Ο τρόπος με τον οποίο οξύνονται οι αντιδράσεις της Τουρκίας στα εξοπλιστικά προγράμματα που προτάσσει η ελληνική κυβέρνηση – με τη στήριξη όλων των κομμάτων της βολικής αντιπολίτευσης – φωτίζει το συνολικότερο πλαίσιο μέσα στο οποίο επηρεάζονται οι εξελίξεις στα Ελληνοτουρκικά. Είναι ενδεικτικό ότι ανεβάζοντας τους τόνους για την «Ασπίδα του Αχιλλέα» η Άγκυρα εξέφρασε ανοιχτά την ανησυχία της για την «επέκταση της εμβέλειας του Ισραήλ στο Αιγαίο», επειδή η εγκατάσταση του συστήματος «παρέχει δυνατότητες συλλογής δεδομένων στο Ισραήλ» σε μια περίοδο που ο ανταγωνισμός Τουρκίας – Ισραήλ για τη γεωπολιτική τους αναβάθμιση δυναμώνει ολόπλευρα.
Την ίδια ώρα η «Ασπίδα», που θα κοστίσει 3 δισ. ευρώ στον ελληνικό λαό, δεν έχει καμία σχέση με την άμυνα της Ελλάδας, αντίθετα είναι ένα εξοπλιστικό πρόγραμμα που εξυπηρετεί και «κουμπώνει» με τους ευρύτερους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς των ΗΠΑ και ΝΑΤΟ στην περιοχή, στον ανταγωνισμό πρωτίστως με τη Ρωσία.
Τις τελευταίες μέρες πυκνώνουν τουρκικές αναλύσεις που επικρίνουν τη συνεργασία Ελλάδας – Ισραήλ, επειδή με την «Ασπίδα» αναβαθμίζεται η ικανότητα ανίχνευσης και αναχαίτισης των τουρκικών εναέριων κινήσεων όχι απλά πάνω από το Αιγαίο, αλλά ευρύτερα την Ανατολική Μεσόγειο και τη Μαύρη Θάλασσα.
Ποιοι θα εδραιωθούν ως κυρίαρχοι στην περιοχή;
«Οι εντάσεις που “ανανεώνονται” στο Αιγαίο αντανακλούν τον ευρύτερο περιφερειακό “αποκλεισμό” της Τουρκίας», υποστήριζε πρόσφατα στην αγγλόφωνη έκδοση του «Βήματος» ο Σινάν Τζιντί, διευθυντής της τουρκικής πτέρυγας του αμερικανικού «Ιδρύματος για την Υπεράσπιση των Δημοκρατιών» και αναπληρωτής καθηγητής Σπουδών Εθνικής Ασφάλειας στο αμερικανικό Πανεπιστήμιο Πεζοναυτών, τονίζοντας ότι οι κινήσεις της Τουρκίας σε μέτωπα όπου κλιμακώνεται και η επιθετικότητά της απέναντι σε Ελλάδα και Κύπρο αφορούν την προσπάθεια να υπερασπιστεί ευρύτερα τη θέση της στην περιφέρεια: Η προκλητικότητά της σε Κυπριακό και Ελληνοτουρκικά αποτελεί «μέρος μιας ευρύτερης τάσης της Τουρκίας για τολμηρή δράση», η δε εδραίωση ευρείας συνεργασίας με το καθεστώς Αλ Σαράα στη Συρία αύξηση «της ικανότητας να υπονομεύει το Ισραήλ, αλλά και εδραίωσή της ως κύριας και κυρίαρχης δύναμης στην περιοχή».
Δεν είναι τυχαίο ότι η Αγκυρα εδώ και καιρό εξετάζει τη μόνιμη ανάπτυξη στρατευμάτων της στη Συρία – καταρχάς στη βάση Αμπού Αλ-Ντουχούρ στην επαρχία Ιντλίμπ, την οποία το Ισραήλ έπληξε στρατιωτικά τον Αύγουστο. Τούρκοι στρατιωτικοί εμπειρογνώμονες έχουν επισκεφτεί (σε συνεννόηση με τις νέες συριακές αρχές) και τη βάση στην επαρχία της Παλμύρας (κεντρική Συρία), για πιθανή εγκατάσταση συστήματος αεράμυνας Hisar, μαζί με ευρύτερη ανακαίνιση των υποδομών, ώστε προοπτικά να φιλοξενήσουν ακόμα και συστήματα επιτήρησης, καθώς επίσης οπλισμένα drones, μεταξύ τους και drones με εκτεταμένες δυνατότητες κρούσης. Να σημειωθεί ότι και αυτή η βάση είχε γίνει στόχος ισραηλινού στρατιωτικού πλήγματος, πέρυσι τον Απρίλη.
Το Ισραήλ και ο «Διάδρομος της Λιβύης»
Την ίδια στιγμή, χαρακτηριστική είναι η συζήτηση στον ισραηλινό Τύπο για τη σημασία τα κρατικά επιτελεία – συμπεριλαμβανομένων των στρατιωτικών – να παρακολουθούν στενά τις κινήσεις της Τουρκίας, συνολικά στην Ανατολική Μεσόγειο αλλά και ειδικά συμμαχίες στις οποίες επενδύει πολύμορφα για τη γενικότερη «καταξίωσή» της στη γειτονιά, όπως η συνεργασία της με τη Λιβύη (όπου, σημειωτέον, η Άγκυρα διεκδικεί εδώ και καιρό και ρόλο «γεφυροποιού» των δύο – αντιμαχόμενων για χρόνια – πλευρών, σε ανατολικά και δυτικά).
Η ίδια η Διεύθυνση Πληροφοριών των ισραηλινών Ενόπλων Δυνάμεων (IDF) «άρχισε να επικεντρώνεται στον “Διάδρομο της Λιβύης” και στην αυξανόμενη στρατιωτική και διπλωματική επιρροή της Τουρκίας στην περιοχή», μετέδιδε προχτές η «Jerusalem Post», μνημονεύοντας το τουρκολιβυκό μνημόνιο του 2019, για το οποίο παρατηρούσε ότι «χωρίζει τη Μεσόγειο στα δύο» και εξασφαλίζει στην Τουρκία παρουσία «στα λιμάνια, στον αέρα και στους ενεργειακούς πόρους στο έδαφος της Λιβύης». Ετσι της επιτρέπει «να δημιουργήσει στρατιωτικές υποδομές στην περιοχή και να διαταράξει τη στρατιωτική και πολιτική δραστηριότητα, συμπεριλαμβανομένης της πολιτικής ναυτιλίας, πολύ πέρα από τα διεθνώς αναγνωρισμένα σύνορά της».
Θυμίζοντας ότι το 98% των εισαγωγών φτάνουν στο Ισραήλ μέσω θάλασσας, αλλά και ότι η Τουρκία δεν καλοβλέπει τις ενεργειακές συμφωνίες του Ισραήλ με Ελλάδα και Κύπρο (East Med Pipeline, Great Sea Interconnector), το Ισραήλ προετοιμάζει τις επόμενες κινήσεις του. Φυσικά, εντοπίζει ότι για την Τουρκία «οποιοδήποτε τέτοιο έργο θα απαιτούσε τη διέλευση του αγωγού από το τουρκικό έδαφος και την έγκριση της τουρκικής κυβέρνησης».
Μάλιστα «το στρατιωτικό κατεστημένο του Ισραήλ, ιδίως η Διεύθυνση Πληροφοριών των IDF, η Mossad και το Τμήμα Πληροφοριών του ισραηλινού Πολεμικού Ναυτικού, ανησυχούν για τις κινήσεις της Τουρκίας στην περιοχή (…) τις θεωρούν προσπάθειες περιορισμού και απομόνωσης του Ισραήλ».
Ο αποκαλούμενος «Διάδρομος της Λιβύης» συμπυκνώνει ευρύτερες στοχεύσεις που η Άγκυρα διαμορφώνει μέσα από τη συνεργασία της με τη Λιβύη. «Πρόκειται για κάτι περισσότερο από ένα ζήτημα εξωτερικής πολιτικής για την Τουρκία», εξήγησε πρόσφατα ο Τούρκος αναλυτής Εμρέ Ντινέρ. «Συνδέει την ενεργειακή πολιτική της Ανατολικής Μεσογείου με την ασφάλεια της Βόρειας Αφρικής, τα νότια σύνορα της Ευρώπης και την αυξανόμενη εμπλοκή της Αγκυρας με την Αφρική», ανέφερε σε ανάλυσή του, για να προσθέσει ότι η Αγκυρα αξιοποιώντας το σύμφωνο του 2019 «απέρριψε θαλάσσιους χάρτες (σ.σ. ως “θαλάσσιοι χάρτες” περιγράφονται και περιοχές όπου άλλες χώρες, περιλαμβανομένης της Ελλάδας, έχουν κυριαρχικά δικαιώματα) που κατά την άποψή της θα περιόριζαν την Τουρκία στα ύδατα γύρω από τον Κόλπο της Αττάλειας».
Η παρουσία της Τουρκίας εκεί «στηρίζει τόσο τις στρατηγικές της για τη Μεσόγειο όσο και τις στρατηγικές της για την Αφρική. Η αμυντική, ενεργειακή και οικονομική συνεργασία με την Τρίπολη δίνει στην Άγκυρα επιρροή εντός της Λιβύης και σε όλη την Κεντρική Μεσόγειο». Γι’ αυτό και η όποια εναντίωση στο σύμφωνο δεν αποτελεί για την τουρκική αστική τάξη αμφισβήτηση μόνο μίας διμερούς συμφωνίας, αλλά απειλεί «την πρόσβασή της στη Βόρεια Αφρική και την αξίωσή της για διαρκή ρόλο στις μεσογειακές υποθέσεις». Σε αυτήν τη βάση είναι που διαμηνύει πως τυχόν σχέδια αποκλεισμού της από ενεργειακές και άλλες εξισώσεις στην περιοχή «μπορεί να σχεδιάζονται σε έναν χάρτη, αλλά η διατήρησή τους στην πράξη είναι άλλο ζήτημα. Τέτοιες ομάδες (σ.σ. άλλων χωρών, που συνεργάζονται χωρίς την Τουρκία) μπορεί να διεξάγουν στρατιωτικές ασκήσεις, να επιδεικνύουν αλληλεγγύη και να αυξάνουν το “κόστος” της πολιτικής που ακολουθεί η Τουρκία», αλλά «δεν μπορούν να επιλύσουν διαφορές σχετικά με τα θαλάσσια σύνορα, τις ενεργειακές οδούς, τη μετανάστευση και την ασφάλεια, αφήνοντας την Τουρκία εκτός συζήτησης», όπως το διατύπωσε τουλάχιστον ο συγκεκριμένος αναλυτής.
Αστικές αναλύσεις για το βάθος και τις διαστάσεις που αποκτά ο ανταγωνισμός Τουρκίας – Ισραήλ καταγράφουν ότι αυτός αλληλεπιδρά με τις εξελίξεις σε όλα τα «καυτά» μέτωπα της ευρύτερης γειτονιάς μας: Από το Κέρας της Αφρικής (όπου η Τουρκία επενδύει πολύμορφα στη στρατιωτική και επενδυτική της παρουσία στη Σομαλία) μέχρι και τη Γάζα (όπου το Ισραήλ επιμένει στον αποκλεισμό της Αγκυρας από τον οποιοδήποτε μηχανισμό μεταπολεμικής «ανασυγκρότησης») η κόντρα των δύο πλευρών σιγοβράζει αμείωτα, προσθέτοντας καύσιμη ύλη σε μια σειρά άλλες εξελίξεις:
«Πέρα από τη Γάζα, το Ιράν, την Ουκρανία και πιο πρόσφατα τον Λίβανο, υπάρχει ένας πιο σιωπηλός ανταγωνισμός που συχνά αντιμετωπίζεται ως “θόρυβος από τα παρασκήνια”: Ο τουρκο-ισραηλινός. Ο κίνδυνος κλιμάκωσης (σ.σ. αυτής της αντιπαράθεσης) συχνά υποτιμάται, καθώς προς το παρόν παίρνει τη μορφή διπλωματικής και οικονομικής αντιπαλότητας, αλλά ήδη διαμορφώνει ευθυγραμμίσεις σε όλη την Ανατολική Μεσόγειο, το Κέρας της Αφρικής και την Ευρώπη. Οι φιλοδοξίες τόσο της Τουρκίας όσο και του Ισραήλ είναι να μετατραπούν σε περιφερειακό ηγέτη, να κερδίσουν το καθεστώς του “κράτους – διαδρόμου” και να γίνουν έτσι μια γέφυρα μεταξύ Ασίας και Ευρώπης», παρατηρούσε τον Απρίλη το Πολιτικό και Οικονομικό Ινστιτούτο Μέσης Ανατολής (Middle East Political and Economic Institute – MEPEI).
Υπογραμμίζοντας ότι «η αντιπαλότητα Τουρκίας – Ισραήλ ως δύο περιφερειακών δυνάμεων της Ανατολικής Μεσογείου (…) απεικονίζει την ευρύτερη διαδικασία αναδιάρθρωσης της ισχύος» στην περιοχή, το MEPEI ανέτρεξε μεταξύ άλλων και στην τριμερή σύνοδο Ισραήλ – Ελλάδας – Κύπρου που είχε γίνει τον περασμένο Δεκέμβρη στην Ιερουσαλήμ. Τότε ο αρχιμακελάρης Νετανιάχου είχε δηλώσει: «Σε όσους φαντασιώνονται ότι μπορούν να αποκαταστήσουν τις αυτοκρατορίες τους και την κυριαρχία τους στα εδάφη μας, λέω: Ξεχάστε το».
Όμως τέτοιοι …βρυχηθμοί από σφαγείς λαών δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με υπεράσπιση λαϊκών δικαιωμάτων ή αναγκών.
Τα συγκρουόμενα συμφέροντα και το βάθος με το οποίο εξελίσσεται η αντιπαράθεση των αστικών τάξεων Τουρκίας και Ισραήλ κάθε άλλο παρά οφέλη επιφυλάσσουν για την Ελλάδα και τα κυριαρχικά της δικαιώματα, όπως ισχυρίζονται οι διάφοροι υπέρμαχοι της συμμαχίας με το ισραηλινό κράτος – δολοφόνο. Η αποφασιστικότητα με την οποία το Ισραήλ δηλώνει έτοιμο να αναμετρηθεί σε όλα τα επίπεδα με την Τουρκία όχι απλά δεν προσφέρει καμία προστασία στον λαό μας, αλλά η συμμετοχή της χώρας – με ευθύνη της κυβέρνησης και των άλλων κομμάτων του συστήματος – στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς τον μπλέκει βαθύτερα σε νέους κινδύνους.
Αναδημοσίευση από τον «Ριζοσπάστη» – 2/10/2026



