Εισπρακτικά και τιμωρητικά μέτρα, στο όνομα της οδικής ασφάλειας, που ταυτόχρονα υπηρετούν τον διαχρονικό στόχο του αστικού κράτους για παρακολούθηση, φακέλωμα και καταστολή φέρνει η κυβέρνηση, με το νομοσχέδιο που ψηφίστηκε χτες στη Βουλή για την τοποθέτηση ενός εκτεταμένου δικτύου καμερών στους δρόμους της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης.
Αναπαράγοντας τη -βολική για την ίδια- λογική ότι για τα τροχαία ευθύνεται το ανθρώπινο λάθος, άρα η ευθύνη είναι ατομική, η κυβέρνηση παρακάμπτει την ευθύνη της για παρεμβάσεις ενίσχυσης της οδικής ασφάλειας και αποφόρτισης του κυκλοφοριακού φόρτου στις μεγάλες πόλεις. Επί της ουσίας δημιουργεί ένα εκτεταμένο δίκτυο ηλεκτρονικής παρακολούθησης και καταγραφής δεδομένων, ένα δίκτυο φακελώματος.
Διόλου τυχαία, στο συγκεκριμένο νομοσχέδιο εντάχθηκε η τροπολογία περί οπλοκατοχής που κατέθεσε το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, στον απόηχο και της αιματηρής συμπλοκής στα Βορίζια Κρήτης.
Στη δευτερολογία του, ο ειδικός αγορητής του ΚΚΕ, Χρήστος Κατσώτης, αναφέρθηκε στην τροπολογία, σημειώνοντας ότι υποκριτικά ο πρωθυπουργός μετά τα γεγονότα στα Βορίζια δήλωσε ότι θέλει «να αλλάξει μία στρέβλωση της παράδοσης και τα απόβλητα περασμένων καιρών», φαινόμενα ωστόσο που ρίζωσαν με κίνητρο τη μεγαλύτερη ιδιοκτησία, τον έλεγχο των βοσκοτόπων, τα κέρδη από παράνομες δραστηριότητες.
Ο Χρ. Κατσώτης υπογράμμισε ότι η κυβέρνηση φέρνει άλλη μία τροπολογία που όχι μόνο δεν αντιμετωπίζει κανένα πρόβλημα, αλλά αντίθετα ανοίγει επικίνδυνους δρόμους για ακόμα μεγαλύτερη καταστολή. Και μάλιστα, πρόσθεσε, η κυβέρνηση αντιστρέφει την πραγματικότητα, όταν αναφέρει «στην αιτιολογική έκθεση ότι η παράνομη χρήση όπλων και ιδίως πυροβόλων υπονομεύει σοβαρά τη δημόσια τάξη και ασφάλεια και εντείνει τα φαινόμενα ένοπλης βίας και οργανωμένης εγκληματικότητας».
Εξήγησε ότι «για τα φαινόμενα ένοπλης βίας και οργανωμένης εγκληματικότητας ευθύνονται τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα και στην Κρήτη και αλλού, που αξιοποιούν τις εγκληματικές δραστηριότητες και τη διασύνδεσή τους με τους μηχανισμούς του κράτους για να αποκομίζουν τεράστια κέρδη που αποτυπώνονται και στα διάφορα σκάνδαλα τύπου ΟΠΕΚΕΠΕ». Κατήγγειλε ότι η κυβέρνηση όχι μόνο δεν βρήκε να πει κουβέντα για αυτά τα συμφέροντα, αλλά αξιοποιεί την απαράδεκτη κατάσταση για να συνεχίσει τη γνωστή συνταγή της αυστηροποίησης του πλαισίου του ποινών, που έχει ήδη αυστηροποιηθεί τα τελευταία χρόνια, χωρίς να αντιμετωπίζονται τα αποτρόπαια φαινόμενα.
Προειδοποίησε για τον κίνδυνο που ενέχει η τακτική της κυβέρνησης να επικαλείται αόριστες έννοιες και «κάτω από την ομπρέλα της αντιμετώπισης της εγκληματικότητας, η κυβέρνηση εισάγει αόριστες έννοιες όπως η φιλονικία, η οποία θα προσδιορίζεται κατά το δοκούν από την εκάστοτε αστυνομική αρχή και θα δίνει τη δυνατότητα για προληπτική παρέμβαση απέναντι ακόμα και σε όποιον θεωρείται ότι πρόκειται να φιλονικήσει. Προληπτική παρέμβαση δηλαδή με κατασταλτικά μέτρα κάτω από ένα ασαφές, γενικό και αόριστο πλαίσιο που θα επαφίεται στον εκάστοτε εισαγγελέα να αξιολογήσει και να επιβάλει ευρύτερους προληπτικούς περιορισμούς».
Η κυβέρνηση εάν ήθελε πραγματικά να προστατεύσει τις λαϊκές οικογένειες, θα έπαιρνε όλα τα μέτρα που απαιτεί το ΚΚΕ και έχει στην προμετωπίδα του το οργανωμένο εργατικό – λαϊκό κίνημα, υπογράμμισε ο κομμουνιστής βουλευτής, αναφέροντας ότι «η κυβέρνηση στόχο έχει να δοκιμάσει νέες μεθόδους κρατικής καταστολής για κάθε χρήση στο όνομα της προστασίας της δημόσιας τάξης και ασφάλειας. Μεθόδους που μπορούν να στοχοποιήσουν τη δράση και τους αγώνες του λαού και να νομιμοποιήσουν προληπτικά μέτρα εναντίον του για την ασφάλεια των συμφερόντων του κεφαλαίου».
Όσον αφορά το σχέδιο νόμου για την οδική ασφάλεια, επισήμανε ότι η επικίνδυνη κατάσταση στο οδικό δίκτυο και οι νεκροί που θρηνούμε καθημερινά, έχει υπεύθυνο, είναι η πολιτική που βάζει στο ζύγι του κόστους – οφέλους τη ζωή του λαού. Η έλλειψη ασφαλούς οδικού και σιδηροδρομικού δικτύου, οι κακοτεχνίες, η έλλειψη φωτισμού, η έλλειψη ενδεδειγμένης φωτοσήμανσης, αλλά και νέας τεχνολογίας, σε συνδυασμό με τις εργασιακές σχέσεις των εργαζομένων στις μεταφορές, τις ατελείωτες ώρες στο τιμόνι, την έλλειψη οδικής παιδείας, είναι αυτά που δεν αντιμετωπίζει η κυβέρνηση ούτε με το νέο ΚΟΚ που ψήφισε το καλοκαίρι, ούτε με το σημερινό νομοσχέδιο, είπε. Κατήγγειλε ότι η αύξηση των προστίμων και η γρήγορη είσπραξή τους μέσω των ψηφιακών μέσων δεν είναι παιδαγωγικό αλλά τιμωρητικό μέτρο, δεν αφορά την πρόληψη, αλλά την καταστολή και την τιμωρία, δεν αποτρέπει τα τροχαία, απλά τα καταστέλλει.
Κατήγγειλε επίσης την κυβέρνηση που δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι με τις κάμερες θα αντιμετωπίσει τα τροχαία δυστυχήματα και όχι με τον σχεδιασμό των αναγκαίων έργων που θα διασφαλίζουν πρωτίστως την ανθρώπινη ζωή, την ασφάλεια και όχι την ταχύτητα.
Πίσω από την προπαγάνδα για αυστηρή εφαρμογή του ΚΟΚ κρύβεται η ένταση της παρακολούθησης και του φακελώματος μαζί με τους νέους μηχανισμούς συλλογής και επεξεργασίας προσωπικών στοιχείων ώστε να διευρύνονται οι βάσεις δεδομένων που αξιοποιούν οι κρατικές υπηρεσίες ασφάλειας, σημείωσε, και κατέληξε για το θέμα λέγοντας: «Καμιά εμπιστοσύνη δεν πρέπει να έχει ο λαός σε αυτό το σύστημα και το πολιτικό του προσωπικό, ώστε να διασφαλίσει τα προσωπικά δεδομένα. Το ψηφιακό κράτος που χτίζεται δεν έχει στόχο την προστασία του λαού, αλλά τη θωράκιση του κατασταλτικού του ρόλου ενάντια στον λαό και τους αγώνες του, ειδικά στις σημερινές συνθήκες της πολεμικής προπαρασκευής».
Ξεκινώντας τη δευτερολογία του, ο Χρ. Κατσώτης κάλεσε την κυβέρνηση να ικανοποιήσει τα δίκαια αιτήματα των αγωνιζόμενων βιοπαλαιστών αγροτοκτηνοτρόφων που με τις κινητοποιήσεις τους στέκονται μαζικά απέναντι στην ΚΑΠ της ΕΕ, την εκτροφή των σκανδάλων που τους τσακίζει τη ζωή. «Καμιά απειλή που εξαπολύουν κυβερνητικά στελέχη δεν τους φοβίζει», επισήμανε, προσθέτοντας επίσης ότι «καμιά συκοφαντία δεν περνά όπως αυτή του κυρίου Κυρανάκη ότι οι αγροτικές κινητοποιήσεις των προηγούμενων χρόνων οδήγησαν στον ΟΠΕΚΕΠΕ. Του θυμίζουμε ότι εκτός των άλλων το κύριο αίτημά τους όλα αυτά τα χρόνια ήταν και είναι ενάντια στην Κοινή Αγροτική Πολιτική και τις επιδοτήσεις με βάση την έκταση και όχι την παραγωγή, αίτημα που το υπονόμευαν στελέχη της ΝΔ, αυτοί που έτρωγαν τον κόπο των πολλών, οι ”φραπέδες” και οι ”χασάπηδες” σε όλη την Ελλάδα, που σήμερα η κυβέρνησή του συγκαλύπτει».



