«Dance me to the end of love – Χόρεψέ με στο τέλος της αγάπης»

Θεωρείται ένα από τα πλέον ερωτικά τραγούδια του 20ου αιώνα.

Φαινομενικά αναδύει τον ολοκληρωτικά αφοσιωμένο, τον παντοτινό, τον ανυπέρβλητο, τον σπάνια μοναδικό έρωτα.

Μια ερμηνεία συγκινησιακή κι εγκάρδια. Σαγηνεύει και συνεχίζει το διηπειρωτικό και διαχρονικό του ταξίδι σε αναρίθμητα χείλη εξακολουθώντας να διεγείρει αισθήσεις, να πυροδοτεί και να γιγαντώνει συναισθήματα αναδυόμενο πάντα ως ύμνος ερωτικός.

Εξέπληξε τους πάντες ο Λέοναρντ Κόεν όταν αποκάλυπτε πως το τραγούδι αποτελεί αναφορά στην κτηνωδία του Άουζβιτς.

Ο Κοέν σχολιάζοντας “το φλεγόμενο βιολί”  (the burning violin) δήλωσε σε συνέντευξή του:

«Είναι παράξενος ο τρόπος που γεννιέται ένα τραγούδι, κάθε τραγούδι έχει κάποιου είδους σπόρο, που κάποιος βάζει στο χέρι σου ή ο ίδιος ο κόσμος βάζει στο χέρι σου, και γι’ αυτό η διαδικασία είναι τόσο μυστήρια για το πώς γράφεται ένα τραγούδι. Όμως το συγκεκριμένο ήρθε για μένα απλά επειδή γνώριζα ή άκουγα ότι δίπλα στα κρεματόρια, σε κάποια στρατόπεδα θανάτου υπήρχε μία ομάδα μουσικών, που αποτελούνταν από ένα κουαρτέτο εγχόρδων, οι οποίοι υποχρεώνονταν να παίζουν κάθε φορά που εξελισσόταν η διαδικασία αυτής της φρίκης. Και αυτούς τους ανθρώπους που έπαιζαν, τους περίμενε η ίδια τρομακτική μοίρα. Και υποχρεώνονταν να παίζουν κλασική μουσική, την ώρα που οι συγκρατούμενοί τους θανατώνονταν και καίγονταν. Αυτή η μουσική λοιπόν το “χόρεψέ με στην ομορφιά σου με ένα φλεγόμενο βιολί” εννοεί συμβολικά σαν ομορφιά το τέλος της ύπαρξης, και το στοιχείο του πάθους που διέπει κάθε ολοκλήρωση»

Ακόμα λιγότεροι γνωρίζουν πως το φλεγόμενο βιολί παλλόταν κάτω από τα δάχτυλα του Ιάκωβου Στρούμσα, του Θεσσαλονικιού Εβραίου, που έζησε τον εφιάλτη των στρατοπέδων συγκέντρωσης και υπήρξε ο αρχιβιολιστής της μακάβριας αυτής ορχήστρας.

Έφτασε στο Μπιρκενάου στις 8 Μαΐου 1943. Δώδεκα μέρες ταξίδι με το τρένο αυτός και η οικογένειά του, μαζί με σε 2.500 Εβραίους. Ήταν η 16η αποστολή. Περισσότεροι από 50.000 Εβραίοι από τη Θεσσαλονίκη θα μπουν στα τρένα που οδηγούσαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, δίχως γυρισμό.

Όταν του χάραξαν στο χέρι τον αριθμό 121.097 τότε κατάλαβε πια πως βρίσκεται στην κόλαση.

Στο βιβλίο του, «Διάλεξα την ζωή… Από τη Θεσσαλονίκη στο Άουσβιτς», εκδόσεις Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1997, αναφέρει:

«Σκότωσαν την γυναίκα μου, έγκυο στον όγδοο μήνα, η μητέρα της, ο πατέρας της, η μητέρα μου, ο πατέρα μου, δολοφονήθηκαν με γκάζι μόλις φτάσαμε και έπειτα τους κάψανε στους φούρνους…». Μετά την άφιξή μας στο στρατόπεδο και την εξαφάνιση της γυναίκας μου και των γονιών μου, η μουσική ήταν αυτή που με βοήθησε να μην βουλιάξω στην απελπισία. Γιατί ένας άνθρωπος απελπισμένος είναι ήδη ένας άνθρωπος νεκρός.

Ναι, δεν πέθανα εκεί, θα πει σε συνέντευξή του αλλά, μπόρεσα ποτέ να φύγω από το Άουζβιτς;

Χόρεψέ με στην ομορφιά σου μ’ ένα φλεγόμενο βιολί

Χόρεψέ με μέσα στο πανικό μέχρι που να βγωμ’ ασφάλεια

Σήκωσέ με σαν ένα κλαδί ελιάς και γίνε το φυλακισμένο περιστέρι μου

Χόρεψέ με στο τέλος της αγάπης

Αυτό το τραγούδι αναμφίβολα αποτελεί μια σφραγίδα στην αιτιώδη σχέση που μπορεί να έχει η ομορφιά με την ασχήμια στην τέχνη, το μεγαλειώδες συναίσθημα με το αποκρουστικό πρόσωπο μιας φρικιαστικής πραγματικότητας και τέλος η θέληση για τη ζωή με τις πιο εφιαλτικές εμπειρίες.

Ρούλα Καραγιάννη

Πληροφορίες από εφημερίδες «Καθημερινή», THESSNEWS.GR

Δείτε ακόμα...