«Με ποιο δικαίωμα σκόρπισαν το παιδί μου; Γιατί τόση βιασύνη, γιατί τόσος πανικός; Χάλασε τη μόστρα της κυβέρνησης; Γιατί απανθρακώθηκε το παιδί μου; Γιατί να είναι κατακερματισμένη η δίκη; Αν κάποιοι έκαναν σωστά τη δουλειά τους, το παιδί μου θα ήταν σπίτι του. Αυτό που απαιτώ από εσάς, εκτός από το να διευρύνετε το κατηγορητήριο, είναι να τιμωρήσετε όλους όσους ευθύνονται για τον θάνατο του παιδιού μου».
Με αυτά τα λόγια η Αννα Καρατζόγλου, μητέρα της αδικοχαμένης Κέλλυς Πορφυρίδου, κατέθεσε σήμερα στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Λάρισας, στο οποίο εκδικάζεται η υπόθεση του προδιαγεγραμμένου εγκλήματος των Τεμπών.
Τα λόγια της, όπως και των υπόλοιπων συγγενών, αντανακλούν το ιδιαίτερα βαρύ και συγκινησιακό κλίμα που επικρατεί στη δικαστική αίθουσα, μέσα στην οποία οι συγγενείς των θυμάτων του εγκλήματος συνεχίζουν να καταθέτουν ως μάρτυρες μεταφέροντας το μέγεθος της απώλειας των δικών τους ανθρώπων, το βαρύ πένθος, αλλά και την οργή για την απουσία κάθε ασφαλιστικής δικλείδας στον σιδηρόδρομο που θα απέτρεπε ένα τέτοιο έγκλημα.
Νωρίτερα, είχαν καταθέσει και άλλοι συγγενείς θυμάτων. Ο Δημήτρης και η Αθανασία Μπουρνάζη, οι οποίοι έχασαν τον πατέρα τους, Ευάγγελο, και τον αδελφό τους, Παναγιώτη, αναφέρθηκαν στις συνθήκες λειτουργίας του σιδηροδρόμου και στα ανύπαρκτα μέτρα ασφάλειας. Ο Δ. Μπουρνάζης ανέφερε χαρακτηριστικά στην κατάθεσή του, μεταξύ άλλων, πως «λειτουργούσαν τρένα πανάρχαια, δεν υπήρχε η στοιχειώδης πυρασφάλεια. Μας κουνούσαν το δάχτυλο ότι όλα ήταν ασφαλή». Και πρόσθεσε ότι «προσπαθώ να είμαι συνεπής απέναντι σε ένα κράτος που είναι εντελώς ασεβές απέναντί μας. Δεν μπορώ να δεχτώ ότι ο πατέρας μου και ο αδελφός μου χάθηκαν από σύγκρουση τρένων σε μια γραμμή».
Από την πλευρά της η Αθ. Μπουρνάζη στην κατάθεσή της ανέφερε: «Να αποδοθεί δικαιοσύνη, πρέπει ο κάθε κατηγορούμενος να πληρώσει το χρέος του. Δεν πρέπει να ξαναγίνει αυτό το πράγμα. Θεωρώ ανεπίτρεπτο ότι τίποτα δεν έχει αλλάξει στον σιδηρόδρομο».
Στη συνέχεια, κατέθεσε η Ζαφείρω Καρασσάβα, μητέρα του Γιάννη Καρασσάβα, η οποία μεταξύ άλλων στηλίτευσε τα περί «ασφάλειας» που ακούγονταν από τα χείλη του τότε υπουργού Μεταφορών, τονίζοντας πως «αποδείχτηκε ανύπαρκτη».
Τον πόνο για την απώλεια του Παναγιώτη Χατζηχαραλάμπους, εργαζόμενου στην εμπορική αμαξοστοιχία, μετέφεραν στο δικαστήριο οι γονείς του, Βασίλης και Περσεφόνη, και η σύζυγός του Βασιλική Γκέκα, ζητώντας την τιμωρία όλων των ενόχων.
Κρατώντας στο χέρι μια φωτογραφία του πατέρα του, Παβλίν Μπόζο, ο οποίος εργαζόταν στο κυλικείο της επιβατικής αμαξοστοιχίας, κατέθεσε ο γιος του Αγγελος Μπόζο, προσκομίζοντας στην έδρα του δικαστηρίου βίντεο από drone, το οποίο καταγράφηκε την επόμενη μέρα της σύγκρουσης στο σημείο του εγκλήματος. Ο ίδιος αναφέρθηκε στην αλλοίωση του χώρου του εγκλήματος και παράλληλα σημείωσε πως ο πατέρας του «βρέθηκε καμένος. Ακούγαμε πως τα τρένα ήταν ασφαλή, αλλά μάλλον μας έλεγαν ψέματα». «Δεν θα τους αφήναμε να μπουν και να δουλεύουν στα τρένα – φέρετρα», σημείωσε από την πλευρά της η Ντιάνα Μπόζο, γυναίκα του Παβλίν Μπόζο.
«Η εικόνα που αντίκρισα ήταν εικόνα πολέμου. Φαίνεται στις φωτογραφίες», τόνισε για τις παρεμβάσεις στον τόπο του εγκλήματος ο Λάζαρος Πορφυρίδης, πατέρας της Κέλλυς Πορφυρίδου, προσθέτοντας πως «τα παιδιά μας έφυγαν άδικα, είναι θύματα ενός κράτους που δεν δείχνει σεβασμό στην ανθρώπινη ζωή».
Πέρα από τις καταθέσεις των συγγενών στη χτεσινή διαδικασία, συνήγοροι υποστήριξης της κατηγορίας υπέβαλαν αίτημα στο δικαστήριο για να αναζητηθούν και να ταυτοποιηθούν τα εκατοντάδες τμήματα οστών που βρέθηκαν στο πλαίσιο της έρευνας του Εφέτη Ανακριτή στο Κουλούρι, όπου φυλάσσονται τα συντρίμμια του σιδηροδρομικού εγκλήματος.
Να σημειωθεί ακόμη πως κατά την έναρξη της διαδικασίας η πρόεδρος του Δικαστηρίου ανακοίνωσε πως γίνεται ομόφωνα δεκτό το αίτημα για άρση του απορρήτου στο κινητό τηλέφωνο του σταθμάρχη της μοιραίας βάρδιας Βασ. Σαμαρά. Το δικαστήριο διέταξε τη διενέργεια εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης από το αρμόδιο τμήμα της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών της Ελληνικής Αστυνομίας στη συσκευή για τις εισερχόμενες και εξερχόμενες κλήσεις, τα εισερχόμενα και εξερχόμενα SMS, MMS, καθώς και στις εφαρμογές δεδομένων και σε περίπτωση που διαπιστωθούν διαγραμμένα αρχεία να γίνει προσπάθεια ανάκτησής τους.



