Ακόμη μία δολοφονία γυναίκας έρχεται να προστεθεί στη μακρά λίστα των εγκλημάτων βίας με θύματα γυναίκες, αυτή τη φορά στη Δράμα, όπου μια 45χρονη αστυνομικός δολοφονήθηκε ύστερα από άγρια επίθεση που δέχθηκε από τον 50χρονο σύζυγό της, επίσης αστυνομικό, ο οποίος στη συνέχεια αυτοκτόνησε.
Το νέο αυτό έγκλημα έρχεται να υπογραμμίσει ξανά το γεγονός ότι τα φαινόμενα κακοποίησης που φτάνουν μέχρι τη δολοφονία των γυναικών αποτελούν ένα κοινωνικό φαινόμενο με βαθιές ρίζες στην εκμεταλλευτική καπιταλιστική κοινωνία, στο πλαίσιο της οποίας πολλαπλασιάζεται η πολύμορφη βία εναντίον των γυναικών, την ίδια ώρα που μένουν χωρίς ολόπλευρη κοινωνική προστασία και στήριξη.
Σύμφωνα με τα μέχρι στιγμής στοιχεία, η τραγωδία εκτυλίχθηκε το απόγευμα της Δευτέρας μέσα στο σπίτι του ζευγαριού και μπροστά στα μάτια του μικρότερου παιδιού του. Ο 50χρονος φέρεται να επιτέθηκε στη σύζυγό του με μαχαίρι, καταφέροντάς της πολλαπλά χτυπήματα. Η γυναίκα εντοπίστηκε σοβαρά τραυματισμένη και διακομίστηκε αρχικά στο Νοσοκομείο Δράμας και στη συνέχεια στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Αλεξανδρούπολης, όπου οι γιατροί έδωσαν μάχη για να την κρατήσουν στη ζωή, χωρίς όμως να τα καταφέρουν.
Λίγη ώρα αργότερα, ο δράστης εντοπίστηκε νεκρός κοντά στην κατοικία, έχοντας χρησιμοποιήσει το υπηρεσιακό του όπλο για να αυτοκτονήσει.
Σοκ προκαλεί το γεγονός ότι το ανήλικο 16χρονο παιδί της οικογένειας ήταν εκείνο που ειδοποίησε τις αρχές αμέσως μετά την επίθεση.
Πληροφορίες που βλέπουν το φως της δημοσιότητας αναφέρουν ότι η γυναίκα φέρεται να είχε εκφράσει φόβους και ανησυχίες για την κατάσταση που επικρατούσε στην οικογενειακή της ζωή, ενώ σύμφωνα με άλλες πληροφορίες είχε ζητήσει απόσπαση από την υπηρεσία της τουλάχιστον δυο φορές.
Την ίδια ώρα, η υπόθεση επαναφέρει στο προσκήνιο κρίσιμα ερωτήματα για την πρόληψη και αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας, αλλά και για τους μηχανισμούς ελέγχου σε περιπτώσεις όπου εμπλέκονται στελέχη των Σωμάτων Ασφαλείας. Παράλληλα, αναδεικνύει για ακόμη μια φορά τις σοβαρές ελλείψεις στις δημόσιες δομές πρόληψης, στήριξης και ολόπλευρης κοινωνικής προστασίας των θυμάτων, καθώς και την ανάγκη ουσιαστικής ενίσχυσής τους με μόνιμο προσωπικό και επαρκή χρηματοδότηση.



