Δύο ποιήματα του Γ. Μπίμη για το Πολυτεχνείο

Μνημείο Πολυτεχνείο
Πηγή : Eurokinissi

Νοέμβρης 1973

Στα μαύρα χρόνια της σκλαβιάς,
στον πόνο και στην πείνα,
άσκιαχτοι νιοι ξεσπάθωσαν,
στις δεκαεπτά του μήνα.

Νοέμβρη, κύρη της σποράς,
προστάτεψε τη νιότη
που πολεμά σαν το θεριό
το βέβηλο προδότη.

Γλεντάει ο χάρος στη γωνιά
Στουρνάρη – Πατησίων
κι λευτεριά βαφτίζεται
στο αίμα των οσίων.

Κι ένας λυγμός ορθώνεται
απ’ της καρδιάς τα βάθη,
για τις καινούριες μας πληγές
για του λαού τα πάθη.

Ποτάμι αίμα κύλισε
στο μάρμαρο, στην πέτρα,
μα εσύ πικρή πατρίδα μου,
τη λεβεντιά τους μέτρα!

Πόσα τραγούδια να σας πω
και πως να σας παινέψω;
Τη νιότη σας που έδυσε
πώς να τη ζωντανέψω;

ΓΙΩΡΓΟΣ Δ. ΜΠΙΜΗΣ
Αθήνα 1974


Η σιωπή

Έπεφτε βαθιά σιωπή
στα βρεγμένα φύλλα,
μαύρη ανατριχίλα,
μοίρα σκυθρωπή.

Στη στερνή την ιαχή,
τα θλιμμένα μάτια
έγιναν κομμάτια,
στη θολή βροχή.

Σε καλούσε γιε μου η γη
κι έτρεξες στη μπόρα
κι η δεινή η ώρα
σου ‘σβησε το φως.

Βλέμμα που χαμήλωσε
στ’ οπλισμένο χέρι,
τι πικρό μαχαίρι!
Κι ήταν αδερφός!

ΓΙΩΡΓΟΣ Δ. ΜΠΙΜΗΣ
Αθήνα 1974

Δείτε ακόμα...