«Εσύ εκεί, και εσύ, εμπρός σήκω! Εσύ ο κομμουνιστής»

Το «Μπλόκο» της Κοκκινιάς - 17/8/1944 - Χαρακτηκό
Το «Μπλόκο» της Κοκκινιάς – 17/8/1944 – Χαρακτηκό

17 Αυγούστου 1944. Ξημερώνει Παρασκευή. Η πόλη κοιμάται. Μετά τη Μάχη της Κοκκινιάς στις 7 Μάρτη η πόλη κοιμάται ανήσυχα. Η ώρα είχε έρθει καθώς το έγκλημα ήταν σχεδιασμένο και μεθοδεύτηκε. Το μπλόκο.

Κι ένα πρωί σε μια γωνιά στην Κοκκινιά, είδα τον μπόγια το ληστή και το φονιά…

Πριν ακόμα φέξει, γερμανικά στρατεύματα μπλοκάρουν τις εξόδους της πόλης προς Πειραιά Κερατσίνι και Αιγάλεω. Δεν μπορεί να διαφύγει κανείς. Επικεφαλής της κτηνωδίας που θα εξελιχθεί σε λίγες ώρες, ο διοικητής των ταγμάτων ασφαλείας συνταγματάρχης Ιωάννης Πλυντζανόπουλος, ο ταγματάρχης Γιώργος Σγούρoς και ο διοικητής του μηχανοκίνητου τμήματος της Αστυνομίας Νίκος Μπουραντάς.

Οι ταγματασφαλίτες κρατώντας χωνιά σφυρίζουν όπως τα φίδια τις εντολές των Ναζί αφεντικών τους. Είναι οι πρόγονοι και οι ομοϊδεάτες όσων σήμερα αυτοαποκαλούνται πατριώτες.

«Προσοχή – Προσοχή! Σας μιλάνε τα Τάγματα Ασφαλείας. Όλοι οι άνδρες από 14 χρονών και πάνω να πάνε στην πλατεία της Οσίας Ξένης για έλεγχο ταυτοτήτων. Όσοι πιαστούν στα σπίτια τους θα τουφεκίζονται επί τόπου»

Κάθε σπίτι ταράζεται συθέμελα. Κάθε σπίτι και μια ιστορία αντίστασης.

Το «Μπλόκο» της Κοκκινιάς - 17/8/1944
Το «Μπλόκο» της Κοκκινιάς – 17/8/1944 – Πηγή: Ριζοσπάστης

Οι πόρτες της προσφυγούπολης σπάνε με υποκόπανους. Όσοι συλλαμβάνονται στα σπίτια τους κρυμμένοι σε σκεπές ή καταπακτές ακόμη και σε πηγάδια εκτελούνται επί τόπου. Οι γερμανοί και το σκυλολόι των ντόπιων συνεργατών τους μέσα σ έναν όλεθρο πυροβολισμών και εκρήξεων χειροβομβίδων συγκεντρώνουν ως τις 8 το πρωί περίπου 25.000 άντρες στην πλατεία της Οσίας Ξένης. Ανάμεσά τους πάρα πολλούς ΕΑΜίτες αγωνιστές και αγωνίστριες. «Η πλατεία – έλεγε στο Ν. Καραντηνό το 1980 ο αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων Μ. Βαφείδης – γέμισε φίσκα. Οι δρόμοι γεμίζουν από γυναίκες που οδύρονται. Η μάνες ψάχνουν τα παιδιά τους. Δεν τους επιτρέπεται να πλησιάσουν την πλατεία να δώσουν έστω ένα ποτήρι νερό στους άντρες που βρίσκονται σε ημιλιπόθυμη κατάσταση κάτω από τον καυτό ήλιο του Αυγούστου στημένοι στα γόνατα με το κεφάλι ψηλά. Πάντα το κεφάλι ψηλά!

Το γενικό πρόσταγμα το έχει ο «συνταγματάρχης» Πλιτζανόπουλος. Φοράει μάσκα και κρατάει μαστίγιο. Οι προδότες Μπατράνης, Βακαλόπουλος, Βερύκογλου, Γρ. Ιωαννίδης, ο Σγούρης και ο γιος του , ντυμενος τσολιάς ,πιάσανε δουλειά, υποδείχνοντας έναν – έναν τους επικίνδυνους για τον κατακτητή αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης.

Ο γνωστός χαφιές της Κοκκινιάς, Μπατράνης, διακρίνει μέσα στο πλήθος το λοχαγό του ΕΛΑΣ Αποστόλη Χατζηβασιλείου και με ειρωνεία τον χαιρετά: «τα σέβη μου λοχαγέ» και δίνει το σύνθημα. Αφού με την ξιφολόγχη του βγάζουν το μάτι και του σχίζουν τα μάγουλα, τον περιφέρουν ανάμεσα στο πλήθος ζητώντας του να προδώσει. Η απάντηση του ΕΛΑΣίτη λοχαγού ήταν: «Πατριώτες, σηκώστε το κεφάλι, μη φοβάστε. Δεν πρόκειται να προδώσω κανέναν». Σέρνεται για να κρεμαστεί αναίσθητος. Λίγο πριν το τέλος του ψέλλισε:

«ΠΑΤΡΙΩΤΕΣ ΕΚΔΙΚΗΣΗ»!!!. Σαν ψίθυρος μεταφέρθηκαν τα λόγια του ανάμεσα στους μελλοθάνατους και σύμφωνα με μαρτυρίες αναζωογονήθηκε το ηθικό όλης της πλατείας.

Ακολουθεί ο γραμματέας της ΚΟΒ Κιλικιανών του ΚΚΕ, Παναγιώτης Ασμάνης που τον κομματιάζουν στην κυριολεξία καθώς τον έσερναν για εκτέλεση. Τον σκότωσε ο ίδιος ο Πλυντζανόπουλος.

Την ώρα των ομαδικών εκτελέσεων μια ομάδα ανταρτών με επικεφαλής τους την ξακουστή αντάρτισσα Διαμάντω Κουμπάκη κρύβονται στο βόρειο τμήμα της πόλης σε σπίτια συναγωνιστών τους. Ξαφνικά γερμανικά καμιόνια ζώνουν την περιοχή και αρχίζουν να καίνε τα σπίτια. Από τα 90 σπίτια της περιοχής καίγονται τα 80. Για το λόγο αυτό η συνοικία του 4ου Καραβά ονομάστηκε «Καμένα». Γύρω στις 11:00 π.μ., οι Γερμανοί πληροφορούνται ότι στη Νεάπολη προδόθηκε το κρησφύγετο μιας ομάδας του εφεδρικού ΕΛΑΣ, στην οποία συμμετείχε η Διαμάντω Κουμπάκη. Συλλαμβάνεται και με βασανιστήρια οδηγείται κι εκτελείται στη Μάντρα. Μαζί της μια άλλη αντάρτισσα η Αθηνά Μαύρου.

Κανένας τους δεν πρόδωσε συναγωνιστή του. Με το κεφάλι ψηλά απέναντι στα φίδια που έρποντας άπλωναν το δάχτυλο και έδειχναν λέγοντας:

«Εσύ εκεί, και εσύ, εμπρός σήκω! Εσύ ο κομμουνιστής».

Το «Μπλόκο» της Κοκκινιάς - 17/8/1944

Με ξυλοδαρμούς, κλοτσιές, χτυπήματα με τους υποκόπανους των όπλων, με πρωταγωνιστή τον διαβόητο Πλυτζανόπουλο, εκτελέστηκαν 76 αγωνιστές. Ο τόπος εκτέλεσης είναι κοντά στην πλατεία της Οσίας Ξένης στη μάντρα ενός ταπητουργείου , στη συμβολή των οδών Κιλικίας και Θειρών. Η μάντρα του υφαντουργείου Παγιασλή γεμίζει με παλικάρια. Η μάντρα γεμίζει εκτελεσμένους.Ο δήμιος μέσα στη μάντρα πίνει ούζο και βρίζει , πίνει ούζο και εκτελεί, πίνει ούζο και φωνάζει: «άλλες κόμουνιστ καπούτ», «Όλοι οι κομουνιστές θα πεθάνουν».

Ακόμη 50 εκτελέστηκαν σε μια άλλη «μάντρα» στα Αρμένικα, 40 κάηκαν στο «Σχιστό».

Οκτώ χιλιάδες με φάλαγγα οδηγήθηκαν στο Χαϊδάρι. Κατά τη διαδρομή οι γυναίκες ακολουθούν τη φάλαγγα με τα παιδιά, τ αδέρφια ή τους άντρες τους. Οι Γερμανοί και οι συνεργάτες τους τις χτυπούν και τις βρίζουν. Εντείνουν το βήμα για να τις αφήσουν πίσω. Όπως αναφέρει ο μαχητής του ΕΛΑΣ Αγ. Σοφίας Πειραιά, Μιχάλης Γρηγοράκης, ο οποίος συμμετείχε σ΄ αυτήν την πορεία, ένας από τους ταγματασφαλίτες που τους συνόδευαν, καθ΄ όλη τη διαδρομή φώναζε «Η Κοκκινιά δεν είναι εδώ. Η Γερμανία είναι εδώ. Πάρτε το χαμπάρι και θα πεθάνετε όλοι σας». 

Απ’ αυτούς 1.000 σύρθηκαν την επόμενη μέρα στα τρένα στο Ρουφ και οδηγήθηκαν στα κάτεργα της Γερμανίας όμηροι, απ’ όπου πολλοί δε γύρισαν ποτέ.

Στις 24 Σεπτεμβρίου 1944 στην επιμνημόσυνη δέηση των εκτελεσθέντων οι Γερμανοί έχουν στήσει πολυβόλα στην γύρω από το νεκροταφείο περιοχή. Όταν τελείωσε η τελετή της επιμνημόσυνης δέησης και ο κόσμος ήταν πυκνός, τα πολυβόλα άρχισαν το θανατηφόρο κροτάλισμά τους, με απολογισμό 10 νεκρούς και 35 τραυματίες.

Το «Μπλόκο» της Κοκκινιάς - 17/8/1944

Να σημειωθεί εδώ ότι το Μάρτη του 1947 το Γ` Δικαστήριο δοσίλογων αθώωσε τους προδότες εγκληματίες Πλυτζανόπουλο και Σγούρο (πρωταγωνιστές της σφαγής)! Ο Πλυτζανόπουλος έγινε υποστράτηγος του κυβερνητικού στρατού και ο ανεψιός του διορίστηκε δήμαρχος Κοκκινιάς απ’ τη χούντα. Και τούτη η πληγή στην ιστορία του τόπου πονάει δυο φορές.

Υπηρετώντας περίπου 20 χρόνια στα σχολεία της Κοκκινιάς- Νίκαιας αγάπησα την πόλη και τους κατοίκους της. Περπατώντας στους δρόμους της αγάπησα την ιστορία της. «Η μικρή Μόσχα», έτσι έλεγαν την Κοκκινιά. Η προσφυγούπολη στην οποία το 1922 βρήκαν μια γωνιά να ακουμπήσουν τον ξεριζωμό τους περίπου 40.000 πρόσφυγες.

Προσφυγιά κι Αντίσταση. Αυτό είναι η Κοκκινιά. Προσφυγιά αντίσταση, διωγμός και εν ψυχρώ εκτελέσεις. Τα προσφυγικά σπίτια υπάρχουν ακόμα στους δρόμους της. Η τρύπες από τις σφαίρες υπάρχουν ακόμα στους τοίχους της μάντρας και κάθε φορά που βρίσκομαι στο Μουσείο του Μπλόκου κοιτάζοντας τις φωτογραφίες των εκτελεσμένων κάποιες φορές, μέσα στην ησυχία, τους άκουσα σαν θρόισμα να ψιθυρίζουν το άδικο και να μπλέκονται στο μυαλό μου με εκείνους τους στίχους του Ν. Γκάτσου: «Κι ένα πρωί σε μια γωνιά στην Κοκκινιά, είδα τον μπόγια το ληστή και το φονιά,και του πατάγαν το κεφάλι σαν οχιά»

Η Κάνδανος είναι εδώ! 
Τα Καλάβρυτα είναι εδώ!
Το Δίστομο είναι εδώ!
Η Καισαριανή είναι εδώ!
Η Κοκκινιά είναι εδώ!
Νυν και αει.
Το «Μπλόκο» της Κοκκινιάς - 17/8/1944
Το «Μπλόκο» της Κοκκινιάς – 17/8/1944

Ρούλα Καραγιάννη

Δείτε ακόμα...