Δημοσιεύουμε επιστολή του Τάσου Νιάρχου, ανιψιού του Βαλάση Βαλασόπουλου, που εκτελέστηκε με τους 200 κομμουνιστές στην Καισαριανή την 1η Μάη 1944:
«Οι φωτογραφίες, που είδαν το φως της δημοσιότητας και αφορούν τις τελευταίες στιγμές των 200 κομμουνιστών, πριν την εκτέλεσή τους από τους ναζί κατακτητές στην Καισαριανή, την Πρωτομαγιά του 1944,συγκλονίζουν και συγκινούν.
Αποτελούν ιστορικά τεκμήρια και ντοκουμέντα ανεκτίμητης αξίας.
Ανάμεσα στους 200 εκτελεσμένους της Καισαριανής, ήταν και ο θείος μου Βαλασόπουλος Βαλάσης από το Αρφαρά Μεσσηνίας. Τρέμουμε από θαυμασμό, δέος και ευγνωμοσύνη. Ορκιζόμαστε να μετατρέψουμε τον θαυμασμό σε καθημερινή ανυποχώρητη πάλη με το Κόμμα μας.
Οι συγκλονιστικές αυτές φωτογραφίες πρέπει να αποκτηθούν από το Ελληνικό Κράτος και να αποδοθούν στο Μουσείο Εθνικής Αντίστασης του Δήμου Καισαριανής, στον Δήμο Χαϊδαρίου και το ΚΚΕ, ανοιχτά και προσιτά στον λαό και τη νεολαία.
Τάσος Νιάρχος, ανιψιός του Βαλάση Βαλασόπουλου».
Βιογραφικά στοιχεία Βαλάση Βαλασόπουλου
Ο Βαλάσης Βαλασόπουλος γεννήθηκε το 1910 από φτωχή αγροτική οικογένεια στο χωριό Αρφαρά Καλαμάτας. Στα 17 του χρόνια, αφού τελειώνει το Σχολαρχείο στο χωριό του, πηγαίνει στην Καλαμάτα και πιάνει δουλιά σε τυπογραφείο. Ομως, επειδή αρρωσταίνει, αλλάζει δουλιά, φεύγει για την Αθήνα και εργάζεται ως εμποροϋπάλληλος, ενώ ταυτόχρονα πηγαίνει στη Νυχτερινή Σχολή Εμποροϋπαλλήλων. Το 1935 τ’ αδέλφια του του προτείνουν να του ανοίξουν μαγαζί στην Αγίου Μάρκου, όμως αυτός αρνείται και τους λέει: «Εγώ έχω πάρει άλλο δρόμο». Είχε ήδη ενστερνιστεί τη μαρξιστική θεωρία και είχε γίνει μέλος του ΚΚΕ. Παίρνει μέρος σε λαϊκές κινητοποιήσεις και το 1938 συλλαμβάνεται από την Ασφάλεια των Μεταξά – Μανιαδάκη. Για δυο μήνες χάνονται τα ίχνη του, τελικά εντοπίζεται κάπου στους Αμπελοκήπους όπου τον κρατούν και τον βασανίζουν φρικτά. Όταν οι δικοί του τον αντικρίζουν δεν τον αναγνωρίζουν, όμως παρ’ όλα αυτά κρατάει ψηλά το ηθικό του και ορκίζεται στα ιδανικά του και την τιμή του ΚΚΕ.
Τον στέλνουν στην Ακροναυπλία, όπου συναντά πολλούς συντρόφους του. Και οι μεταγωγές συνεχίζονται. Πάει στις φυλακές της Πύλου και από εκεί στη Λάρισα, όπου παραδίνεται από τους εθνοπροδότες «Ελληνες» , με τους συντρόφους του, στα νύχια των κατακτητών Ιταλών και Γερμανών. Εκεί συναντά έναν συγγενή του καθηγητή, ο οποίος όταν απολύεται προσπαθεί να τον σώσει: «Πάση θυσία σώστε τον Βαλάση, είναι υπόδειγμα ανθρώπου». Ομως, ο αγωνιστής Βαλασόπουλος παραμένει κρατούμενος και μεταφέρεται στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου, με διοικητή τον κτηνάνθρωπο Ροντόμσκι.
Το Μάρτη του 1944 μαζί με άλλους συγκρατούμενούς τους αποτελεί ομάδα εργασίας για υλοτόμηση πεύκων από την Πάρνηθα και κοπής τους σε ξυλάδικο της οδού Λιοσίων. Εκεί συναντώ ως επισκέπτης συχνά τον Βαλάση και προσπαθώ να τον πείσω να δραπετεύσει. Ομως αντιδρά και μου λέει: «Μπορώ να φύγω, μα δεν πρέπει». Είναι αμετάπειστος. Το Σάββατο 29 Απρίλη ξαναπάω στο ξυλάδικο με σκοπό πάλι να του πω για την απόδραση, αλλά αυτός με ένα ατάραχο και γαλήνιο ύφος μου λέει σιγά: «Αύριο ή τη Δευτέρα θα μας εκτελέσουνε». Εμεινα άφωνος, δεν το περίμενα. Τον αγαπούσα και τον ζήλευα για την τόση πίστη και παλικαριά του. Ηταν ένας πραγματικός κομμουνιστής – επαναστάτης. Θυμάμαι ότι κοντά στ’ άλλα, μου είπε: «Πήρα το σωστό δρόμο και θα τον συνεχίσω».
Δεν έφυγα, δεν μπορούσα να φύγω. Εμεινα εκεί και τους κοίταζα όλους με θαυμασμό, πώς φόρτωναν, με μια πρωτοφανή φυσικότητα, τα ξύλα στο αυτοκίνητο. Περίμενα ώσπου ανέβηκαν όλοι τους στο καμιόνι. Εκείνος σήκωσε το χέρι του με φυσικότητα, μου χαμογέλασε και μου ‘πε: «Καλή σου τύχη».
Πρωτομαγιά του ’44 στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής γράφεται ο επίλογος του δράματος των 200 παλικαριών του στρατοπέδου του Χαϊδαρίου με την εκτέλεσή τους. Ανάμεσά τους ήταν και ο αξέχαστος κομμουνιστής Βαλάσης Κ. Βαλασόπουλος.



