Η όξυνση των ανταγωνισμών με τα άλλα ιμπεριαλιστικά κέντρα όσο και στο εσωτερικό της ΕΕ αποτυπώνεται στη «Διακήρυξη των Βρυξελλών», στην οποία κατέληξε η Σύνοδος ΕΕ – Δυτικών Βαλκανίων της Τετάρτης.
«Το ολοένα περιπλοκότερο γεωστρατηγικό περιβάλλον, με κυρίαρχο γεγονός τον επιθετικό πόλεμο της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας και έντονη επίδραση από την κρίση στη Μέση Ανατολή, εξακολουθεί να θέτει σε κίνδυνο την ευρωπαϊκή και παγκόσμια ασφάλεια», σημειώνει η Διακήρυξη, ενώ προστίθεται πως αναδεικνύεται η «σημασία της ενότητας και κοινού στόχου εντός της ευρωπαϊκής οικογένειας και της στρατηγικής εταιρικής σχέσης μεταξύ της ΕΕ και της περιοχής των Δυτικών Βαλκανίων, ώστε να οικοδομηθούν ολοένα στενότεροι δεσμοί και βαθύτερη συνεργασία με την ΕΕ, με βάση κοινές αρχές και αξίες», τα συμφέροντα δηλαδή των ευρωπαϊκών μονοπωλίων.
Σε ένα πλαίσιο σύνθετων αντιθέσεων και παζαριών και ενώ Ρωσία – Κίνα δεν παραιτούνται από δικούς τους σχεδιασμούς στην περιοχή, η Διακήρυξη αναφέρει απευθυνόμενη στις βαλκανικές υποψήφιες προς ένταξη χώρες ότι «η συμπαράταξη με την ΕΕ αποτελεί σαφή ένδειξη του στρατηγικού προσανατολισμού των εταίρων, τώρα περισσότερο από ποτέ, υπό το φως του επιθετικού πολέμου της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας και άλλων προκλήσεων στον τομέα της ασφάλειας», τονίζοντας πως «ένα κοινό όραμα για το μέλλον συνεπάγεται κοινές αξίες και αμοιβαίες ευθύνες» και πως «καθώς εμβαθύνουμε τη συνεργασία μας με τους εταίρους μας, τους παροτρύνουμε να σημειώσουν ταχεία και σταθερή πρόοδο προκειμένου να ευθυγραμμισθούν πλήρως με την Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφαλείας (ΚΕΠΠΑ) της ΕΕ, μεταξύ άλλων με τα περιοριστικά μέτρα (σ.σ. κυρώσεις) της ΕΕ, και να ενεργήσουν αναλόγως».
Φυσικά, η Διακήρυξη ζητά να προχωρήσουν χωρίς καθυστερήσεις συμβιβασμοί και «διευθετήσεις» για την «ευρωατλαντική συνοχή» στην περιοχή, σημειώνοντας ότι «εξακολουθούν να απαιτούνται περαιτέρω αποφασιστικές προσπάθειες για την προώθηση της συμφιλίωσης και της περιφερειακής σταθερότητας, καθώς και για να εξευρεθούν και να υλοποιηθούν οριστικές, συμπεριληπτικές και δεσμευτικές λύσεις σε περιφερειακές διμερείς διαφορές και ζητήματα των εταίρων που έχουν τις ρίζες τους στην κληρονομιά του παρελθόντος». Ειδική αναφορά γίνεται μεταξύ άλλων στην πορεία εξομάλυνσης των σχέσεων Σερβίας – Κοσόβου, για την οποία οι Βρυξέλλες ζητούν «εποικοδομητική δέσμευση» και «πνεύμα συμβιβασμού», ενώ συνολικότερα καλούνται οι «εταίροι» «να εγγυώνται τα δικαιώματα και την ίση μεταχείριση των προσώπων που ανήκουν σε μειονότητες».
Σε ό,τι αφορά αυτό το τελευταίο, θυμίζουμε πως η γερμανική κυβέρνηση τάχθηκε υπέρ της ευρωενωσιακής προοπτικής της Αλβανίας, αγνοώντας ενστάσεις της ελληνικής κυβέρνησης, λόγω της πολύμηνης φυλάκισης του εκλεγμένου δημάρχου Χειμάρρας Φρ. Μπελέρη. Μάλιστα στη Διακήρυξη τονίζεται ότι «η ΕΕ εκφράζει ικανοποίηση για την αποφασιστικότητα των εταίρων των Δυτικών Βαλκανίων να σεβαστούν και να δεσμευτούν ως προς τις βασικές ευρωπαϊκές αξίες και αρχές, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο. Η ΕΕ χαιρετίζει επίσης την επιβεβαιωμένη δέσμευση των εταίρων των Δυτικών Βαλκανίων υπέρ της υπεροχής της δημοκρατίας, των θεμελιωδών δικαιωμάτων και αξιών και του κράτους δικαίου»…
Σημειωτέον ότι από τη μεριά του ο Ελληνας πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης φέρεται στη συζήτηση να επανήλθε στην υπόθεση Μπελέρη, λέγοντας ότι το θέμα ανάληψης καθηκόντων από τον εκλεγμένο δήμαρχο Χειμάρρας και το δικαίωμά του σε μια δίκαιη δίκη δεν αποτελεί διμερές ζήτημα Ελλάδας – Αλβανίας, αλλά θέμα σεβασμού του κράτους Δικαίου – που αποτελεί «κορωνίδα της ενταξιακής διαδικασίας».
Στο μεταξύ, στην Αθήνα, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Π. Μαρινάκης, ερωτηθείς σχετικά στην ενημέρωση χτες των δημοσιογράφων, επέμενε ότι «το ζήτημα του Φρ. Μπελέρη δεν είναι διμερές ζήτημα της Ελλάδας και της Αλβανίας, είναι ζήτημα κράτους δικαίου», ζητώντας «να αναγνωρισθεί ο Φρ. Μπελέρης ως εκλεγμένος δήμαρχος και ν’ ασκήσει τα καθήκοντά του. Και από κει και πέρα να έχει μία δίκαιη δίκη, με σεβασμό στο τεκμήριο αθωότητας και όλα όσα πρέπει ένα κράτος δικαίου να σέβεται».
Για το γεγονός, δε, ότι ο Γερμανός καγκελάριος Ολαφ Σολτς τάχθηκε υπέρ της ένταξης της Αλβανίας, ακόμη και αν χρειαστεί να παρακαμφθεί το ελληνικό βέτο και να χρησιμοποιηθεί και ο όρος «ειδική πλειοψηφία» στο Ευρωκοινοβούλιο, ο Μαρινάκης αντέτεινε πως δήθεν «ο σεβασμός των κανόνων του κράτους δικαίου και οι προϋποθέσεις που θέτουν (…) τα κράτη, δεν παρακάμπτονται», ισχυριζόμενος ότι «δεν υπάρχει, νομίζω, κανένα ζήτημα απομόνωσης» της ελληνικής κυβέρνησης έναντι των λοιπών της ΕΕ.
Από τη μεριά του ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Σαρλ Μισέλ ξεχώρισε την ανάγκη «να κάνουμε το παν για να προστατεύσουμε την ασφάλεια της περιοχής», εστιάζοντας και στην ανάγκη μεγαλύτερης συνεργασίας στο Μεταναστευτικό, ενόψει και εξελίξεων που επιταχύνει και ο νέος πόλεμος στη Μέση Ανατολή, αυξάνοντας τα καραβάνια των ξεριζωμένων που θα βρεθούν στο επίκεντρο νέων σκληρών διαπραγματεύσεων.
Από την πλευρά της, η πρόεδρος της Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, είπε ότι έγινε μια «εποικοδομητική» συζήτηση στη βάση των τελευταίων εκθέσεων προόδου της Επιτροπής, ενώ δεν παρέλειψε να κάνει ειδική αναφορά στο νέο αναπτυξιακό σχέδιο για τα Δυτικά Βαλκάνια, ύψους 6 δισ. ευρώ για το διάστημα 2024-2027.
Μεταξύ άλλων δηλώσεων, ο ΥΠΕΞ της Ουγγαρίας σχολίασε ότι «αντί να παραπονιόμαστε ότι άλλοι παγκόσμιοι πολιτικοί παράγοντες αυξάνουν την επιρροή τους στα Δυτικά Βαλκάνια, θα πρέπει να καλωσορίσουμε τα τέσσερα βαλκανικά κράτη στην ΕΕ».



