένων ανηλίκων το χάσμα των οποίων με το υπόλοιπο κοινωνικό σύνολο μεγαλώνει. Το προφίλ των ανηλίκων που απαρτίζουν την μικρή αυτή ομάδα παιδιών που καταφεύγουν σε εξαιρετικά ανάλγητες βίαιες ενέργειες έχει αλλάξει: είναι πλέον μια ομάδα με ετερογενή χαρακτηριστικά και προέρχεται όχι μόνο από οικογένειες κοινωνικά περιθωριοποιημένες αλλά και από εύπορες οικογένειες. Κοινός τόπος, όμως, σε αυτό το ετερόκλητο σύνολο παιδιών είναι πως συχνά οι ανήλικοι αυτοί έχουν πειστεί να βλέπουν το μέλλον τους «εκτός κοινωνίας» και ως εκ τούτου δεν διστάζουν να επιδεικνύουν μια αναλγησία που δεν συναντούσαμε παλαιότερα.
Μια τέτοια απλή ερμηνεία που ταιριάζει περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη με τα διαθέσιμα στοιχεία παραγνωρίζεται παντελώς. Γιατί, αν αναγνωριζόταν ως πιθανή να αναπαριστά τις πραγματικές διαστάσεις του προβλήματος στη χώρα μας, τότε αντί για καταστολή και απομόνωση των ανηλίκων που ασκούν βία θα έπρεπε κανείς να εισηγείται μέτρα μεγαλύτερης συμπερίληψης και κοινωνικής ενσωμάτωσης των παιδιών που «φλερτάρουν» με τη βία και την παραβατικότητα. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο πώς να καταλάβει κανείς το προτεινόμενο μέτρο της δημιουργίας «τεχνικών γυμνασίων»; Ένα μέτρο με το οποίο, αντί να προβλέπονται τρόποι γεφύρωσης του χάσματος ανάμεσα στη μικρή ομάδα περιθωριοποιημένων εφήβων και τη λοιπή κοινότητα των συνομηλίκων τους, εντείνεται ο διαχωρισμός, η απομόνωση και η περιθωριοποίησή τους… Ένα μέτρο με βάση το οποίο οι έφηβοι αυτοί εν τέλει στοιβάζονται σε ένα γκέτο η μόνη πιθανή κατάληξη του οποίου είναι να προετοιμάζει ενήλικες που σε μια δεκαετία θα στελεχώσουν το εγχώριο ποινικό έγκλημα! Και όταν αυτού του είδους τα μέτρα θα αυξήσουν αντί να μειώσουν τη βία από τους εφήβους και τους νέους, τότε τι θα κάνουμε; Θα εισηγηθούμε ακόμα μεγαλύτερο κοινωνικό ρατσισμό και θεσμούς «απαρτχάιντ» για τους πιο δύσκολους και δυσκολεμένους έφηβους;
Αντιλαμβάνεται κανείς ότι το ίδιο το σχολείο αρχίζει και αποκτά έναν καινούργιο ρόλο, εκείνον του «κοινωνικού αναμορφωτηρίου», κάτι που το απομακρύνει από τον μορφωτικό και παιδαγωγικό του ρόλο. Το σχολείο πλέον θα αναπαράγει το στίγμα του νέου παραβάτη: τα σχολεία γκέτο θα απευθύνονται σε «παραβατικούς» ανήλικους ηλικίας 13-15 ετών, οι οποίοι εκτός από περιθωριοποιημένοι θα καταλήξουν και κοινωνικά αποκλεισμένοι.
Μια τέτοια αναδιάταξη της εκπαιδευτικής διαδικασίας δημιουργεί εύλογα φόβους πως μέσα από τέτοια μέτρα βαδίζουμε προς μια κατεύθυνση γενικότερης αυταρχικοποίησης του σχολείου. Μια κατεύθυνση όπου για κάθε παρέκκλιση, για κάθε ανομοιομορφία, για κάθε σκίρτημα της εφηβικής αγανάκτησης θα επιβάλουμε δρακόντειες ποινές δήθεν ως μέσο αντιμετώπισης της βίας και της παραβατικότητας των ανηλίκων, ενώ στ’ αλήθεια η στόχευση θα είναι να τιμωρείται παραδειγματικά οποιοσδήποτε «…δεν συνεμορφώθη προς τας υποδείξεις».
Σε κάποιο άλλο σημείο της στρατηγικής εξαγγέλλονται νέοι ξενώνες, στεγαστικές δομές που το κείμενο δεν διασαφηνίζει αν θα αφορούν ανήλικους παραβάτες ή ανήλικα θύματα. Αυτή άλλωστε η ασάφεια διακατέχει το κείμενο σε πολλά του σημεία (αν πάντως αυτό τελικώς διασαφηνιστεί στην πράξη ως μεταχείριση και των παιδιών θυμάτων όπως και των παιδιών δραστών τότε αλλοίμονό μας…).
Ωστόσο το γραφείο της UNICEF για την Ευρώπη και την Ασία έχει θέσει στόχο έως το 2030 (συμπωματικά το έτος μέχρι το οποίο θα ισχύει η στρατηγική αυτή) να έχουν κλείσει όλα τα ιδρύματα, όλες οι στεγαστικές δομές για παιδιά και έφηβους (τουλάχιστον για παιδιά τυπικής ανάπτυξης σε πρώτη φάση, με εξίσου φιλόδοξους στόχους και για τα παιδιά με αναπηρία). Ο στόχος βεβαίως δεν είναι τα παιδιά που έχουν ανάγκη φιλοξενία να βρεθούν στο δρόμο όπως στην αποϊδρυματοποίηση «αλά Ρόναλντ Ρέιγκαν» στις ΗΠΑ την δεκαετία του ’80 όπου οι τρόφιμοι των απαρχαιωμένων ασύλων πετάχτηκαν εν μια νυκτί στο δρόμο με αποτέλεσμα πολλοί από αυτούς να βρουν τραγικό θάνατο. Αντιθέτως, στόχος είναι οι απαρχαιωμένες, εγγενώς κακοποιητικές για τα παιδιά ιδρυματικές δομές να αντικατασταθούν από κοινοτικές υπηρεσίες στήριξης των παιδιών ώστε να μπορούν με την κατάλληλη υποστήριξη να παραμείνουν στην κοινότητα με στήριξη, θεραπεία και επίβλεψη στις οικογένειές τους. ‘Η, αν πρέπει οπωσδήποτε για την ασφάλειά τους να απομακρυνθούν από τις οικογένειές τους, τότε να τοποθετηθούν προσωρινά σε εναλλακτική φροντίδα οικογενειακής μορφής. Και αυτό δεν γίνεται τυχαία: σύμφωνα με τις διεθνείς στατιστικές της UNICEF, ένα παιδί που θα τοποθετηθεί σε οποιοδήποτε ίδρυμα έχει 85% πιθανότητες να ξανακακοποιηθεί σωματικά μόνο από τα άλλα παιδιά με τα οποία συμβιεί και 25-30% πιθανότητες να κακοποιηθεί σεξουαλικά από τους συνομήλικους και συγκατοίκους του. Στο φόντο αυτών των εξελίξεων διεθνώς, αν στη χώρα μας στον 21ο αιώνα βάζουμε στόχο την ανάπτυξη και νέων ιδρυμάτων, τότε πρόκειται για μια σαφή οπισθοδρόμηση του συστήματος υπηρεσιών για την προστασία του παιδιού.
Αντιθέτως, πουθενά δεν αναγνωρίζει κανείς στο κείμενο της στρατηγικής την αναγκαιότητα για την ανάπτυξη της αναδοχής, μιας αναδοχής που να είναι όμως όπως θα έπρεπε να λειτουργεί. Ο θεσμός αυτός, μολονότι νομοθετικά μετράει πλέον στην χώρα μας πάνω από 30 χρόνια ζωής, έτσι όπως λειτούργησε στα χρόνια αυτά – δηλαδή «αλτρουιστικά», με αρχικώς καθόλου ή τα τελευταία χρόνο πενιχρή αποζημίωση, χωρίς ουσιαστικά καμία συντεταγμένη υπηρεσία να στηρίζει και εποπτεύει τους αναδόχους γονείς- έχει οδηγήσει τον θεσμό σε αχρηστία. Η πλειονότητα των αναδοχών στην χώρα μας δεν είναι παρά συγκεκαλυμμένες υιοθεσίες ενώ αυθεντικές αναδοχές είναι εξαιρετικά σπάνιες. Σήμερα, είναι, λοιπόν, περισσότερο από ποτέ άλλοτε επίκαιρη, η ανάπτυξη όλων εκείνων των μηχανισμών και υπηρεσιών που θα καθιστούσαν την αναδοχή την ουσιαστική σύγχρονη εναλλακτική στις ιδρυματικές τοποθετήσεις παιδιών – μόνο που για αυτό η στρατηγική δεν βρίσκει ούτε μια κουβέντα να πει. Γιατί η ανάπτυξη τέτοιων υπηρεσιών και πόρους απαιτεί αλλά και συγκρούσεις με κατεστημένα συμφέροντα που λυμαίνονται τον χώρο της παιδικής προστασίας για δεκαετίες. Και η κυβέρνηση αυτή φαίνεται πως ούτε θέλει ούτε μπορεί να δώσει ούτε το ένα ούτε το άλλο.
Πέραν όμως τούτων, κάνει εντύπωση το γεγονός ότι ανάμεσα σε αυτές τις εξαγγελίες των 138 σελίδων υπάρχουν μεγάλα τμήματα της θυματοποίησης των παιδιών με τα οποία η στρατηγική δεν καταπιάνεται καθόλου.
Παράδειγμα η –απολύτως ισοδύναμη με την κακοποίηση– παραμέληση των παιδιών, στην οποία δεν αφιερώνεται ούτε ένα μέτρο από τα εξαγγελλόμενα. Επίσης, το κείμενο της στρατηγικής δεν καταπιάνεται με κρίσιμα ζητήματα όπως η σχολική διαρροή που παρά τις όποιες κατά καιρούς κυβερνητικές εξαγγελίες συνεχίζει απρόσκοπτη και σίγουρα δεν αντιμετωπίζεται με ποινικές διώξεις και διοικητικά μέτρα αλλά απαιτεί συστηματική στήριξη των πιο περιθωριοποιημένων οικογενειών με παιδιά. Ούτε καταπιάνεται με την φτώχια και το απαράδεκτο για τον 21ο αιώνα ποσοστό παιδιών που ζουν κάτω από το όριο της φτώχιας στην χώρα μας. Κι ακόμα, η ενδοοικογενειακή βία που επηρεάζει και τα παιδιά, περνιέται στα γρήγορα με μόνη την υπόσχεση κάποιων δράσεων ευαισθητοποίησης. Το αυτό συμβαίνει και με τον κοινωνικό αποκλεισμό μέρους των παιδιών και των οικογενειών τους, όπως και κάθε συνθήκη κοινωνικής ευαλωτότητας και περιθωριοποίησης όπως επίσης και τη βία εκείνη των σύγχρονων κοινωνιών που δεν ήρθε θεόσταλτη και δεν είναι σε καμία περίπτωση αποκομμένη από το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα.
Γιατί βία είναι ο πόλεμος, η πείνα, η εξαθλίωση, ο υποσιτισμός, η σήψη του καπιταλιστικού συστήματος. Βία είναι όταν περισσότερα από 10.000 κορίτσια απουσιάζουν έως και μια εβδομάδα κάθε μήνα από το σχολείο τους, επειδή οι οικογένειές τους δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να καλύψουν το κόστος των προϊόντων περιόδου. Βία είναι να μην αθλούνται εκατοντάδες παιδιά, καθώς οι γονείς δεν μπορούν να τα εγγράψουν σε κάποια δραστηριότητα, βία είναι παιδιά να μην έχουν πάει ποτέ διακοπές με τους γονείς τους, να εργάζονται από την ηλικία των 16 και 17 ετών σεζόν. Βία είναι να εργάζονται οι γονείς μέχρι το βράδυ για να τα «φέρουν βόλτα», βία είναι η εργοδοτική τρομοκρατία απέναντι στους εργαζόμενους γονείς, το άγχος, η ψυχική εξουθένωση, τα αδιέξοδα και η οργή. Βία είναι οι εξετάσεις για τα πρότυπα σχολεία και για τις πανελλήνιες εξετάσεις, βία είναι να πέφτουν οι σοβάδες στα κεφάλια των μαθητών, να μην υπάρχει επαρκές εκπαιδευτικό και λοιπό προσωπικό στις σχολικές αίθουσες. Βία είναι η ατομική ευθύνη, ο ανταγωνισμός, το εχθρικό πλαίσιο που μεγαλώνει κάθε παιδί εκεί έξω. να μην υπάρχουν σχολικοί νοσηλευτές. Βία είναι να μην υπάρχει ψυχοκοινωνική υπηρεσία στελεχωμένη σε κάθε σχολείο, βία είναι οι σχολικοί ψυχολόγοι και κοινωνικοί λειτουργοί να διορίζονται ως συμβασιούχοι για την μισή σχολική χρονιά έχοντας πέντε σχολεία ο καθένας στην ευθύνη τους καθιστώντας έτσι αδύνατη την οικοδόμηση της οποιασδήποτε σχέσης με τα παιδιά και τις οικογένειές τους. Βία είναι το απαξιωμένο και υποστελεχωμένο σύστημα κοινωνικής φροντίδας, βία είναι να υπάρχουν ακόμα δήμοι στην χώρα μας χωρίς ούτε έναν κοινωνικό λειτουργό, βία είναι για τους περισσότερους δήμους να είναι οι κοινωνικοί λειτουργοί τόσο λίγοι που να αδυνατούν αντικειμενικά να εκτελέσουν τα καθήκοντα που τους αναλογούν. Βία είναι η υποστελέχωση στις Υπηρεσίες Επιμελητών Ανηλίκων και στα Ιατροπαιδαγωγικά Κέντρα. Βία είναι οι ίδιες οι σχέσεις όπως διαμορφώθηκαν ανάμεσα στα παιδιά από την περίοδο της πανδημίας. Βία είναι η εμπορευματοποίηση των πάντων, ακόμα και των ίδιων των ανθρώπινων σχέσεων και του ανθρώπινου σώματος. Βία είναι η απαξίωση μιας ολόκληρης γενιάς, της οποίας της λένε με κάθε τρόπο ότι δεν έχει μέλλον και την οποία ταυτοχρόνως επιχειρούν να «δέσουν στα στενά και στους κανόνες» μην τυχόν και διεκδικήσει το δικαίωμά της στη ζωή.
Ανισότητα, βία, κρατική εξουσία, υποβάθμιση, γκετοποίηση, ταξικές διαφορές και διακρίσεις, φτώχεια, περιθωριοποίηση και κοινωνικός αποκλεισμός: όλα αυτά που συναπαρτίζουν την καθημερινή βία για τα πλέον ευάλωτα παιδιά και τις οικογένειές τους μένουν στο απυρόβλητο. Όταν όμως όλα αυτά μένουν χωρίς αντιμετώπιση, πώς περιμένει κανείς τα παιδιά να μη γίνονται και θύματα και δράστες βίας, παγιδευμένα σε έναν αέναο φαύλο κύκλο; Γιατί πρέπει να αντιληφθεί κανείς ότι οι ρίζες του φαινομένου της βίας δεν βρίσκονται κυρίως ή αποκλειστικά στο σχολείο αλλά έξω από αυτό, στα σοβούντα σύγχρονα κοινωνικά προβλήματα. Άλλωστε η Βία υπάρχει εγγενώς στη βάση του συστήματος αφού ένα εκμεταλλευτικό σύστημα που στηρίζεται στον εξαναγκασμό και στην επιβολή δεν μπορεί παρά να αναπαράγει την βία σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής ζωής με ανοιχτές ή συγκεκαλυμμένες μορφές.
Οι πολιτικές επιλογές δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιούν βία απέναντι στη βία ούτε να ψάχνει για εξιλαστήρια θύματα καθρεφτίζοντας σε αυτά τις δικές της παθογένειες. Ούτε μπορεί να τα φορτώνει όλα στην ατομική ευθύνη, να τα περιμένει όλα από την οικογένεια –και μάλιστα τις πλέον δυσκολεμένες και περιθωριοποιημένες οικογένειες– χωρίς να παρέχει καμιά βοήθεια και υποστήριξη. Δεν μπορεί η πολιτεία να κουνάει το δάχτυλο σε μια οικογένεια που ασφυκτιά σήμερα μεταξύ σφύρας και άκμονος έχοντας να τα βγάλει πέρα με τόσες οικονομικές, κοινωνικές, διαπροσωπικές και συλλογικές προκλήσεις χωρίς να τη στηρίζει ουσιαστικά, χωρίς να κάνει επί της ουσίας τίποτα για να ελαφρύνει το βάρος που η οικογένεια επωμίζεται, χωρίς να αντιμετωπίζει ούτε κατ’ ελάχιστο το κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο παιδιά και έφηβοι αναπτύσσονται και διαμορφώνουν συνειδήσεις και το οποίο παράγει και αναπαράγει ανάμεσα στα άλλα και βίαιες συμπεριφορές. Ούτε μπορεί να στοχοποιεί τις πλέον ευάλωτες οικογένειες τη στιγμή που δεν τις έχει βοηθήσει καθόλου να μάθουν πώς να στηρίζουν τα παιδιά τους ώστε να μη βρεθούν κι αυτά στον αποκλεισμό και την περιθωριοποίηση.
Σε τελική ανάλυση, για τη βία από και προς τα παιδιά είναι το ίδιο το σύστημα που είναι εγκληματικά υπεύθυνο. Και η μόνη απάντηση σε αυτό είναι αφενός μέτρα που θα ενισχύουν και θα ολοκληρώνουν την παιδική και εφηβική προσωπικότητα σε μια κατεύθυνση ανεξαρτητοποίησης και αφετέρου ο συλλογικός αγώνας για την ανατροπή και τη συντριβή αυτού του εκμεταλλευτικού συστήματος, αγώνας που συμπεριλαμβάνει και τη μαθητιώσα νεολαία. Γιατί ίσως το καλύτερο αντίδοτο για τη διαπροσωπική βία από τα παιδιά είναι να μάθουν να διεκδικούν συλλογικά τα δίκαιά τους συντρίβοντας τον πραγματικό τους αντίπαλο και κατακτώντας τα αυτονόητα δικαιώματά τους.
Άλλωστε σε αυτό τον κόσμο τίποτα δεν χαρίζεται όλα κατακτιόνται! Δεδομένου τούτου, αντιλαμβάνεται κανείς ότι στο ερώτημα που αναπόδραστα εγείρεται διαχρονικά για το αν θα υπάρξει κάποτε κάποια πολιτική ηγεσία που θα αναλάβει το κόστος της συγκρότησης ενός απαραίτητου όσο ποτέ άλλοτε βραχίονα της δημόσιας διοίκησης, της κοινωνικής πρόνοιας, μία είναι η απάντηση απέναντι σε εκείνο το σύστημα που βάζει «νερό στον μύλο» της αντικοινωνικής και παραβατικής συμπεριφοράς. Όπως επίσης μία είναι η απάντηση στο ερώτημα αν θα αποκτήσουμε μια πολιτική που να αντιμετωπίζει τη βία απέναντι στα παιδιά αποτελεσματικά και στις ρίζες των προβλημάτων, υποπερίπτωση της οποίας θα είναι και μέτρα που να επανεντάσσουν τα όποια παραβατικά παιδιά στον κοινωνικό ιστό– και όχι το αντίστροφο, δηλαδή μια κατασταλτική στρατηγική για την πειθάρχηση των παιδιών που θα διατείνεται πως τάχα τα προστατεύει. Η απάντηση δεν μπορεί παρά να επενδύει στην κοινωνική αλληλεγγύη και στην ενίσχυση των δεσμών συλλογικότητας μεταξύ των παιδιών.
Μια άλλη πολιτική είναι πολιτικά εφικτή και κοινωνικά αναγκαία για τα μεγάλα κοινωνικά προβλήματα της πλατιάς πλειοψηφίας των λαϊκών στρωμάτων. Παραφράζοντας τον Αντόνιο Γκράμσι, ο παλιός κόσμος μαζί με τις ηγεσίες του θα έχει πεθάνει και ο νέος θα πασχίζει πάντα να γεννηθεί ξανά.
*Ο Γιώργος Νικολαΐδης είναι Ψυχίατρος, MD, MA, MSc, PhD, Διευθυντής Διεύθυνσης Ψυχικής Υγείας και Κοινωνικής Πρόνοιας του Ινστιτούτου Υγείας του Παιδιού
*Η Έφη Θάνου είναι Κοινωνική Λειτουργός, MSc, εργαζόμενη στον ΕΟΠΑΕ, μέλος του ΔΣ του Συνδέσμου Κοινωνικών Λειτουργών Ελλάδος και Αντιπρόεδρος του Περιφερειακού Τμήματος Αττικής του Συνδέσμου Κοινωνικών Λειτουργών Ελλάδος(ΣΚΛΕ)



