Εμπορικά παζάρια και ιμπεριαλιστικές συμφωνίες: Ποιος πληρώνει το μάρμαρο της «εξωστρέφειας» των κερδών; Το τρανταχτό παράδειγμα της φέτας ΠΟΠ

Σε ανακοίνωσή της η Πανεπιστημονική Γεωτεχνικών με αφορμή τη μαζική εμφάνιση τουρκικών απομιμήσεων φέτας τονίζει ότι η «εξωστρέφεια» των κερδών μετατρέπει ένα είδος λαϊκής κατανάλωσης σε είδος πολυτελείας για τον λαό, ενώ οδηγεί σε αφανισμό τους μικρομεσαίους κτηνοτρόφους.

Ολόκληρη η ανακοίνωση έχει ως εξής:

«Η εμφάνιση του τουρκικού λευκού τυριού άλμης που εξάγεται μαζικά στις διεθνείς αγορές με την ονομασία “φέτα” – βασισμένο σε μια τεράστια παραγωγική βάση 58 εκατομμυρίων αιγοπροβάτων– δεν αποτελεί απλώς ένα διπλωματικό ατόπημα ή μια παράλειψη των ελληνικών αρχών. Σε συνδυασμό με τις εμπορικές συμφωνίες της ΕΕ με τον Καναδά και την Αυστραλία, το φαινόμενο αυτό αποτελεί την επιβεβαίωση του πώς λειτουργεί η παγκοσμιοποιημένη καπιταλιστική αγορά. Στο τραπέζι των ιμπεριαλιστικών παζαριών όλα ζυγίζονται στη στυγνή ζυγαριά των συμφερόντων των μονοπωλίων, όπου η πολιτική και οικονομική ισχύς της κάθε χώρας καθορίζει το τι θα κερδηθεί και το τι θα θυσιαστεί.

Η ίδια η διαδικασία κατοχύρωσης και το πλαίσιο διαχείρισης του σήματος ΠΟΠ ήταν από την ίδια τους τη φύση, από την αρχιτεκτονική τους, έτσι φτιαγμένα ώστε να υπηρετούν τους νόμους της αγοράς. Οι κανονισμοί αυτοί σχεδιάστηκαν από την ΕΕ ως ένα εργαλείο ρύθμισης του ανταγωνισμού, κομμένο και ραμμένο στα μέτρα των μεγαλοβιομηχάνων και των μεγάλων εξαγωγικών ομίλων, οι οποίοι θησαυρίζουν στις διεθνείς αγορές.

Και ποιος πληρώνει τελικά “το μάρμαρο” της καπιταλιστικής κερδοφορίας; Από τη μία πλευρά, ο ίδιος ο λαός, ο οποίος έρχεται αντιμέτωπος με μια ανεξέλεγκτη ακρίβεια. Η φέτα, ένα παραδοσιακό, λεγόμενο “εθνικό” προϊόν, συνδεδεμένο με τη λαϊκή διατροφή, έχει μετατραπεί σε είδος πολυτελείας· ο εργαζόμενος, ο συνταξιούχος, η λαϊκή οικογένεια στην Ελλάδα, λόγω της επιθετικής στροφής προς την “εξωστρέφεια”, αδυνατούν πλέον να την αγοράσουν και αναγκάζονται να στρέφονται όλο και περισσότερο σε φθηνότερα,ακόμα και εισαγόμενα “λευκά τυριά”.

Από την άλλη πλευρά, το τίμημα το πληρώνουν με τον αφανισμό τους οι μικρομεσαίοι κτηνοτρόφοι. Η εγκληματική διαχείριση των πρόσφατων επιζωοτιών (ευλογιά, αφθώδης πυρετός) οδήγησε σε μαζικές, βίαιες θανατώσεις χιλιάδων κοπαδιών. Η κυβέρνηση, σε συνεννόηση με την ΕΕ, αρνήθηκε πεισματικά τον εμβολιασμό των ζώων, θυσιάζοντας το ζωικό κεφάλαιο της χώρας μόνο και μόνο για “να μη διασαλευτεί η εξωστρέφεια”, δηλαδή για να μην μπουν ορισμένοι εμπορικοί περιορισμοί στις εξαγωγές των μεγάλων γαλακτοβιομηχανιών προς τις τρίτες χώρες.

Το αποκορύφωμα της υποκρισίας βρίσκεται στη στάση των ίδιων των βιομηχάνων και του αστικού κράτους. Από τη μία πλευρά, οι μεγαλοεπιχειρηματίες και τα παπαγαλάκια τους “αγωνιούν” για τον εξωτερικό ανταγωνισμό από τις τουρκικές κ.ά. “απομιμήσεις”. Από την άλλη, οι ίδιοι είναι οι πρώτοι που καταπατούν κυνικά τους όρους της Π.Ο.Π. προκειμένου να συμπιέσουν το κόστος και να αυξήσουν τα κέρδη τους: Υποσκάπτουν ανοιχτά την εκτατική κτηνοτροφία επιβάλλοντας το μοντέλο της πλήρως ενσταβλισμένης παραγωγής, προωθούν την αντικατάσταση των αυτοχθόνων ανθεκτικών φυλών με εισαγόμενες φυλές υψηλής απόδοσης, και εισάγουν στα εργοστάσιά τους βιομηχανικές μεθόδους όπως η υπερδιήθηση. Αυτή η τεχνολογία μεμβρανών, που συμπυκνώνει τεχνητά τις πρωτεΐνες του γάλακτος για να βγάλει μεγαλύτερη απόδοση σε βάρος της ποιότητας, ακυρώνει τις παραδοσιακές μεθόδους παραγωγής (στράγγιση δίχως πίεση).

Σε αυτή την πορεία, το κράτος υλοποιεί απαρέγκλιτα μια πολιτική που τους κάνει όλα τα χατίρια. Όχι μόνο ανέχεται αυτή την κατάσταση, αλλά επιτρέπει στις βιομηχανίες να εγκαθιστούν και να λειτουργούν μηχανήματα υπερδιήθησης, νομιμοποιώντας στην πράξη την “αλλοίωση” του προϊόντος για χάρη των κερδών. Την ίδια στιγμή, οι ελεγκτικοί μηχανισμοί βρίσκονται υπό καθεστώς πλήρους διάλυσης, με αποτέλεσμα οι αθρόες εισαγωγές και οι ανεξέλεγκτες ελληνοποιήσεις γάλακτος και τυροπήγματος να είναι ο κανόνας, ενώ δεν λαμβάνεται κανένα απολύτως μέτρο προστασίας των βιοπαλαιστών κτηνοτρόφων και καμία ουσιαστική στήριξη της εκτατικής κτηνοτροφίας.

Οι εγχώριες φυλές είναι αφημένες στην τύχη τους, καθώς δεν εφαρμόζεται οποιοδήποτε σοβαρό πρόγραμμα για την προστασία και τη γενετική τους βελτίωση. Το κράτος δεν χρηματοδοτεί τις αντίστοιχες κρατικές υποδομές, ούτε προχωρά στη δημιουργία τράπεζας γενετικού υλικού που θα θωράκιζε τον εγχώριο ζωικό – γενετικό πλούτο.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, είναι περισσότερο από εύλογες και αναγκαίες οι διεκδικήσεις για:

Πλήρη στελέχωση των κρατικών γεωτεχνικών υπηρεσιών με μόνιμο προσωπικό.

Ίδρυση και επαρκή χρηματοδότηση από το κράτος τράπεζας γενετικού υλικού,καθώς και ανάπτυξη των κρατικών υποδομών για τη διάσωση, προστασία και γενετική βελτίωση των αυτοχθόνων φυλών.

Ουσιαστική στήριξη της εκτατικής κτηνοτροφίας με βάση τις πραγματικές ανάγκες των παραγωγών.

Καμία υποταγή στις αντιλαϊκές συμφωνίες της Ε.Ε. που μετατρέπουν τα προϊόντα του μόχθου των αγροτών σε διαπραγματευτικά ανταλλάγματα για τα μονοπώλια.

Απέναντι σε αυτή την κατάσταση, δεν χωράει καμία αυταπάτη: οι διαχειριστές αυτού του συστήματος και οι απολογητές της ΚΑΠ της ΕΕ. δεν μπορούν και δεν θέλουν να φέρουν καμία καλυτέρευση. Όποιο διαχειριστικό μείγμα κι αν επιστρατεύσουν, το κριτήριό τους παραμένει ένα και απαράβατο: η διασφάλιση της κερδοφορίας των μονοπωλιακών ομίλων και όχι η ικανοποίηση των σύγχρονων αναγκών του λαού και των βιοπαλαιστών αγροτοκτηνοτρόφων. Η διέξοδος δεν βρίσκεται στην αναμονή κάποιων κυβερνητικών σωτήρων, αλλά στην οργάνωση της πάλης και στη σύγκρουση με την ίδια την πολιτική υπέρ των μονοπωλίων και της Ε.Ε. Απαιτείται αγώνας που θα συνδέει τα καθημερινά, οξυμένα προβλήματα επιβίωσης με την προοπτική της ανατροπής αυτού του σάπιου συστήματος ώστε να ανοίξει ο δρόμος για την οργάνωση της παραγωγής και της κοινωνίας με κριτήριο την ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών».

Ετικέτες:

Δείτε ακόμα...