Παρακολουθώντας τον τελικό του επί κοντώ δεν γίνεται να μην σου τράβηξε την προσοχή ο νεαρός αθλητής που χαμογελάει συνεχώς. Χαμογελάει και γεμίζει θετική ενέργεια όλη η οθόνη της τηλεόρασης. Χαμογελάει και στέλνει τόση θετική ενέργεια σε εσένα που τον παρακολουθείς. Αυτός ο αθλητής στα 22 του χρόνια φοράει την φανέλα με το Ελληνικό εθνόσημο και έρχεται να προστεθεί σε μια σειρά από Έλληνες αθλητές που μας κάνουν περήφανους πρώτα για αυτά που λένε και κάνουν και έπειτα για τις αθλητικές τους επιδόσεις. Ο Γιάννης Αντετοκούνμπο, ο Μίλτος Τεντόγλου, ο Στέφανος Ντούσκος, ο Λευτέρης Πετρούνιας, ο Θοδωρής Ιακωβίδης , η Κατερίνα Στεφανίδη και άλλοι.
Σε μια κοινωνία που το μίσος και ο ρατσισμός ξεχειλίζει από παντού. Σε μια κοινωνία που αντί να προβάλει και να βοηθάει αυτά τα παιδιά τα έχει αφήσει αβοήθητα να παλεύουν μόνα τους απέναντι σε αντίξοες συνθήκες με πολλούς από αυτούς να αντιμετωπίζουν θέματα επιβίωσης. Σε μια κοινωνία που η μόνη ενέργεια των υπεύθυνων παραγόντων, πολιτικών και υπουργών είναι να τρέχουν να φωτογραφηθούν μαζί τους προσπαθώντας να κρύψει την ξευτίλα και την απουσία της και να κλέψει λίγη από την δόξα τους.
Γυρνώντας όμως πίσω στο 22χρονο παλικάρι με το καταπληκτικό χαμόγελο, τον Εμμανουήλ Καραλή, ας δούμε τις δηλώσεις που έκανε μετά το τέλος του αγώνα που τον έχρισε 4ο Ολυμπιονίκη. Αν μιλήσουμε με τα νούμερα του αθλητισμού βάση των επιδόσεων ήταν υποψήφιος για 11η – 12η θέση. Αυτός πάλεψε, χάρηκε τον αγώνα του και πετυχαίνοντας ατομική επίδοση έφτασε μια ανάσα από τα μετάλλια.
«Απίστευτο! Λέγομαι τέταρτος Ολυμπιονίκης. Φαντάσου! Δεν το πιστεύω… Είμαι χαρούμενος, είμαι ευτυχισμένος. Χάρηκα τον αγώνα, ελπίζω να είδατε πόσο τον χάρηκα. ήμουν ωραίος, ήμουν όμορφος. Σας ευχαριστώ όλους που ήσασταν εδώ. Όλα τα παιδιά, όλους τους ανθρώπους που παρακολούθησαν τις προσπάθειες όλων. Είμαι ευτυχισμένος……»
Και τελείωσε λέγοντας «… Να ευχαριστήσω την οικογένειά μου, τη μητέρα και τον πατέρα μου. Ξέρεις, από τα πλαστικά μαχαιροπήρουνα έστειλαν τον γιο τους στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Μία ιστορία, που από μόνη της είναι για βιβλίο. Έχω περάσει πολύ δύσκολα η αλήθεια είναι, αλλά όπως λένε ο αθλητισμός έχει εννέα λύπες και δύο χαρές. Αυτή η χαρά, που κατάφερα να έχω σήμερα, μου διαγράφει όλες τις λύπες που έχω περάσει. Δεν έχω πολλές σκέψεις. Θέλω να κάτσω και να ηρεμήσω, να πάρω την οικογένειά μου. Δεν ξέρω τι γίνεται στην Ελλάδα αυτή την στιγμή. Ελπίζω να τους έχω κάνει περήφανους γιατί προσπάθησα πάρα πολύ…»
Πριν φτάσει όμως εδώ αντιμετώπισε τον ρατσισμό σε ολόκληρη την μέχρι στιγμής πορεία του. Από το σχολείο μέχρι και τον Εθνικό προπονητή του ΣΕΓΑΣ Δημήτρη Κυτέα ο οποίος μετά τις καταγγελίες του Καραλή τιμωρήθηκε (1 χρόνο με αναστολή – απόφαση ντροπή) και μάλιστα συνόδευσε τους αθλητές στους Ολυμπιακούς αγώνες. Που ξέρεις μπορεί σε κάποια φωτογραφία να εμφανίζεται πανηγυρίζοντας την απόδοση του Εμμανουήλ Καραλή ή κάποιου άλλου αθλητή που πάλεψε σκληρά να τελειώσει την καριέρα χρησιμοποιώντας την δύναμη που είχε σαν προπονητής με τον χειρότερο τρόπο.
Ας δούμε όμως την συνέντευξη του Καραλή στο sport24 (στους δημοσιογράφους Παντελή Βλαχόπουλο και Κώστα Χολίδη). Μια συνέντευξη που μιλάει για τον ρατσισμό της Ελληνικής κοινωνίας, μια συνέντευξη γροθιά στο στομάχι.
Τέλος για την ιστορία αναφέρουμε απόσπασμα της ανακοίνωσης του ΣΕΓΑΣ για τον προπονητή Κυτέα:
«… η Δικαστική Επιτροπή, αφού άκουσε τις δύο πλευρές και εξέτασε τις καταθέσεις των μαρτύρων, έκρινε ομόφωνα ότι ο Δημήτρης Κυτέας παραβίασε το άρθρο 41 του Καταστατικού του ΣΕΓΑΣ επιδεικνύοντας συμπεριφορά αντίθετη προς τις αρχές του Ολυμπισμού, του Αθλητισμού και του Φιλάθλου Πνεύματος και τους Κανονισμούς του ΣΕΓΑΣ και της IAAF και του επέβαλλε την ποινή της απαγόρευσης εισόδου στους αγωνιστικούς χώρους και συμμετοχής στις εκδηλώσεις του ΣΕΓΑΣ για έξι (6) μήνες. Λαμβανομένων υπ’ όψιν των συνθηκών υπό τις οποίες ετελέσθη το παράπτωμα, της ιδιότητος των εμπλεκομένων και του γεγονότος ότι ενώπιον της Δικαστικής Επιτροπής και με το υπόμνημά του ο Δημήτρης Κυτέας εδήλωσε ότι εκτιμά και σέβεται τον αθλητή Εμμ. Καραλή, η Δικαστική Επιτροπή έκρινε ότι συντρέχει περίπτωση αναστολής εκτέλεσης της επιβληθείσης ποινής επί τρία (3) έτη, κατά την διάρκεια των οποίων αν ο τιμωρούμενος υποπέσει εκ νέου σε παράπτωμα, θα εκτίσει και την ποινή αυτή..»
Μ.Κ.



