Οι εικόνες από τις λιμενικές εγκαταστάσεις στη Ραφήνα είναι αποκαλυπτικές και αποτυπώνουν τη θλιβερή κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει ο λιμένας. Οι φωτογραφίες που δημοσιεύει το ναυτεργατικό σωματείο «ΣΤΕΦΕΝΣΩΝ» «μιλάνε» από μόνες τους.
Το 2026, το λιμάνι της Ραφήνας, το δεύτερο μεγαλύτερο λιμάνι της χώρας σε επιβατική κίνηση, το οποίο είχε περίπου 1.900.000 επιβάτες και 450.000 οχήματα με βάση τα στοιχεία της προηγούμενης χρονιάς, «βρίσκεται σε κατάσταση πλήρους απαξίωσης», καταγγέλλει το ναυτεργατικό σωματείο, εξηγώντας πως: «Αυτό είναι το αποτέλεσμα της συνειδητής πολιτικής του κέρδους που εφαρμόζουν διαχρονικά οι κυβερνήσεις, οδηγώντας τις λιμενικές υποδομές στην απαξίωση και τη διάλυση. Η επικινδυνότητα των υποδομών που έχει μειώσει τη λειτουργική δυνατότητα του λιμένα, προκαλεί ένα επιπρόσθετο πρόβλημα που επιβαρύνει τη λειτουργία των πλοίων, των πληρωμάτων και συνολικά του λιμανιού, σε μια περίοδο που η Ραφήνα δέχεται τη μεγαλύτερη πίεση λόγω της αυξημένης επιβατικής και ακτοπλοϊκής κίνησης».
Υπενθυμίζει πως με την πρόσφατη απεργιακή απεργιακή κινητοποίηση στο λιμάνι της Ραφήνας, «αναδείξαμε τις σοβαρές ελλείψεις στις λιμενικές υποδομές και τους κινδύνους που δημιουργούνται από την υπερφόρτωση του λιμένα. Δυστυχώς, οι σημερινές εικόνες επιβεβαιώνουν με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο όσα καταγγέλλουμε. Ενώ το λιμάνι έχει εγκαταλειφθεί ακόμη και ως προς τη στοιχειώδη συντήρησή του, το υπουργείο επέτρεψε την περαιτέρω υπερφόρτωσή του, αυξάνοντας τον κίνδυνο πρόκλησης ατυχήματος».
Επίσης, σε κοινή τους ανακοίνωση ΠΕΜΕΝ και «ΣΤΕΦΕΝΣΩΝ» επισημαίνουν πως «η ασφάλεια των ναυτεργατών, των επιβατών και των πλοίων δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως κόστος» σημειώνουν και προσθέτουν:
«Τα ζητήματα ασφαλείας, που θέτουν σε κίνδυνο τη ζωή των ναυτεργατών και των επιβατών παραμένουν. Παραμένει η επικίνδυνη νυχτερινή παραμονή των πλοίων έξω από το λιμάνι της Ραφήνας, που οδηγεί σε εξαντλητικά ωράρια τους ναυτεργάτες, που καλούνται να μεταφέρουν χιλιάδες τουρίστες στα νησιά των Κυκλάδων, χωρίς την απαραίτητη για την ασφάλεια τους ξεκούραση. Η κυβέρνηση και οι εφοπλιστές κάνουν ότι δεν καταλαβαίνουν και αδιαφορούν για τα δίκαια αιτήματά μας, που αγκαλιάστηκαν από το λαό της περιοχής, από τους επιβάτες και κυρίως από σύσσωμα τα πληρώματα όλων των ειδικοτήτων των πλοίων της Ραφήνας αλλά και ευρύτερα. Εξαίρεση, αν και ασήμαντη πλέον λεπτομέρεια στη συνείδηση των ναυτεργατών, αποτελεί η διαχρονικά υποταγμένη στις απαιτήσεις των εφοπλιστών, πλειοψηφία της ΠΝΟ που για άλλη μια φορά αφήνει τους ναυτεργάτες στο έλεος.
Η κυβέρνηση επιτρέπει στους εφοπλιστές να κρίνουν το πώς, το πότε και με ποιον ρυθμό θα γεμίζουν το λιμάνι, υπερφορτώνοντας το στις ώρες αιχμής. Παράλληλα δεν έχουν διασφαλιστεί οι προϋποθέσεις για την ασφαλή λειτουργιά του λιμανιού και η ασφαλής μεταφορά και μετακίνηση των επιβατών και των οχημάτων. Δεν έχουν πάρει μέτρα ενίσχυσης των ήδη υπαρχόντων υποδομών, που είναι αίτημα μας και έχει εγκαταλειφθεί η προσπάθεια συντήρησης του λιμένα, σε μια περίοδο που η Ραφήνα δέχεται τη μεγαλύτερη πίεση λόγω της αυξημένης επιβατικής ακτοπλοϊκής κίνησης. Αυτό είναι το αποτέλεσμα της συνειδητής πολιτικής του κέρδους που εφαρμόζουν διαχρονικά οι κυβερνήσεις. Η ασφάλεια των ναυτεργατών, των επιβατών και των πλοίων δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως κόστος.
Οι ναυτεργάτες και οι κάτοικοι της περιοχής δεν έχουμε ανάγκη από τα Master Plan που προωθεί η κυβέρνηση, για να εξυπηρετήσει ακόμη περισσότερο τα συμφέροντα και την κερδοφορία των εφοπλιστών, αλλοιώνοντας τη φυσιογνωμία της περιοχής και επιβαρύνοντας το περιβάλλον. Πρόκειται για σχεδιασμούς που έχουν ήδη απορριφθεί από τους ναυτεργάτες, τους εργαζόμενους και το λαό της περιοχής. Αυτό που έχουμε ανάγκη είναι ένα σύγχρονο, ασφαλές και σωστά συντηρημένο λιμάνι, με επαρκείς και αξιόπιστες λιμενικές υποδομές, που να εξασφαλίζουν την ασφαλή διακίνηση επιβατών, οχημάτων και πλοίων, να προστατεύουν τη ζωή και τα δικαιώματα των ναυτεργατών και να υπηρετούν τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας και όχι τα κέρδη των εφοπλιστών. Απαιτούμε να υλοποιηθούν τα αιτήματά μας που παραμένουν ακέραια. Έχουμε ήδη προειδοποιήσει για κλιμάκωση του αγώνα μας και ο χρόνος που τους δώσαμε τελειώνει».



