Εξέγερση του Πολυτεχνείου: Τα γεγονότα που προηγήθηκαν |Α’ Μέρος

Η Πύλη του Πολυτεχνείου επί της Πατησίων στην εξέγερση του 1973
Η Πύλη του Πολυτεχνείου επί της Πατησίων στην εξέγερση του 1973

Φέτος συμπληρώνονται 48 χρόνια από την εξέγερση του Πολυτεχνείου. Το δισέλιδο του «Ριζοσπάστη» για τις Ένοπλες Δυνάμεις και τα Σώματα Ασφαλείας, επιλέγοντας να ανοίξει τη συζήτηση σχετικά με το τι προηγήθηκε της μεγαλειώδους εξέγερσης του Πολυτεχνείου, παρέθεσε σε δύο συνέχειες το ιστορικό της εξέγερσης. Αναδημοσιεύουμε σήμερα το 1ο μέρος.

Η χούντα και το προϋπάρχον πολιτικό σύστημα

Η δικτατορία της 21ης Απριλίου δεν αποτέλεσε κεραυνό εν αιθρία, ούτε μόνο «νοσηρή» σκέψη κάποιων συνταγματαρχών που «παραστράτησαν» από τη δημοκρατική ομαλότητα. Το στρατιωτικό πραξικόπημα ήταν αποτέλεσμα των αντιφάσεων του αστικού πολιτικού συστήματος, όπως διαμορφώθηκε έπειτα από την ήττα του ΔΣΕ, και των ενδοαστικών αντιθέσεων, με επίκεντρο τον ρόλο της μοναρχίας και τον έλεγχο του στρατού.

Ο δικτάτορας Παπαδόπουλος με τον Τομ Πάππας στην Αθήνα

Η ίδια η μορφή άλλωστε του ελληνικού κράτους και οι προσαρμογές που αναγκάστηκε να κάνει κατά τη διάρκεια της εμφύλιας ταξικής σύγκρουσης και μετά, ο αντικομμουνιστικός του χαρακτήρας, ο προσανατολισμός του στη διαφύλαξη και ενίσχυση της εξουσίας της αστικής τάξης, εμπεριείχαν πολλά χαρακτηριστικά από αυτά που συναντάμε στην επταετία της δικτατορίας. Το Κομμουνιστικό Κόμμα στην παρανομία, χιλιάδες αγωνιστές και κομμουνιστές στην εξορία (η Μακρόνησος, η Γυάρος, ο Αγιος Ευστράτιος και άλλοι τέτοιοι τόποι μαρτυρίου σταματούν μόλις στα 1960 – 1961, έστω και προσωρινά, όπως αποδείχθηκε), οι εκτελέσεις και οι δολοφονίες από διάφορες παρακρατικές ομάδες συνεχίζονταν (ενδεικτικά, το 1954 εκτελείται ο κομμουνιστής Νίκος Πλουμπίδης και τον Μάη του 1963 δολοφονείται ο Γρηγόρης Λαμπράκης, συνεργαζόμενος βουλευτής με την ΕΔΑ και στέλεχος του αντιιμπεριαλιστικού – φιλειρηνικού κινήματος), το φακέλωμα και η δράση των μυστικών υπηρεσιών δεν σταμάτησαν ποτέ. Αυτό άλλωστε έδωσε και τη δυνατότητα στη χούντα να πραγματοποιήσει άμεσα τις χιλιάδες συλλήψεις τις πρώτες πρωινές ώρες της 21ης Απριλίου.

Η δυνατότητα πραξικοπήματος προβλεπόταν και από το Σύνταγμα του 1952, το άρθρο 92 του οποίου προέβλεπε ότι ο βασιλιάς μπορούσε να το αναστείλει «και θέτων εις εφαρμογήν τον εκάστοτε ισχύοντα νόμο “περί καταστάσεως πολιορκίας” να συστήση εξαιρετικά δικαστήρια». Με άλλα λόγια, ήταν και θεσμικά κατοχυρωμένη ήδη η κοινοβουλευτική εκτροπή, με μόνη διαφορά ότι αυτό έπρεπε να γίνει ύστερα από πρόταση του υπουργικού συμβουλίου προς τον βασιλιά. Με αυτόν τον τρόπο, μέσω μια απλής πρότασης – σύστασης μπορούσαν να ξαναθεσμοθετηθούν επίσημα σε όλη τους την έκταση τα έκτακτα στρατοδικεία, η απαγόρευση συγκεντρώσεων και πολιτικών κομμάτων, το κλείσιμο του Τύπου, οι συλλήψεις και οι εξορίες.

Το 1958, μετά το «μούδιασμα και ανησυχίες διά το μέλλον»1 που προκάλεσε το 24,2 % της ΕΔΑ στις εκλογές εκείνες, το οποίο δεν είχε φυσικά κανένα λογικό στήριγμα, με αφορμή πάλι τον «μπαμπούλα» του κομμουνισμού το αστικό κράτος στη δημοκρατική του μορφή και οι μηχανισμοί του θα γεννήσουν το «σχέδιο Περικλής». Αυτό προέβλεπε τη χρήση όλων των αναγκαίων κατασταλτικών μέσων για την «καταπολέμηση του κομμουνισμού».

Ετσι κι αλλιώς, η «λύση» της «συνταγματικής εκτροπής» ή και συνολικά των πιο «δραστικών λύσεων» βρισκόταν μέσα στις πιθανές λύσεις όλου του φάσματος των πολιτικών δυνάμεων… Μπορεί ο Γεώργιος Παπανδρέου να αξιοποίησε αργότερα το σχέδιο αυτό δημοσιοποιώντας τα έγγραφα, για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας, τον Φλεβάρη του 1965, αλλά δεν είχε καμία διαφωνία στην ουσία του. Πολύ περισσότερο, το 1959 εξέφραζε την άποψή του στους συνεργάτες του χωρίς κανέναν δισταγμό: «Θα κάνωμεν πολιτικήν και εκλογικήν συνεργασίαν με τον Καραμανλήν. Τα στρατόπεδα θα είναι δύο: από το ένα μέρος θα είναι οι εθνικόφρονες και από το άλλο οι κομμουνισταί. Θα κάνωμεν τας εκλογάς με τους χωροφύλακες και με το πιστόλι στο χέρι»2.

Από την άλλη, το 1966 ο Καραμανλής έγραφε στο Παρίσι: «…θα πρέπει να αντιμετωπισθή ίσως η λύσις της εκτροπής (…) δεν είναι εύκολος, δεδομένου ότι θέλει δικαιολόγησιν, συγκεκριμένον και ρεαλιστικόν πρόγραμμα και ανθρώπους ικανούς». Στις 10/5/1966 έγραψε προς τον Κωνσταντίνο Τσάτσο: «Είναι στιγμαί κατά τας οποίας η κρίσις των θεσμών αλλά και των ηθών είναι τόσον βαθειά, ώστε διά να σώσης την δημοκρατίαν, οφείλεις να την ξανακάνης…», για να απαντήσει τότε ο Τσάτσος: «… για να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους, εισηγούμεθα – (λέω εισηγούμεθα, διότι ασπάζομαι (…) ανεπιφύλακτα τις σκέψεις σου). Εισηγούμεθα, λοιπόν, παρεκτροπήν από το πολίτευμα και μιαν προσωρινήν δικτατορίαν – ενός έτους».

Αφίσα της παράνομης, τότε, ΚΝΕ το 1968, υπέρ των πολιτικών κρατουμένων του χουντικού καθεστώτος

Τέλος, ο θρόνος αξιοποιούσε κάθε φορά το ένα αστικό πολιτικό κόμμα απέναντι στο άλλο προκειμένου να προωθήσει τα ιδιαίτερα συμφέροντά του, ενώ είχε εξετάσει πολλές φορές και την πιθανότητα μιας συνταγματικής εκτροπής υπό την ηγεσία του βασιλιά.

Η δικτατορία των συνταγματαρχών δεν υπήρξε καινοτόμα ούτε στις ιδεολογικές – πολιτικές της επεξεργασίες. Το ιδεολογικό – πολιτικό περιεχόμενο που πρόταξε βρισκόταν και στο Σύνταγμα του 1952, στο σημείο που έθετε το βασικό πλαίσιο της εκπαιδευτικής πολιτικής: «Εις πάντα τα σχολεία μέσης και στοιχειώδους εκπαιδεύσεως η διδασκαλία αποσκοπεί στην ηθικήν και πνευματικήν αγωγήν και στην ανάπτυξιν της εθνικής συνειδήσεως των νέων επί τη βάσει των ιδεολογικών κατευθύνσεων του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού».

Με αυτήν την έννοια, τα ιδιαίτερα γνωρίσματα της επτάχρονης περιόδου αφορούν την ένταση, το βάθος και την έκταση της καταστολής, της εξορίας και φυλάκισης των πολιτικών αντιπάλων, ως επίσημη κρατική πολιτική πλέον, την απαγόρευση των πολιτικών κομμάτων, την κατάργηση του αστικού κοινοβουλίου κ.λπ. Φυσικά, όλα τα παραπάνω θεωρήθηκαν προϋπόθεση για την προώθηση μιας σειράς αστικών εκσυγχρονισμών σε όλα τα επίπεδα, οι οποίοι θα διασφάλιζαν την απρόσκοπτη καπιταλιστική ανάπτυξη, χωρίς τον φόβο της αστάθειας στο πολιτικό και κοινωνικό σκηνικό. Ομως η προώθηση αυτών των εκσυγχρονισμών, αν και αποτελούσαν κοινή επιδίωξη όλων των αστικών πολιτικών δυνάμεων, εμποδιζόταν από τις ενδοαστικές αντιθέσεις.

Η όξυνση των ενδοαστικών αντιθέσεων κορυφώθηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1960. Μερικοί από τους παράγοντες που επιδρούσαν στην όξυνση αυτή είχαν να κάνουν με:

α) Την πρόσδεση στην ΕΟΚ και τους όρους που αυτή θα πραγματοποιούνταν. Τους εκσυγχρονισμούς που αναγκαστικά θα επέφερε αυτή η διαδικασία στο οικονομικό και στο πολιτικό εποικοδόμημα. Για παράδειγμα, η προσπάθεια εναρμόνισης του ελληνικού Συντάγματος με το αντίστοιχο ευρωπαϊκό από την κυβέρνηση Καραμανλή το 1963, η οποία προέβλεπε ενίσχυση των αρμοδιοτήτων της εκτελεστικής εξουσίας και περιορισμό των βασιλικών αρμοδιοτήτων, οδήγησε σε διάλυση της Βουλής και προκήρυξη εκλογών τον Οκτώβρη του 1963.

β) Το ΝΑΤΟ και το Κυπριακό ζήτημα. Ιδιαίτερα το τελευταίο, έχοντας μπει σε φάση έντονης κινητικότητας από τις αρχές της δεκαετίας του ’60, αποτέλεσε πεδίο αντιπαράθεσης. Αντιθέσεις εμφανίζονταν ανάμεσα στις αστικές πολιτικές δυνάμεις, αλλά και ανάμεσα στην ελληνική και την ελληνοκυπριακή αστική τάξη. Παράλληλα, η λαϊκή δυσαρέσκεια για τις διεθνείς συμμαχίες του ελληνικού καπιταλιστικού κράτους και ο αντιαμερικανισμός κορυφώθηκαν μετά τη διαρροή στον Τύπο του Σχεδίου Ατσεσον στις 15/8/1964 και την πίεση των ΗΠΑ για αποδοχή της δεύτερης εκδοχής του. Παρά την αρχική αποδοχή του από τον τότε πρωθυπουργό Γ. Παπανδρέου, αυτός υπαναχώρησε κάτω από την πίεση μαζικών διαμαρτυριών και τις εντονότατες διαμαρτυρίες του Μακάριου.

γ) Ενδοαστική διαπάλη διεξαγόταν και αναφορικά με τις σχέσεις που θα έπρεπε να έχει το ελληνικό καπιταλιστικό κράτος με την ΕΣΣΔ και τις άλλες χώρες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Φυσικά, αντικείμενο της διαπάλης δεν ήταν η στάση των αστικών πολιτικών δυνάμεων απέναντι στη σοσιαλιστική οικοδόμηση, αλλά αναφορικά με τη δυνατότητα εμπορικών και άλλων σχέσεων με αυτές τις χώρες.

δ) Βασική πηγή αντιπαράθεσης και πληγή για τη σταθερότητα του αστικού πολιτικού συστήματος αποτελούσε η σχέση του βασιλιά με το κράτος, τους θεσμούς, τα κόμματα και τους μηχανισμούς του. Κεντρικό πεδίο αντιπαράθεσης και συνδιαλλαγής με την ΕΡΕ και την Ενωση Κέντρου αποτέλεσε ο έλεγχος του στρατεύματος. Η αντιπαράθεση αυτή οδήγησε σε πολλές συγκρούσεις με τους αρχηγούς των κομμάτων αυτών, ακόμα και σε παραιτήσεις κυβερνήσεων. Παράδειγμα τέτοιο ήταν η παραίτηση της κυβέρνησης Παπανδρέου το 1965, όταν ο βασιλιάς αρνήθηκε να υπογράψει διάταγμα με το οποίο προβλεπόταν η ανάληψη του υπουργείου Εθνικής Αμυνας από τον ίδιο τον πρωθυπουργό.

Σύλληψη από ασφαλίτες

Αντιθέσεις φυσικά υπήρχαν και μέσα στα ίδια τα μεγάλα κόμματα εξουσίας. Εκφράστηκαν και στο πρόσωπο όσων αποχώρησαν από την Ενωση Κέντρου κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης του Γεωργίου Παπανδρέου με τον βασιλιά Κωνσταντίνο, που οδήγησε στα Ιουλιανά, πιο έντονα, αλλά και στις εσωτερικές διενέξεις των κομμάτων εξουσίας (παράδειγμα, οι διαφωνίες της «καραμανλικής» πτέρυγας της ΕΡΕ και της «ανδρεϊκής» της Ενωσης Κέντρου), στο κοινό μνημόνιο παλατιού – ΕΡΕ – Ενωσης Κέντρου και στην κυβέρνηση του τραπεζίτη Ιωάννη Παρασκευόπουλου, που προέκυψε ως «καρπός» αυτής της συνεργασίας.

Υπό αυτό το πρίσμα, η δικτατορία αποτέλεσε την εναλλακτική διέξοδο για την αστική τάξη της Ελλάδας μπροστά σε όλη αυτήν την πολιτική αστάθεια. Αποτέλεσε παράλληλα το «θερμοκήπιο» μέσα από το οποίο επιταχύνθηκαν ή μπήκαν οι βάσεις για μια σειρά εκσυγχρονισμών. Οριστικά, πάντως, μέσα στην επταετία παραμερίστηκε μια βασική πηγή αστάθειας και τριγμών για το πολιτικό σύστημα, ο θεσμός της βασιλείας.

Η χούντα και οι Αμερικανοί

Οι ΗΠΑ, ασχέτως της εμπλοκής τους στην οργάνωση και τη διεξαγωγή του πραξικοπήματος, στήριξαν και στηρίχθηκαν από τη χούντα.

Λίγο αργότερα, στον αραβοϊσραηλινό πόλεμο του 1967, έγινε δεκτή η χρήση των βάσεων από τη χούντα. Ετσι, έπειτα και από την αποτυχία του βασιλιά να ανατρέψει στρατιωτικά τη δικτατορία (Δεκέμβρης 1967), ο Γεώργιος Παπαδόπουλος θα στείλει γράμμα, το οποίο θα παραδώσει μάλιστα ο ίδιος ο Τομ Πάπας στον Λευκό Οίκο, στον Πρόεδρο των ΗΠΑ Λίντον Τζόνσον, όπου του επιβεβαιώνει τον ΝΑΤΟικό προσανατολισμό της χώρας, θέτει με επίσημο τρόπο την αιτιολόγηση του πραξικοπήματος και εύχεται …«χρόνια πολλά» (!) στον Πρόεδρο. Η χούντα συνέχισε σταθερά στον ΝΑΤΟικό – αντισοβιετικό προσανατολισμό της χώρας. Το υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ έγραψε στον πρέσβη στην Αθήνα (13/1/1968):

«Εχουμε αποφασίσει στο προσεχές διάστημα να προχωρήσουμε στη διαμόρφωση σχέσεων με το καθεστώς στην Αθήνα (…) Η απόφαση βασίζεται στο γεγονός (…) ότι έχουμε συμφέροντα στην Ελλάδα που απαιτούν την προσοχή μας. Δεν έχουμε πρόθεση να κάνουμε επίσημη ανακοίνωση και θα προσπαθήσουμε να αποφύγουμε τη δημόσια συζήτηση του καθεστώτος, αν έχουμε αναγνωρίσει ή όχι το καθεστώς…»3.

Για την οικονομική πολιτική της δικτατορίας

Η οικονομική πολιτική της χούντας ήταν και αυτή μια συνέχεια των προηγούμενων κοινοβουλευτικών κυβερνήσεων ως προς τον βασικό πυρήνα. Ο Ν. Μακαρέζος, αναγγέλλοντας το Πενταετές Πρόγραμμα Οικονομικής Αναπτύξεως (1968 – 1972) στις 16/12/1968, ανέφερε χαρακτηριστικά: «Η φιλοσοφία της οικονομικής πολιτικής της Εθνικής Κυβερνήσεως είναι: Ατομική πρωτοβουλία. Ολα τα μέτρα τα οποία έλαβεν η Εθνική Κυβέρνησις έτεινον και τείνουν προς αυτήν την κατεύθυνσιν, να ενθαρρύνουν δηλαδή την ιδιωτικήν πρωτοβουλίαν…».

Ωστόσο, η απαγόρευση των κομμάτων, του συνδικαλισμού και «του συνέρχεσθαι και του συνεταιρίζεσθαι» δημιούργησε έναν μικρό οικονομικό παράδεισο για τους επιχειρηματίες της εποχής. Είναι χαρακτηριστικό ότι μόνο κατά τη δεκαετία 1961 – 1971 τα επιχειρηματικά κέρδη αυξήθηκαν κατά 186%!

Προφανώς η χούντα έχαιρε της εκτίμησης και της συμπάθειας της συντριπτικής πλειοψηφίας του επιχειρηματικού κόσμου. Πώς μπορούσε άλλωστε να μη χαμογελάει ο Αριστοτέλης Ωνάσης στις φωτογραφίες με τον Γ. Παπαδόπουλο, όταν με τις διατάξεις του Αναγκαστικού Νόμου 378/19684 επεκτάθηκαν τα προνόμια των ξένων εφοπλιστών και στους Ελληνες: «Πλοία υπό ξένη σημαίαν πάσης κατηγορίας, πρακτορευόμενα ή διαχειριζόμενα καθ’ οποιονδήποτε τρόπον (…) απαλλάσσονται του φόρου εισοδήματος, ως και παντός εν γένει τέλους, φόρου, δασμού, εισφοράς ή κρατήσεως».

Φυσικά, η Ενωση Ελλήνων Εφοπλιστών δεν ξέχασε να βραβεύσει τον Παπαδόπουλο, ανακηρύσσοντάς τον επίτιμο πρόεδρό της στις 3/3/1972. Το ψήφισμα που αναγνώστηκε τότε αναφέρει: «…η τακτική συνέλευσις της ενώσεως Ελλήνων εφοπλιστών ανεκήρυξε τον κ. πρωθυπουργόν ισόβιον επίτιμον πρόεδρόν της, εις επίσημον αναγνώρισιν του αδιαλλείπτου και θερμουργού ενδιαφέροντος και της αμερίστου ηθικής συμπαραστάσεως αυτού, μεθ’ ων στοργικώς περιβάλλει την ελληνικήν εμπορικήν ναυτιλίαν»5.

Από τα προηγούμενα φαίνεται ότι η επιβολή της δικτατορίας άλλαξε την πολιτική μορφή της καπιταλιστικής εξουσίας, όχι όμως και την ουσία της. Τα προνόμια στο μεγάλο κεφάλαιο, η καταστολή απέναντι στο εργατικό κίνημα, η προσήλωση στις κεντρικές στρατηγικές επιλογές της ελληνικής αστική τάξης, όχι μόνο έμειναν άθικτα αλλά ενισχύθηκαν από τις απαγορεύσεις και τις διώξεις πρωτοπόρων εργατών. Μέσα σε αυτό το τρομοκρατικό πλαίσιο, ωστόσο, το εργατικό κίνημα ξεκίνησε σιγά σιγά να ανασυγκροτείται, να αναδιοργανώνεται, να κάνει τα πρώτα του μικρά βήματα.

Συνεχίζεται…

Παραπομπές:

1. Κ. Καραμανλής, «Αρχείο. Γεγονότα. Κείμενα», τόμος 3ος, εκδόσεις «Ιδρυμα Κ. Γ. Καραμανλή» – «Εκδοτική Αθηνών», σελ. 128

2. Σπ. Λιναρδάτος, «Από τον Εμφύλιο στη Χούντα», τόμος Δ’, εκδόσεις «Παπαζήση», σελ. 15

3. Telegram from the Department of State to the Embassy in Greece 13/01/1968, https://history.state.gov/historicaldocuments/frus1964-68v16/d356

4. ΦΕΚ 82 τ.1, 17/04/1968, σελ. 608

5. «Ριζοσπάστης», 24-25/4/2021, σελ. 22

Πηγές:

Το κύριο σώμα του κειμένου αντλεί πληροφορίες από τις εκδόσεις:

  • Συλλογικό, «Δικτατορία 1967 – 1974. Κείμενα και ντοκουμέντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2017
  • Συλλογικό, «Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ. 1949 – 1967». Τόμος Γ1, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2021
  • Αλλα που αξιοποιήθηκαν
  • Σπ. Λιναρδάτος, «Από τον Εμφύλιο στη χούντα», τόμος Δ, εκδόσεις «Παπαζήση»
  • Κ. Καραμανλής, «Αρχείο. Γεγονότα. Κείμενα», τόμος 3ος, εκδόσεις Ιδρυμα Κ. Γ. Καραμανλή – «Εκδοτική Αθηνών»
  • «Ριζοσπάστης»
  • https://history.state.gov

Δείτε ακόμα...