Την εικόνα μιας Δυτικής Μακεδονίας που τάχα αφήνει πίσω της τις συνέπειες της απολιγνιτοποίησης και περνά σε μια νέα περίοδο «ανάπτυξης», επενδύσεων και «καλοπληρωμένων θέσεων εργασίας» επιχείρησε να φιλοτεχνήσει ο πρωθυπουργός Κυρ. Μητσοτάκης κατά τη σημερινή περιοδεία του σε Φλώρινα, Πτολεμαΐδα και Κοζάνη.
Το πρόγραμμα της επίσκεψης ήταν άλλωστε προσαρμοσμένο ακριβώς σε αυτό το κυβερνητικό αφήγημα: Επιχειρήσεις μεταποίησης και αγροδιατροφής στη Φλώρινα, η μεγάλη επένδυση της «Wonderplant» στα πρώην λιγνιτικά εδάφη της Πτολεμαΐδας, η ΣΗΘΥΑ για τις τηλεθερμάνσεις και η νέα πτέρυγα του Μαμάτσειου Νοσοκομείου. Σε κάθε σταθμό επαναλαμβάνονταν οι αναφορές στην «εξωστρέφεια», στις επενδύσεις, στους κρατικούς και ευρωπαϊκούς πόρους και στις νέες θέσεις εργασίας που υποτίθεται ότι σηματοδοτούν το μέλλον της περιοχής.
Πίσω όμως από την εικόνα που επιχείρησε να παρουσιάσει η κυβέρνηση βρίσκεται μια πολύ διαφορετική πραγματικότητα.
Η ίδια πολιτική που σήμερα υπόσχεται νέες θέσεις εργασίας είναι αυτή που επιτάχυνε το κλείσιμο των λιγνιτικών μονάδων και των ορυχείων, με χιλιάδες άμεσες και έμμεσες θέσεις εργασίας να χάνονται, εκατοντάδες εργολαβικούς εργαζόμενους να βρίσκονται αντιμέτωποι με την ανεργία και ολόκληρες περιοχές να βιώνουν τις συνέπειες της ανεργίας, της ερημοποίησης και της ενεργειακής φτώχειας.
Και τώρα, πάνω σε αυτό το έδαφος, το κράτος και η ΕΕ κινητοποιούν εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ, εκτάσεις και υποδομές για να ανοίξουν νέα κερδοφόρα πεδία για επιχειρηματικούς ομίλους. Οι ανάγκες του λαού για σταθερή δουλειά, φθηνή Ενέργεια και θέρμανση μπαίνουν ξανά στο ζύγι της ανταγωνιστικότητας και της απόδοσης κάθε επένδυσης.
Αποκαλυπτικός ήταν άλλωστε ο ίδιος ο πρωθυπουργός στην Πτολεμαΐδα, όπου δήλωσε ότι την απομάκρυνση από τον λιγνίτη «μας την υπέδειξε η ίδια η αγορά Ενέργειας» και ότι όποιος μιλά για επιστροφή στον λιγνίτη «λέει ψέματα» και «κοροϊδεύει».
Σε αυτήν ακριβώς τη φράση συμπυκνώνεται το πραγματικό κριτήριο της ενεργειακής πολιτικής. Οχι οι δυνατότητες που υπάρχουν ώστε ο λαός να έχει φθηνό και επαρκές ρεύμα, σταθερή εργασία και προστασία του περιβάλλοντος, αλλά οι ανάγκες της «αγοράς», δηλαδή η κερδοφορία των ενεργειακών ομίλων. Με αυτό το κριτήριο απαξιώθηκε η λιγνιτική παραγωγή, φορτώθηκε με το κόστος του Χρηματιστηρίου Ρύπων της ΕΕ και προωθήθηκε η μεγαλύτερη εξάρτηση από άλλες μορφές Ενέργειας, ενώ τα πρώην λιγνιτικά πεδία παραδίδονται σήμερα σε ΑΠΕ και νέα επενδυτικά σχέδια.
Ενδεικτική είναι η επένδυση της «Wonderplant» στη Μαυροπηγή, την οποία η κυβέρνηση προέβαλε ως απτή απόδειξη της επιτυχίας της «Δίκαιης Αναπτυξιακής Μετάβασης». Πρόκειται για επένδυση 130 εκατ. ευρώ, με πάνω από 60 εκατ. ευρώ να προέρχονται από το χρηματοδοτικό εργαλείο της ΔΑΜ, και με πρόβλεψη για τουλάχιστον 300 μόνιμες θέσεις εργασίας.

Αφού λοιπόν ξηλώθηκε ένα ολόκληρο παραγωγικό και ενεργειακό σύμπλεγμα, με τεράστιες συνέπειες για την απασχόληση και την οικονομική δραστηριότητα, η κυβέρνηση εμφανίζει σήμερα ως μεγάλη κατάκτηση το γεγονός ότι δημόσιο χρήμα διοχετεύεται σε νέες επενδύσεις που υπόσχονται ένα κλάσμα των θέσεων εργασίας που χάθηκαν.
Η ίδια αντιστροφή της πραγματικότητας εμφανίστηκε και στο ζήτημα της τηλεθέρμανσης. Η ΣΗΘΥΑ παρουσιάζεται ως απόδειξη ότι η κυβέρνηση δίνει λύση, ενώ είναι η πολιτική της απολιγνιτοποίησης που έθεσε σε αμφισβήτηση ένα σύστημα το οποίο για δεκαετίες εξασφάλιζε θέρμανση στις πόλεις της περιοχής, δημιουργώντας νέα βάρη και ανασφάλεια για τα λαϊκά νοικοκυριά.
Ανάλογη ήταν η εικόνα και στο Μαμάτσειο Νοσοκομείο. Ο πρωθυπουργός χαρακτήρισε τη νέα πτέρυγα «νοσοκομείο κόσμημα» και μίλησε για «πλήρη ανάταξη των υποδομών του ΕΣΥ». Πίσω όμως από τις νέες κτιριακές υποδομές παραμένουν τα σοβαρά προβλήματα υποστελέχωσης, τα κενά σε γιατρούς και νοσηλευτές και η εντατικοποίηση για τους υγειονομικούς, αποδεικνύοντας ότι σύγχρονα κτίρια χωρίς το αναγκαίο μόνιμο προσωπικό δεν μπορούν να καλύψουν τις λαϊκές ανάγκες..
Στον ίδιο τόνο κινήθηκαν και οι εξαγγελίες για την κτηνοτροφία και τον αγροδιατροφικό τομέα. Ο Κυρ. Μητσοτάκης μίλησε για «πολύ φιλόδοξα σχέδια» και για τις δυνατότητες των εξαγωγών, την ώρα που οι κτηνοτρόφοι και οι αγρότες της περιοχής στενάζουν από το υψηλό κόστος παραγωγής, τις χαμηλές τιμές, τις επιζωοτίες και την πολιτική της ΚΑΠ της ΕΕ.
Τελικά, το «νέο παραγωγικό μοντέλο» που διαφήμισε ο πρωθυπουργός δεν είναι παρά η συνέχεια της ίδιας πολιτικής με άλλο περιτύλιγμα: Δημόσιο χρήμα, γη, Ενέργεια και υποδομές στην υπηρεσία των επενδυτικών σχεδίων του κεφαλαίου και για τον λαό ανεργία, ανασφάλεια, ακριβή Ενέργεια και εμπορευματοποιημένη Υγεία.
Το δίλημμα που επιβεβαιώνεται για μια ακόμα φορά δεν είναι αν η Δυτική Μακεδονία θα μείνει «κολλημένη στο παρελθόν» ή θα περάσει στη «νέα εποχή», όπως επιχειρεί να το θέσει η κυβέρνηση. Είναι αν οι τεράστιες παραγωγικές δυνατότητες, η Ενέργεια, η γη, οι υποδομές και η επιστημονική γνώση της περιοχής θα αξιοποιούνται με κριτήριο την κερδοφορία των επιχειρηματικών ομίλων ή για την ικανοποίηση των σύγχρονων λαϊκών αναγκών.
ΚΚΕ: Μακριά από τις ανάγκες του λαού, «κοντά» στα κέρδη των επενδυτών
Σε ανακοίνωσή της με αφορμή την επίσκεψη του πρωθυπουργού, η ΕΠ Δυτικής Μακεδονίας του ΚΚΕ σημειώνει:
«Η επίσκεψη του πρωθυπουργού στη Δυτική Μακεδονία έκανε εμφανές το γεγονός ότι η κυβέρνηση δεν έχει καμία επαφή με την πραγματικότητα που βιώνει ο λαός της περιοχής σε όλους τους τομείς της ζωής του (εργασία, εισόδημα, υγεία, ενέργεια – θέρμανση κ.ά.). Οι αρνητικές για τον λαό συνέπειες της πολιτικής της “απολιγνιτοποίησης” – “πράσινης μετάβασης” έχουν αφήσει πλέον βαθύ αποτύπωμα στο “σώμα” της Δυτικής Μακεδονίας, όσο κι αν προσπαθεί η κυβέρνηση να το κρύψει με “δημιουργική στατιστική”, όπως για παράδειγμα με το ζήτημα της ανεργίας, που την παρουσιάζει δήθεν μειωμένη, χωρίς να αναφέρει πόσοι μετανάστευσαν από την περιοχή και πόσα “σεμινάρια κατάρτισης” βαφτίζονται ως θέσεις εργασίας.
Ο πρωθυπουργός, ανάμεσα στο “εμπόριο” ελπίδας είπε και μια αλήθεια: “Μας το υπέδειξε η αγορά”, αποκαλύπτοντας πως εξαρχής ο ενεργειακός σχεδιασμός της χώρας, η απολιγνιτοποίηση και η πράσινη μετάβαση δεν έγιναν με κριτήριο την κάλυψη των ενεργειακών αναγκών του λαού και την αξιοποίηση των σύγχρονων παραγωγικών δυνατότητων, αλλά με κριτήριο την κερδοφορία των ομίλων, στα πλαίσια της όξυνσης του ανταγωνισμού και του ενεργειακού πολέμου που μαίνεται στην περιοχή. Αυτό μαρτυρούν και οι χιλιάδες θέσεις εργασίας που χάθηκαν μετά το κλείσιμο λιγνιτικών μονάδων και ορυχείων. Για αυτό και το ΚΚΕ επιμένει: Κανένα κλείσιμο σταθμών και ορυχείων, επαναλειτουργία όλων των λιγνιτικών μονάδων, χωρίς τις δεσμεύσεις της ΕΕ, του εμπορίου ρύπων και του χρηματιστηρίου ενέργειας
Ήταν μια επίσκεψη που απευθυνόταν στους επενδυτές – μετόχους των επιχειρηματικών ομίλων, καλωσορίζοντάς τους σε νέα πεδία κερδοφορίας, δίνοντας τους κυριολεκτικά “γη και ύδωρ”. Αναμάσησε το κάλπικο αφήγημα ότι από την έλευση των “επενδύσεων” θα βελτιωθεί δήθεν και η ζωή των εργαζομένων.
Όμως, το παραμύθι της κυβέρνησης για τη δήθεν δίκαιη μετάβαση, με κερδισμένους όλους, είναι διδακτικό, γιατί αποκαλύπτει ότι τα κέρδη των επενδυτών δεν πέφτουν από τον ουρανό. Η εγγυημένη κερδοφορία, η “βιώσιμη ανάπτυξη” των νέων επενδύσεων, βασίζεται στις δικές μας θυσίες, τόσο στο εισόδημα όσο και τα δικαιώματα του λαού. Πλέον αποδεικνύεται ότι το περιβόητο “φιλοεπενδυτικό” περιβάλλον είχε ως προϋπόθεση το τσάκισμα μισθών και συλλογικών συμβάσεων εργασίας, το ξεχείλωμα του εργάσιμου χρόνου, αλλά και το μεγάλο “ξεπούλημα” της γης, την ακύρωση των τεράστιων παραγωγικών δυνατότητων.
Είναι χαρακτηριστικό άλλωστε ότι η εκτίναξη των επενδύσεων σε ολόκληρη τη χώρα την περασμένη δεκαετία, από το 11% στο 17% του ΑΕΠ, δε μεταφράστηκαν σε καλύτερες μέρες για τους εργαζόμενους, τις εργατικές λαϊκές οικογένειες, αλλά σε νέες θυσίες και απώλειες.
Οι δηλώσεις για στήριξη της επιχειρηματικότητας, δεν αφορά τους μικρούς επαγγελματίες και αυτοαπασχολούμενους, αλλά τις μεγάλες επενδύσεις και τους επιχειρηματικούς ομίλους. Το παράδειγμα της Δυτικής Μακεδονίας φωτίζει το παραπάνω, αφού για τους κάθε λογής “στρατηγικούς” επενδυτές συνεχίζουν οι προκλητικές φοροαπαλλαγές και πακτωλός επιδοτήσεων με κάθε απίθανο τρόπο, δίπλα από τις φοροαπαλλαγές των εφοπλιστών και των τραπεζιτών, αλλά για τους αυτοαπασχολούμενους οι φορολόγηση από το 1ο ευρώ του εισοδήματος, η τεκμαρτή φορολόγηση τους “ξετινάζει”.
Πρόκληση, επίσης, αποτελεί για τους αγροτοκτηνοτρόφους της περιοχής που ξεκληρίζονται από το εκτοξευμένο κόστος παραγωγής, τις ζωωνόσους και δεν έχουν δει ούτε ένα ευρώ, το πρόγραμμα 63 εκατομμυρίων ευρώ σε συνδυασμό με την παροχή δημόσιας γης για το μεγάλο θερμοκήπιο, που βαφτίζεται “στήριξη του ελληνικού αγροδιατροφικού τομέα”.
Παρά τις φιέστες και τις κορδέλες στο νοσοκομείο Κοζάνης, που στενάζει από τις ελλείψεις προσωπικού, ξέχασαν να πουν πως το περιβόητο ταμείο Ανάκαμψης, που στηρίχθηκε από την κυβέρνηση και τη βολική αντιπολίτευση του ΠΑΣΟΚ και του Τσίπρα, θα το χρυσοπληρώσει ο λαός από την τσέπη του αλλά και με τα πάνω από 600 αντιλαϊκά προαπαιτούμενα, μεταξύ των οποίων είναι και η παραπέρα εμπορευματοποίηση και ιδιωτικοποίηση της υγείας.
Αυτό που έχει ανάγκη ο λαός της Δυτικής Μακεδονίας δεν είναι η αναμονή “σωτήρων – επενδυτών”, αλλά το δυνάμωμα του αγώνα σε σύγκρουση με την κυρίαρχη πολιτική, για να ανοίξει ο δρόμος για έναν άλλο δρόμο ανάπτυξης όπου κίνητρο της παραγωγής δεν θα είναι τα κέρδη των επενδυτών, αλλά η κάλυψη των αναγκών του λαού. Στα πλαίσια αυτά θα μπορούν να αξιοποιηθούν προς όφελος του λαού όλες οι παραγωγικές δυνατότητες της Δυτικής Μακεδονίας και όλες οι τεχνολογικές εφαρμογές που έχει δημιουργήσει η συλλογική ανθρώπινη εργασία και έρευνα.
Απάντηση στα κάλπικα κυβερνητικά αφηγήματα μπορεί να δώσει η μαζική συμμετοχή στο πανελλαδικό – παλλαϊκό συλλαλητήριο που προετοιμάζεται για το άλλο Σάββατο 5 Σεπτέμβρη στη ΔΕΘ. Εκεί ο λαός θα κάνει τις δικές του εξαγγελίες ότι στο προσκήνιο μπαίνουν οι δικές τους ανάγκες και όχι τα κέρδη».



