«Απελευθερωμένα» κέρδη για τους ομίλους, στο δόκανο της ενεργειακής φτώχειας ο λαός

Μονάδα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας με λιγνίτη στην Πτολεμαΐδα, Κοζάνη
Φώτο Αρχείου / Μονάδα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας με λιγνίτη στην Πτολεμαΐδα, Κοζάνη / Πηγή: Eurokinissi

Εκατομμύρια εργατικά – λαϊκά νοικοκυριά ζουν κάτω από τον πέλεκυ της ενεργειακής φτώχειας. Οι λογαριασμοί ηλεκτρικού ρεύματος από τον Οκτώβρη του 2021 μέχρι και σήμερα βρίσκονται σε ένα συνεχές ανοδικό ράλι και πλέον, από τον επόμενο μήνα, περιμένουν με αγωνία να δουν τι θα πρέπει να πληρώσουν, μετά τις πρόσφατες ανακοινώσεις κυβέρνησης και προμηθευτών Ενέργειας για τις νέες χρεώσεις.

Οι αυξήσεις φτάνουν ήδη ακόμα και το 900% και καμιά ουσιαστική ανακούφιση δεν μπορεί να υπάρξει από την περίφημη κρατική επιδότηση, η οποία είναι ούτως ή άλλως λεφτά που πληρώνει με τους φόρους του ο λαός.

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, η κυρίαρχη προπαγάνδα κυβέρνησης και αστικών επιτελείων αναπαράγει μια σειρά ψεύτικα επιχειρήματα, αποδίδοντας την αιτία των υπέρογκων αυξήσεων είτε στον πόλεμο (ΝΔ) είτε σε διαχειριστικές αστοχίες, που μπορεί τάχα να «διορθωθούν» με μια άλλη διαχείριση (ΣΥΡΙΖΑ, ΠΑΣΟΚ).

Η πραγματικότητα βέβαια είναι διαφορετική και σε αυτές τις συνθήκες έχει ιδιαίτερη αξία να ξετυλίξουμε το «νήμα» προς τα πίσω, για να αποκαλυφθεί το πώς φτάσαμε έως εδώ. Ποιες είναι οι πραγματικές αιτίες για τους υπέρογκους λογαριασμούς ρεύματος και ποιος ευθύνεται για το γεγονός ότι τον 21ο αιώνα ο λαός δεν μπορεί να απολαύσει φτηνή και επαρκή για τις ανάγκες του Ενέργεια, αλλά βουλιάζει ολοένα και περισσότερο στην ενεργειακή φτώχεια, ακόμα και στις καπιταλιστικές μητροπόλεις, όπως είναι για παράδειγμα η Γερμανία.

Στη χώρα μας, μια αναδρομή στα τελευταία 20 χρόνια αποκαλύπτει τις εγκληματικές ευθύνες της ΕΕ και όλων των κυβερνήσεων (ΠΑΣΟΚ, ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ), που προώθησαν βήμα – βήμα τη λεγόμενη «απελευθέρωση» του τομέα της Ενέργειας, στο όνομα της ενίσχυσης του «ανταγωνισμού», που υποτίθεται ότι θα οδηγούσε στη μείωση των τιμών και στην προσφορά «καλύτερων υπηρεσιών» προς τους καταναλωτές.

Στη μακρά της πορεία η απελευθέρωση μετέτρεψε την Ενέργεια – εμπόρευμα σε χρηματιστηριακό προϊόν, κάνοντας σκόνη τα φληναφήματα του ΣΥΡΙΖΑ και άλλων δυνάμεων ότι είναι δυνατόν σε συνθήκες καπιταλιστικής αγοράς να διασφαλιστεί η Ενέργεια ως «κοινωνικό αγαθό», ανεξάρτητα αν η πλειοψηφία των μετοχικών εταιρειών ανήκει στο κράτος ή σε άλλους ιδιώτες.

Οπως αποδείχτηκε γρήγορα, στη χώρα μας και σε όλη την ΕΕ, η στρατηγική της «απελευθέρωσης» εκτόξευσε τα κέρδη των ομίλων στην παραγωγή και στη διανομή της Ενέργειας, καταδικάζοντας εκατομμύρια νοικοκυριά να ζουν σε συνθήκες ενεργειακής φτώχειας ή να πληρώνουν υπέρογκους λογαριασμούς.

Διαμόρφωσε ταυτόχρονα το έδαφος πάνω στο οποίο ξετυλίγεται σήμερα ο σχεδιασμός της «πράσινης μετάβασης», προσθέτοντας νέα χαράτσια και κόστη για τα λαϊκά στρώματα, εκθέτοντας την ενεργειακή αυτάρκεια στους κινδύνους των γεωπολιτικών ανταγωνισμών, όπως γίνεται τώρα με τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Ο «Ριζοσπάστης» παρουσιάζει πιο κάτω τα βασικά νομοθετήματα της τελευταίας 20ετίας, που διαμόρφωσαν το σημερινό σκηνικό στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας.Το πάρτι ξεκινά επί ΠΑΣΟΚ…

Οι αλλαγές που ξεκίνησαν στην εγχώρια αγορά ηλεκτρισμού από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 είχαν φυσικά ως «μπούσουλα» τις σχετικές κατευθύνσεις της Ευρωπαϊκής Ενωσης και ειδικότερα την κομβικής σημασίας Οδηγία 96/92/EK. Τυπικά, η στιγμή έναρξης της λεγόμενης «απελευθέρωσης» είναι τον Φλεβάρη του 2001 με κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ.

Εκεί, στο όνομα της ανταγωνιστικότητας στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, επισημαίνονται η «ανάγκη» διαχωρισμού των δραστηριοτήτων παραγωγής, μεταφοράς και διανομής ηλεκτρισμού και η διασφάλιση «ελεύθερης και ισότιμης πρόσβασης τρίτων», δηλαδή ιδιωτικών επιχειρήσεων, στα δίκτυα μεταφοράς και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας.

Ο νόμος 2773/1999 περί «απελευθέρωσης» της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας τέθηκε σε ισχύ στις 22 Δεκέμβρη 1999, στο πλαίσιο εναρμόνισης της ελληνικής νομοθεσίας με την παραπάνω Οδηγία. Ο εν λόγω νόμος αποτέλεσε την αφετηρία για τη μετάβαση από το κρατικό μονοπώλιο της ΔΕΗ σε καθεστώς «ελεύθερου ανταγωνισμού».

Με τον νόμο αυτό ιδρύεται ως «ανεξάρτητη αρχή» η Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας (ΡΑΕ), η οποία έχει ως αποστολή την εποπτεία και τον έλεγχο της απελευθερωμένης αγοράς. Αξίζει δε να σημειωθεί, για τα προσχήματα που έως και σήμερα χρησιμοποιούνται, πως μεταξύ των υποχρεώσεων της ΡΑΕ και του αρμόδιου τότε υπουργού Ανάπτυξης ήταν η… αντιμετώπιση της «ενεργειακής πενίας».

Με τον νόμο για πρώτη φορά δίνεται η δυνατότητα σε μεγάλους καταναλωτές με ετήσια κατανάλωση άνω των 100 GWh να συνάπτουν «ελεύθερα συμβάσεις με προμηθευτές ηλεκτρικής ενέργειας».

Από τη ρύθμιση αυτή εξαιρούνται η χαμηλή κατανάλωση και τα μη διασυνδεδεμένα νησιά. Στην πραγματικότητα βέβαια σχεδόν το σύνολο των μεγάλων καταναλωτών μέχρι και πολύ πρόσφατα συνέχιζαν να προμηθεύονται άμεσα ρεύμα από τη ΔΕΗ με ιδιωτικά συμβόλαια σε εξαιρετικά χαμηλές τιμές, γεγονός που συντέλεσε στα κατοπινά «ελλείμματα» της επιχείρησης, τα οποία αξιοποιήθηκαν και για την εκτίναξη των τιμολογίων που φορτώθηκαν στα λαϊκά στρώματα, όπως και για τη βήμα – βήμα ιδιωτικοποίηση της εταιρείας.

Καθόλου τυχαία, οι αλλαγές που προωθήθηκαν επέφεραν χτύπημα και στις εργασιακές σχέσεις, στα μισθολογικά και ασφαλιστικά δικαιώματα των εργαζομένων στην Ενέργεια.

Στο πλαίσιο εφαρμογής αυτού του νόμου ιδρύεται ως ΑΕ ο Διαχειριστής του Ελληνικού Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΔΕΣΜΗΕ) με ξεχωριστό Προεδρικό Διάταγμα (ΠΔ 328/12-12-2000), με αρμοδιότητα τη λειτουργία και συντήρηση του δικτύου ηλεκτρισμού, το οποίο ωστόσο παρέμεινε υπό την πλήρη κυριότητα της ΔΕΗ.

Η απόσπασή του θα έρθει σε επόμενη φάση, δείχνοντας έτσι και πώς το αστικό κράτος «λύνει» – με μπούσουλα πάντα τα συμφέροντα του κεφαλαίου – «κάθε πράγμα στον καιρό του», είτε διατηρώντας στην κυριότητά του κρίσιμες υποδομές που η συντήρησή τους αποτελεί «κόστος» για το κεφάλαιο, είτε ιδιωτικοποιώντας αυτά και άλλα τμήματα όταν «οι συνθήκες ωριμάσουν».

Στη συνέχεια, έρχεται ο νόμος 3175/2003, ο οποίος έδωσε πρόσθετα «κίνητρα» για τη δραστηριοποίηση προμηθευτών – εισαγωγέων ηλεκτρικής ενέργειας. Επιτρέπεται η συμμετοχή στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας από προμηθευτές που δεν έχουν στην κυριότητά τους μονάδες παραγωγής.

Επέτρεψε επίσης σε όσους εξασφαλίζουν την απαιτούμενη ισχύ από πηγές της ΕΕ να δραστηριοποιούνται στην εγχώρια αγορά προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας. Επιπλέον, έδωσε στους ιδιώτες ηλεκτροπαραγωγούς το δικαίωμα να κατασκευάσουν μονάδες παραγωγής, συνολικής ισχύος 1.200 μεγαβάτ (MW), έχοντας εξασφαλίσει εκ των προτέρων τη χρηματοδότηση, αλλά και τη διάθεση της παραγωγής τους, που θα αγοράζεται από τη ΔΕΗ.

…και συνεχίζεται επί ΝΔ

Το 2005, με τον νόμο 3426, ενσωματώνεται στην ελληνική νομοθεσία η κοινοτική Οδηγία 2003/54/ΕΚ, προκαλώντας σημαντικές τροποποιήσεις στον ν. 2773/1999.

Ειδικότερα, με το άρθρο 1 εισάγονται νέοι ορισμοί και γίνεται διάκριση μεταξύ του συστήματος μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας και του δικτύου διανομής. Επέβαλε τον νομικό και λειτουργικό διαχωρισμό της διαχείρισης του δικτύου διανομής από τη ΔΕΗ ΑΕ, βάζοντας έτσι τη νομική βάση για τη μετέπειτα κατάτμηση του ΔΕΣΜΗΕ σε δύο νέες εταιρείες, τον ΑΔΜΗΕ και τον ΔΕΔΔΗΕ.

Ακόμη, ο νόμος προβλέπει το πλήρες «άνοιγμα» της αγοράς για όλους τους καταναλωτές και για τους οικιακούς (εκτός των καταναλωτών των μη διασυνδεδεμένων νησιών) που μέχρι τότε εξαιρούνταν, από τον Ιούλη του 2007.

Παράλληλα, αναβάθμισε τον ρόλο της ΡΑΕ, στην οποία ανέθεσε την εποπτεία σχετικά με την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού της χώρας και την προώθηση του λογιστικού διαχωρισμού των επιχειρήσεων που ασκούν ταυτόχρονα παράλληλες δραστηριότητες παραγωγής, μεταφοράς, διανομής και προμήθειας ηλεκτρικού ρεύματος. Πρόκειται για τη «σαλαμοποίηση» – και με νόμο – της ΔΕΗ, ώστε τα επόμενα χρόνια πιο εύκολα να προωθείται κομμάτι – κομμάτι η ιδιωτικοποίησή της.

Ο νόμος 4001/2011 ολοκληρώνει την εν λόγω προσπάθεια, αφού συστήνει τις δύο θυγατρικές της ΔΕΗ ΑΕ, ΑΔΜΗΕ και ΔΕΔΔΗΕ, αποσπώντας από τη μητρική τους τομείς της μεταφοράς και της διανομής, «σπάζοντας και τυπικά» σε κομμάτια το κρατικό μονοπώλιο και διευκολύνοντας τη διαδικασία ιδιωτικοποίησης.

Ο νόμος καθορίζει επίσης την οργάνωση και λειτουργία της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας σε καθημερινό επίπεδο από μια νέα εταιρεία με την επωνυμία «Λειτουργός Αγοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας» (ΛΑΓΗΕ ΑΕ), με βασική αρμοδιότητα τη διενέργεια του λεγόμενου «Ημερήσιου Ενεργειακού Προγραμματισμού» (ΗΕΠ), δηλαδή την ημερήσια τροφοδοσία του δικτύου με ηλεκτρική ενέργεια και κατανάλωση (εγχύσεις και απορροφήσεις), την εποπτεία και τον έλεγχο των καθημερινών συναλλαγών μεταξύ παραγωγών και προμηθευτών ηλεκτρικής ενέργειας.

Ακόμα, αναβαθμίζεται ο ρόλος της ΡΑΕ ως προς την εποπτεία της αγοράς και της δίνεται το δικαίωμα να αποφασίζει όταν διαπιστώνονται τάχα «στρεβλώσεις» στον ανταγωνισμό. Η ΡΑΕ αποκτά αποφασιστικό ρόλο και στις αδειοδοτήσεις των «παικτών» στην αγορά για εμπορία, προμήθεια, παραγωγή.

Η απογείωση επί ΣΥΡΙΖΑ

Βασικό και καθοριστικό κρίκο στην αλυσίδα της «απελευθέρωσης» αποτελεί ο πιο πρόσφατος νόμος, 4425/2016, της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ, ο οποίος εισάγει την εγχώρια αγορά ηλεκτρισμού στις απαιτήσεις του λεγόμενου «μοντέλου στόχου της ΕΕ» (target model). Επί της ουσίας, πρόκειται για την περαιτέρω εμπορευματοποίηση του αγαθού της ηλεκτρικής ενέργειας, σύμφωνα και με τα κελεύσματα της ΕΕ, όπως αυτά περιγράφονται στην Οδηγία 2009/72/ΕΚ.

Η εν λόγω Οδηγία είναι απολύτως ξεκάθαρη ως προς τις επιδιώξεις της «απελευθέρωσης» της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, αφού περιγράφοντας τους στόχους της Ενιαίας Αγοράς Ηλεκτρισμού της ΕΕ επισημαίνει:

«Στόχοι της εσωτερικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, η οποία υλοποιείται σταδιακά σε ολόκληρη την Κοινότητα από το 1999, είναι η παροχή πραγματικών επιλογών σε όλους τους καταναλωτές της Ευρωπαϊκής Ενωσης, είτε είναι πολίτες είτε επιχειρήσεις, η παροχή νέων επιχειρηματικών ευκαιριών και η αύξηση του διασυνοριακού εμπορίου, ώστε να επιτευχθούν κέρδη σε απόδοση, ανταγωνιστικές τιμές, υψηλότερα πρότυπα παρεχόμενων υπηρεσιών, και να ενισχυθεί ταυτόχρονα η ασφάλεια του εφοδιασμού και η αειφορία»…

Στη βάση αυτής της Οδηγίας, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συγκεκριμενοποίησε τους μηχανισμούς που θα οδηγήσουν στο λεγόμενο «Μοντέλο – Στόχο» (Target Model) της ΕΕ δημιουργώντας δύο κύριους μηχανισμούς:

– Τον Ευρωπαϊκό Σύνδεσμο των Ρυθμιστικών Αρχών (ACER) και

– Την Ενωση των Ευρωπαϊκών Διαχειριστών Συστημάτων Ενέργειας (ENTSOe).

Οι νέοι αυτοί μηχανισμοί συνέταξαν τις κατευθυντήριες γραμμές λειτουργίας της Ενιαίας Αγοράς Ενέργειας, σύμφωνα με τις οποίες η κοινή αγορά ηλεκτρικής ενέργειας θα πρέπει να διαρθρώνεται σε τέσσερις επιμέρους διαφορετικές αγορές: Την προθεσμιακή αγορά (Forward Market), την προημερήσια αγορά, την ενδοημερήσια αγορά (Intra-Day market) και την αγορά εξισορρόπησης (Balancing Market).

Πρόκειται, δηλαδή, για τη δημιουργία ενός πανευρωπαϊκού χρηματιστηρίου Ενέργειας, όπου τα κέρδη θα προέρχονται από το έλλειμμα ή περίσσευμα ηλεκτρικής ισχύος σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Οι αγοραπωλησίες ποσοτήτων ηλεκτρικής ενέργειας αφορούν το διασυνοριακό εμπόριο, ενώ το μέγεθός τους εξαρτάται και από τις ικανότητες μεταφοράς των διασυνοριακών γραμμών.

Αξίζει να αναφέρουμε ότι στο πλαίσιο του «Μοντέλου – Στόχου» η ΕΕ έχει χωριστεί σε 7 περιφερειακές ζώνες, με την Ελλάδα να κατατάσσεται στην περιφερειακή ζώνη «Central South» μαζί με τη Γαλλία, την Ιταλία, την Ελβετία, την Αυστρία και τη Σλοβενία. Με λίγα λόγια, ο νόμος 4425/2016 ίδρυσε το Χρηματιστήριο Ενέργειας, όπου καθημερινά διενεργούνται οι συναλλαγές σύμφωνα με το παραπάνω πρότυπο, με βασικό στόχο την πλήρη σύζευξη της εγχώριας αγοράς με τις αγορές της ΕΕ, επιδιώκοντας παράλληλα να δώσει επιπλέον ώθηση στις επενδύσεις σε ΑΠΕ με τη διαμόρφωση του απαιτούμενου θεσμικού πλαισίου.

Η διαδικασία αυτή δείχνει βέβαια και το γιατί οι επενδύσεις στα τμήματα του δικτύου που αφορούν την ένταξη στην ενιαία αγορά της ΕΕ και τις διασυνδέσεις με γειτονικές χώρες «τρέχουν» με γρήγορους ρυθμούς, ενώ εκείνα που αφορούν την κάλυψη των λαϊκών αναγκών αφήνονται στην τύχη τους, λειτουργούν στα όριά τους και με εξοπλισμό περασμένων δεκαετιών, με τη συντήρησή τους να γίνεται από εργολαβικούς και υποστελεχωμένα συνεργεία με τσακισμένα δικαιώματα.

ΣΥΡΙΖΑ, ΝΔ, ΠΑΣΟΚ μαζί

ΣΥΡΙΖΑ, ΝΔ και ΠΑΣΟΚ ψήφισαν μαζί το 3ο μνημόνιο, το καλοκαίρι του 2015, που προέβλεπε τη μείωση του μεριδίου της ΔΕΗ στο 50% του συνόλου της αγοράς για να επιταχυνθεί και η πολιτική της «απελευθέρωσης».

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ παραχώρησε το 17% και εφάρμοσε το σύστημα ΝΟΜΕ, με το οποίο η ΔΕΗ υποχρεώθηκε να πουλά το παραγόμενο ρεύμα κάτω από το κόστος στους ανταγωνιστές της. Ετσι εμφανίστηκαν στη συνέχεια απ’ την κυβέρνηση της ΝΔ οι αυξήσεις στην τιμή του ρεύματος ως τάχα αναγκαίες, για να σταματήσει η ζημιογόνος πορεία της ΔΕΗ. Παράλληλα δημιουργήθηκε το εύφορο έδαφος για τον σχηματισμό καρτέλ, προσωρινών συμφωνιών μεταξύ των ομίλων.

Τρία χρόνια μετά, το 2018, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ διαμόρφωσε το 2018 το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ) με αιχμή την απολιγνιτοποίηση και τη γρήγορη προώθηση των κοινοτικών κατευθύνσεων για την πράσινη ανάπτυξη, με έμφαση στις ΑΠΕ και μεταβατικό καύσιμο το εισαγόμενο και πανάκριβο φυσικό αέριο. Το ίδιο Εθνικό Σχέδιο, με δευτερεύουσες αλλαγές, συνεχίζει να υλοποιεί σήμερα η κυβέρνηση της ΝΔ.

Αυτή είναι η 20ετής πορεία που έχει καταλήξει στο σήμερα να πληρώνουμε όλο και μεγαλύτερους λογαριασμούς ρεύματος και κάπως έτσι λειτουργεί η «απελευθερωμένη» αγορά Ενέργειας, προσθέτοντας διαρκώς βάρη στα νοικοκυριά. Αυτός είναι ο μηχανισμός – δημιούργημα της «απελευθέρωσης» της αγοράς Ενέργειας που διαμορφώνει τις τιμές στο ρεύμα και οδηγεί στην ενεργειακή φτώχεια.

Και υπάρχει άσχετα από το εάν οι ληστρικές χρεώσεις εμφανίζονται στους λογαριασμούς με την κωδική ονομασία «ρήτρα αναπροσαρμογής» ή όχι.

Το άρθρο αναδημοσιεύεται από τον «Ριζοσπάστη του Σαββατοκύριακου» 6-7 Αυγούστου

Δείτε ακόμα...