Η μνήμη ξεφορτώνεται κάθε μέρα, τόσα άχρηστα πράγματα, αλλά κρατάει μέσα της, μια φωνή, ένα γέλιο, τον τρόπο που σε κοίταζε κάποιος, λέγοντάς σου χωρίς λόγια: «Εδώ είμαι». Έτσι είναι για μένα η Μπέτυ Βαλάση και δεν παύει στιγμή να είναι εδώ.
Σχεδόν σαράντα χρόνια γνωριμίας, φιλίας, κουβέντας, εξομολογήσεων, γέλιου. Με την Μπέτυ και με τον Τίτο. Δύο ανθρώπους απίστευτα ενδιαφέροντες και γοητευτικούς, που μιλούσαν με πάθος για το θέατρο, την πολιτική, τον έρωτα, τη φιλία. Ζούσαν γι αυτά.
Η Μπέτυ γεννήθηκε Δέσπω Βαλάση, το 1937 στη Θεσσαλονίκη, από Μικρασιάτες πρόσφυγες. Οι γονείς της χώρισαν όταν ήταν μικρή. Η μητέρα της στην Αθήνα, ο πατέρας της στην Κατερίνη κι ένα κοριτσάκι στη μέση να πηγαινοέρχεται με το τρένο ανάμεσα στους δυο τους. Ίσως γι’ αυτό έμαθε τόσο καλά να δένεται με τους ανθρώπους. Όποιος έχει περάσει παιδί τη ζωή του ανάμεσα σε αποβάθρες, κάποτε αποφασίζει ότι, όταν βρει τους δικούς του ανθρώπους, θα τους κρατήσει γερά.
«Μ’ έφαγαν τα τρένα», έλεγε γελώντας. Τέσσερις λέξεις. Μια ολόκληρη παιδική ηλικία. Κι όμως, από εκείνο το κορίτσι, δεν βγήκε ένας κλειστός άνθρωπος. Βγήκε το ακριβώς αντίθετο, μια γυναίκα που άνοιγε διάπλατα τις πόρτες της στους άλλους. «Από μικρή είχα το δώρο της αγάπης του κόσμου», είχε πει. Το είχε. Αλλά είχε προηγηθεί δουλειά.
Και τι σχολείο! Χουρμούζιος, Παξινού, Τερζάκης, Καραντινός. Πρώτη παράσταση στο θέατρο Καλουτά, στην «Οδύσσεια» του Σκουλούδη, δίπλα στον Κάρολο Κουν και τη Μαίρη Αρώνη. Κι εκείνη το έλεγε απλά: «Αν είχες λίγο μυαλό, έπαιρνες σπουδαία δώρα απ’ αυτούς τους ανθρώπους». Δεν έβλεπε το θέατρο σαν πασαρέλα διασημότητας. Το έβλεπε σαν ιερό χώρο.
Χρόνια αργότερα γκρίνιαζε: «Εγώ και πρόβα να έχω, θα κάτσω τουλάχιστον μία ώρα πριν, μόνη μου στο καμαρίνι με το ρόλο μου». Και αμέσως μετά ερχόταν η βιτριολική Μπέτυ: «Τα νέα παιδιά έρχονται και ανεβαίνουν στη σκηνή χωρίς να έχουν ξεσκονίσει τα παπούτσια τους». Αυτή ήταν. Τρυφερή και αυστηρή. Γενναιόδωρη και απαιτητική. Και αθεράπευτα θεατρίνα.
Κάποτε, μαθήτρια ακόμη του 5ου Γυμνασίου Εξαρχείων, περνούσε με τις φίλες της από την Καλλιδρομίου. Βρήκαν δρόμους κλειστούς, κόσμο, κάμερες. Γυριζόταν η «Στέλλα». Οι φίλες της θαύμαζαν τον όμορφο Κώστα Κακκαβά. Η Μπέτυ είχε καρφωθεί αλλού. Σε μια γυναίκα με γκρίζα φούστα, μαύρο ζιβάγκο και κοντά μαλλιά. «Δεν μπορώ να πάρω τα μάτια μου από πάνω της», θυμόταν. Ήταν η Μελίνα. Κάποια στιγμή η Μελίνα κατάλαβε ότι το κοριτσάκι την κοιτούσε και της έκλεισε το μάτι. «Οι γνωστές μαγκιές της Μελίνας», έλεγε γελώντας η Μπέτυ. Χρόνια αργότερα θα γίνονταν φίλες. Και η κανονική τους γνωριμία ήταν αντάξια και των δύο. Σε μια συγκέντρωση, μετά τη χούντα, η Μελίνα την πλησίασε, όχι για να συζητήσουν περί τέχνης, πολιτισμού και υψηλών ιδανικών. Τη ρώτησε πού βάφει τα μαλλιά της. Και κάπως έτσι άρχισε μια μεγάλη φιλία.
«Λωξάντρα, ξύπνα»
Και ύστερα ήρθε η “Λωξάντρα”. Η Μπέτυ δεν περιμένει να της προσφέρουν τον ρόλο. Μόλις μαθαίνει ότι το βιβλίο της Μαρίας Ιορδανίδου θα γινόταν τηλεοπτική σειρά, κλείνει ραντεβού με την παραγωγό Ελβίρα Ράλλη. Μπαίνει στο γραφείο της και λέει: «Ήρθα να σας πω ότι θέλω να παίξω τη Λωξάντρα». Η Ράλλη της λέει ότι είναι καλή ηθοποιός, αλλά η Λωξάντρα ήταν λαϊκή γυναίκα, ενώ εκείνη έχει… φινέτσα.
Η απάντηση της Μπέτυς είναι αποστομωτική: «Αν είμαι καλή ηθοποιός παίζοντας μια πόρνη, τότε μπορώ να παίξω και μια λαϊκή γυναίκα». Περιμένει σχεδόν τέσσερεις μήνες. Τα περιοδικά έγραφαν άλλα ονόματα. Εκείνη απορρίπτει όλες τις προτάσεις που της γίνονται και περιμένει. Ώσπου ένα πρωί, στις οκτώ, χτυπάει το τηλέφωνό της. «Λωξάντρα; Λωξάντρα, ξύπνα». Ήταν η Ελβίρα Ράλλη. Και έτσι ξύπνησε όχι μόνο η Μπέτυ, αλλά κι ένας από τους πιο αγαπημένους χαρακτήρες που γνώρισε ποτέ η ελληνική τηλεόραση.
Ο Γρηγόρης Γρηγορίου θα έλεγε αργότερα γι’ αυτήν: «Ήταν λες και γεννήθηκε για να παίξει τη Λωξάντρα». Νομίζω είχε δίκιο. Η Μπέτυ ζωντάνεψε μοναδικά, την πληθωρική Πολίτισσα που τάιζε ανθρώπους, για να τους πει πως τους αγαπά. Μια γυναίκα φτιαγμένη από γέλιο, υπερβολή, πείσμα, γενναιοδωρία, κουβέντα – πολλή κουβέντα- μαζί με μια βαθειά ευαισθησία που συνήθως έκρυβε πίσω από μια έξυπνη ατάκα και με την πεποίθηση πως η αγάπη δεν είναι θεωρία. Πρέπει να τη βάλεις στο πιάτο του άλλου.
Αγαπούσε και το χρόνο, τον ήθελε σύμμαχο. Δεν έκρυψε ποτέ την ηλικία της. «Εγώ δεν κρύβω τα χρόνια μου όπως κάνουν κάποιοι άλλοι, γυναίκες και άντρες». Αυτό ήταν όλη η Μπέτυ σε μία πρόταση. Δεν έκρυβε ούτε τα χρόνια της, ούτε τις αγάπες της, ούτε τις πολιτικές της πεποιθήσεις, ούτε τις πληγές της.
«Είσαι η Μονάκριβη»

Δεν ξέρω αν μπορεί κανείς να μιλήσει πραγματικά για την Μπέτυ, χωρίς να μιλήσει για τον Τίτο. Δεν υπήρξε απλώς ένας ακόμη μεγάλος έρωτας στη ζωή της. Ήταν ο άνθρωπός της.
Θυμάμαι πως εκείνος τη φώναζε με το πραγματικό της όνομα: Δέσπω. Ολόκληρη η Ελλάδα ήξερε την Μπέτυ. Εκείνος αγαπούσε τη Δέσπω.
Στα σημειώματά του την αποκαλούσε «Μονάκριβη». Μια λέξη που αποκτά άλλο βάρος, όταν ξέρεις ποιος ήταν ο Τίτος. Ο μπαρουτοκαπνισμένος Βανδής, της αγωνιστικότητας και του ασίγαστου πάθους για ζωή και δημιουργία. Αυτός που πίστευε ότι «κάθε τίμιος άνθρωπος πρέπει να είναι κομμουνιστής, γιατί δεν μπορεί να είναι δίκαιο, δεν μπορεί να είναι ζωή, το να οικονομάνε οι λίγοι και οι πολλοί να πεινάνε».
Ένας άνθρωπος που είχε προλάβει να ζήσει πολλές ζωές. Θέατρο, κινηματογράφο, Αμερική, Χόλιγουντ, πολιτική δράση, διώξεις, ΚΚΕ, Βουλή, ταξίδια, επιτυχίες. Επαιξε μεγάλους ρόλους και είχε σπουδαίες συνεργασίες, από την Μαρίκα Κοτοπούλη, τον Μάνο Κατράκη, τον Λεωνίδα Τριβιζά, τον Ζυλ Ντασσέν, την Ελλη Λαμπέτη, τον Γιώργο Θεοδοσιάδη, τον Νίκο Κούνδουρο, την Μελίνα, τον Μίκη Θεοδωράκη, μέχρι τον Γούντι Αλεν, τον Σίντνει Πουατιέ και τον Λόρενς Ολίβιε!
Σε παλαιότερο φύλλο του «Ρ», περιγράφω το παρασκήνιο της πρώτης μας συνάντησης, για συνέντευξη, στο Στούντιο 4 της ΕΡΤ. Αργότερα την περιγράφαμε γελώντας, ως «συνάντηση κεραυνοβόλας αγάπης», με το «χαίρετε».
Ήταν το 1982, -πρώτη μου χρονιά στην τηλεόραση- κι εκείνος μόλις είχε επιστρέψει στην Ελλάδα από την Αμερική. Τρεις ώρες γυρίζαμε μια ωριαία εκπομπή, με απίστευτη ένταση, αμέτρητα «στοπ» λόγω γέλιου, αλλά και εντυπωσιακή οικειότητα και ζεστασιά. Σαν να γνωριζόμασταν χρόνια. Μου έλεγε «εμείς να ξέρεις, είμαστε συγγενείς και δεν το ξέρουμε».
Λίγο καιρό μετά, η Μπέτυ -γνωρίζοντας τη φιλία μου με τον Τίτο- μου ζητάει να επικοινωνήσει μαζί του γιατί χρειαζόταν πληροφορίες για σχολές σκηνοθεσίας που ενδιέφεραν το γιο της, στην Αμερική. Δεν περνούν πολλοί μήνες και οι εφημερίδες αναφέρονται στον μεγάλο -και ξαφνικό- έρωτα του Τίτου με την Μπέτυ. Του στέλνω συγχαρητήρια και το εννοώ. Η Μπέτυ είναι ό,τι καλύτερο μπορούσε να συμβεί στη ζωή του (από τότε κάθε φορά που με την Μπέτυ αναφερόμασταν σ’ εκείνον, λέγαμε «ο άντρας μας»).
Τελευταία συνάντησή μας με αυτό το αγαπημένο ζευγάρι, ήταν στο σπίτι του Χαρίλαου Φλωράκη στο Χαλάνδρι. Με σπανακόπιτα, κόκκινο κρασί και με τον Μανώλη Μητσιά να γελάει συνέχεια από την ανταλλαγή χιουμοριστικών «πυρών» Φλωράκη – Βανδή. Τους θυμάμαι μαζί. Εκείνος συχνά πιο συγκρατημένος, εκείνη ορμητική, χειμαρρώδης. Ο Τίτος με εκείνο το βλέμμα που μπορούσε να περιέχει ταυτόχρονα ειρωνεία και τρυφερότητα. Και η Μπέτυ να μιλάει, να μιλάει, να μιλάει…
Είχε όμως, το χάρισμα να μη σε κουράζει, γιατί δεν μιλούσε για να ακούει τη φωνή της. Μιλούσε επειδή αγαπούσε τους ανθρώπους. Και ήθελε να τους βάζει μέσα στη ζωή της. Ίσως γι’ αυτό ο κόσμος αγάπησε τόσο τη Λωξάντρα. Ίσως γιατί, κατά βάθος, η Μπέτυ είχε την ίδια πληθωρικότητα με εκείνη και την ίδια ανάγκη να μαζεύει ανθρώπους γύρω από ένα τραπέζι, πραγματικό ή φανταστικό.
Βέβαια -κάθε φορά που βρισκόμασταν- μιλούσα κι εγώ πολύ. Οι συζητήσεις μας μπορούσαν να ξεκινήσουν από τον Κουν, να περάσουν στη Μελίνα, στον Τίτο, στο Κόμμα, στον Νικόλα της, στην Αλέκα, στον Μητροπάνο, σε κάποιον συνάδελφο, στον έρωτα, σε μια αδικία που μας είχε εξοργίσει και να καταλήξουν -απολύτως φυσιολογικά- στα γλυκά. Μέχρι που ο Τίτος μας βάφτισε: «Οι γλωσσοκοπάνες». Έτσι μας έλεγε. Και είχε δίκιο. Ο Τίτος συνήθως μας παρακολουθούσε μ’ ένα βλέμμα που έλεγε περίπου: «Δεν υπάρχει σωτηρία».
Όταν ο Τίτος «έφυγε» το 2003, κάτι μέσα της έσπασε. «Όταν έχασα τον Τίτο, έχασα τον κόσμο μου». Δεν είναι σχήμα λόγου. Έπαιζε τότε στο Εθνικό. Τελείωνε η παράσταση, οι άλλοι της έλεγαν να βγουν, εκείνη γύριζε σπίτι και κλεινόταν μέσα. Εκεί όπου κάποτε ήταν ο Τίτος. Και η απουσία, όταν επιστρέφεις σπίτι, έχει τον πιο εφιαλτικό θόρυβο. Ώσπου αρρώστησε. «Για ένα χρόνο δεν μπορούσα να μιλήσω. Μόνο έκλαιγα», έλεγε.
Κι όμως επέστρεψε κι ανέβηκε στη σκηνή του θεάτρου «Βασιλάκου», για να παίξει στο βραβευμένο έργο του Μόρις Πάνιτς, «Η θεία κι εγώ», μια μαύρη κωμωδία για την ανθρώπινη μοναξιά και την ανάγκη για επικοινωνία και συντροφικότητα. Και εκεί η Μπέτυ θριάμβευσε, γιατί ήταν ένα παράξενο κράμα ευαισθησίας και αντοχής. Έσπαγε εύκολα, αλλά δεν έμενε ποτέ για πάντα σπασμένη. Έπεφτε με όλο της το βάρος και σηκωνόταν με όλη της την ψυχή. Δεν αντιμετώπισε ποτέ την τέχνη σαν επάγγελμα δημοσίων σχέσεων. Για εκείνη το θέατρο είχε κάτι από τελετουργία. Η σκηνή δεν ήταν χώρος στον οποίο απλώς ανέβαινες. Ήταν χώρος που όφειλες να αξίζεις.
Το ίδιο καθαρή ήταν και στις πολιτικές της επιλογές. Δεν τις έκρυψε όταν ήταν βολικό ούτε τις άλλαξε όταν έγιναν λιγότερο βολικές. «Εγώ ψηφίζω πάντα ΚΚΕ», δήλωνε το 2012, μιλώντας για την υπεράσπιση των εργαζομένων. Και λίγα χρόνια αργότερα, επέμενε ότι η δύναμη του ΚΚΕ είναι «δύναμη για τους αγώνες του λαού». Χωρίς αστερίσκους. Χωρίς μισόλογα. Χωρίς εκείνη την ασφαλή ουδετερότητα που επιλέγουν συχνά οι άνθρωποι της δημοσιότητας για να είναι αρεστοί σε όλους. Η Μπέτυ άλλωστε, δεν είχε ιδιαίτερο ταλέντο στις ίσες αποστάσεις. Το ίδιο κι ο Τίτος που έζησε μια γεμάτη και περήφανη ζωή, χωρίς πισωγυρίσματα και ουδετερότητες, με επιλογές που τίμησε και τον τίμησαν και κυρίως χωρίς ποτέ να υποδυθεί ρόλους… εκτός δουλειάς. Μάλλον δύσκολο, αν σκεφθεί κανείς πόσο δεν άρεσαν στον δεύτερο οι «ελεύθεροι σκοπευτές», οι ουδέτεροι κι οι αμέτοχοι στην κοινωνικο-ιδεολογική πάλη, οι …ήξεις – αφήξεις
Μια τραγωδία στην Επίδαυρο

Κι όμως, ακόμη και όταν το σώμα άρχισε να της στέλνει τα πρώτα άσχημα μηνύματα, η Μπέτυ σκεφτόταν το θέατρο.
Ο γιος της, Νικόλας Χάρι Μινίσαλι, έχει αποκαλύψει μια λεπτομέρεια που με συγκινεί ιδιαίτερα. Η Μπέτυ δεν πέρασε ένα αλλά αλλεπάλληλα εγκεφαλικά επεισόδια. Όταν ήρθε το πρώτο, εκείνος προσπάθησε να την πείσει να αφοσιωθεί στην αποκατάστασή της. Διαφώνησαν. Γιατί εκείνη είχε ακόμη ένα όνειρο. Να παίξει τραγωδία στην Επίδαυρο. Ύστερα από τόσες δεκαετίες θεάτρου, επιτυχίες, χειροκροτήματα, τηλεόραση, σπουδαίους ρόλους, η Μπέτυ δεν είχε χορτάσει τη σκηνή. Δεν έλεγε «αρκετά, τα έκανα όλα». Σκεφτόταν ακόμη εκείνο το κοίλον, εκείνες τις πέτρες, εκείνη τη στιγμή που η φωνή ενός ηθοποιού φεύγει από την ορχήστρα και ανεβαίνει ψηλά.
Μια τραγωδία στην Επίδαυρο. Αυτό ήθελε. Και ίσως εδώ κρύβεται η πιο ακριβής περιγραφή του τι σημαίνει πραγματικός ηθοποιός. Όχι κάποιος που θέλει να φαίνεται. Κάποιος που, ακόμη και όταν η ζωή τού χτυπάει την πόρτα με άσχημα νέα, σκέφτεται τον επόμενο ρόλο. Το συγκλονιστικότερο είναι πως ο φόβος της δεν ήταν μόνο για την ίδια. Όπως έχει αφηγηθεί ο Νικόλας, το άγχος της ήταν μήπως η κατάσταση της υγείας της δημιουργήσει πρόβλημα σε μια παράσταση. Μην τυχόν «τινάξει την παράσταση στον αέρα». Μπέτυ μέχρι τέλους. Πρώτα η παράσταση και μετά εκείνη. Και κάπως έτσι έμεινε ένας ρόλος ανεκπλήρωτος.
Δεν ξέρω ποια ηρωίδα θα της ταίριαζε περισσότερο. Ίσως μια Εκάβη. Μια γυναίκα που έχασε πολλά και όμως εξακολουθεί να στέκεται όρθια απέναντι στον κόσμο. Ξέρω όμως ότι θα ήθελα πολύ να την είχα δει εκεί. Νύχτα στην Επίδαυρο. Να βγαίνει αργά στη σκηνή. Να παίρνει εκείνη τη χαρακτηριστική ανάσα της. Και να αρχίζει.
«Πάρε τον Μήτσο…»
Και υπάρχει μια άλλη ιστορία, που δεν είναι ιστορία θεάτρου. Είναι ιστορία φιλίας. Όταν η κατάσταση της Μπέτυς επιδεινώθηκε πολύ, ο γιος της είχε αναλάβει ουσιαστικά μόνος του τη φροντίδα της. Ο ίδιος έχει περιγράψει δύσκολες στιγμές. Την αγωνία μήπως πέσει, μήπως βγει από το σπίτι, μήπως συμβεί κάποιο ατύχημα. Κάποια στιγμή άρχισε να ξεχνά ακόμη και βασικές καθημερινές λειτουργίες.
Και τότε ο Νικόλας πήρε ένα τηλέφωνο. Τον Δημήτρη Κουτσούμπα. Όχι τον «Γενικό Γραμματέα». Τον φίλο της Μπέτυς. Όπως το αφηγήθηκε ο ίδιος ο γιος της, του είπε περίπου: «Μήτσο, άμα θες να δεις τη φιλενάδα σου, έλα τώρα».
Και εκείνος πήγε. Κάθισαν μαζί. Έφαγαν. Ήπιαν. Και θέλω να μείνω λίγο σ’ αυτή την εικόνα. Όχι επειδή έχει κάτι το θεαματικό. Ακριβώς επειδή δεν έχει. Ένας παλιός φίλος πηγαίνει να δει μια φίλη του που περνάει δύσκολα. Χωρίς κάμερες. Χωρίς δηλώσεις. Χωρίς δημόσιες σχέσεις. Ένα τραπέζι. Δυο άνθρωποι. Και όσα μπορούν ακόμη να θυμηθούν μαζί.
Αργότερα, όταν η κατάσταση έγινε ακόμη δυσκολότερη και η Μπέτυ χρειαζόταν πια συστηματική φροντίδα, ο Δημήτρης Κουτσούμπας ενημέρωσε τον γιο της για το «Σπίτι του Αγωνιστή». Εκεί πήγε τελικά η Μπέτυ. Και όπως είχε πει τότε, ο Νικόλας, η μητέρα του άρχισε ξανά να είναι κοινωνική. Να περπατάει. Να κατεβαίνει στην τραπεζαρία. Να βρίσκεται με ανθρώπους. Είχε το δικό της δωμάτιο. Και το αποκαλούσε:«Το σπίτι μου». Αυτό, είναι ίσως το σημαντικότερο. Όχι «το ίδρυμα». Όχι «εκεί που μένω». Το σπίτι μου.
Και ίσως, υπάρχει μια βαθιά δικαιοσύνη στο γεγονός, ότι αυτή η γυναίκα, που η ζωή άρχισε να της αφαιρεί πράγματα ένα ένα, τον Τίτο, τη σκηνή, την αυτονομία της, κομμάτια της μνήμης της, εκείνη κατάφερε να βρίσκεται ανάμεσα σε φίλους. Να χαμογελά. Να αναγνωρίζει μια φωνή. Να κρατά ένα χέρι και να δίνει ένα ζεστό φιλί. Βρήκε στα δύσκολα, ανθρώπους δικούς της, από τον ίδιο δρόμο, της ίδιας πάστας, για να τη φροντίσουν με αγάπη.
Και «Μονάκριβη» και «γλωσσοκοπάνα»

Όταν επισκεφθήκαμε με τον Δημήτρη Κουτσούμπα το «Σπίτι του Αγωνιστή», την είδα επιτέλους, μετά από καιρό. Τη Μπέτυ μου. Ο χρόνος είχε αφήσει τα σημάδια του. Η αρρώστια επίσης. Κι όση ώρα μιλούσαμε κρατώντας σφιχτά τα χέρια μας, σκεφτόμουν κι εκείνο το κορίτσι στα Εξάρχεια που στεκόταν στην Καλλιδρομίου και κοίταζε μαγεμένο τη Μελίνα, αλλά και το παιδί που το «έφαγαν τα τρένα», τη νέα ηθοποιό που στάθηκε δίπλα σε γίγαντες και κατάλαβε ότι είχε να μάθει, τη γυναίκα που χτύπησε μια πόρτα και είπε «θέλω να παίξω τη Λωξάντρα», την ερωτευμένη που έχασε τον Τίτο και μαζί του, για λίγο, έχασε και τη φωνή της και την αγωνίστρια που δεν έκρυψε ποτέ πού ανήκει.
Κι ύστερα όταν μπήκα στο δωμάτιό της, είδα φωτογραφίες του Τίτου παντού. Η αγάπη ήταν εκεί. Και σίγουρα τα βράδυα, εκείνη θα τον νιώθει να βγαίνει από τις κορνιζαρισμένες φωτογραφίες, να την σκεπάζει τρυφερά και να την βάζει για ύπνο, ψιθυρίζοντάς της, μ’ εκείνο το μισό χαμόγελο: «Καληνύχτα μονάκριβη γλωσσοκοπάνα!»
***
Σκεφτόμουν επίσης, εκείνη την τελευταία φορά που την είδα, το όνειρό της, που δεν πραγματοποιήθηκε. Την Επίδαυρο. Ίσως τελικά, η Μπέτυ να έπαιξε τη μεγαλύτερη τραγωδία της, χωρίς σκηνικό και χωρίς αρχαίο κοίλον. Τη μάχη με τον χρόνο. Μόνο που, αν τα διάβαζε τώρα όλα αυτά, είμαι βέβαιη ότι θα με μάλωνε για όλον αυτόν τον μελοδραματισμό. Θα έλεγε και καμιά ..ακατάλληλη ατάκα, μετά θα άλλαζε κουβέντα και θα ζητούσε να μάθει τι θα φάμε. Γιατί αυτό την ένοιαζε, να μη σταματάει να στρώνει ένα τεράστιο τραπέζι και να μας φωνάζει να καθίσουμε. Να βάζει κι άλλο φαΐ στο πιάτο μας χωρίς να μας ρωτήσει. Να διηγείται μια ιστορία, μετά δεύτερη, μετά τρίτη, να μας φροντίζει, να μας κανακεύει, να λέει αστεία. Γιατί αυτή ήταν η Δέσπω του Τίτου, η μία από τις δύο «γλωσσοκοπάνες».
Ευτυχώς, Μπέτυ μου, που προλάβαμε να μιλήσουμε τόσο πολύ. Γιατί τώρα έχω πολλά να θυμάμαι.



