Γιατί Κινητοποιούνται οι Στρατιωτικοί το Τελευταίο Διάστημα; Προτάσεις και Προβληματισμοί επί του Σχεδίου Νόμου «Χάρτης Μετάβασης των Ενόπλων Δυνάμεων στη Νέα Εποχή».
Με αφορμή το υπό κατάθεση σχέδιο νόμου του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας με τίτλο «Χάρτης Μετάβασης των Ενόπλων Δυνάμεων στη Νέα Εποχή», το οποίο έχει προκαλέσει «έντονο προβληματισμό» στις τάξεις των εν ενεργεία και στην αποστρατεία στρατιωτικών, γεγονός το οποίο προκύπτει από το πλήθος των σχολίων στην δημόσια διαβούλευσή του, όπως και από τις δύο αθρόες δημόσιες συναθροίσεις διαμαρτυρίας που διεξήχθησαν στο κέντρο των Αθηνών, απευθύνομαι στο δευτεροβάθμιο συνδικαλιστικό μας όργανο, την Π.Ο.Ε.Σ. η οποία στο διάβα του χρόνου έχει αποδείξει ότι βρίσκεται στο πλευρό των συναδέλφων στρατιωτικών και πάντα στην «σωστή πλευρά της ιστορίας».
Γράφει ο: Ανθστής (ΕΤΕΤΗ) Ευ. Κουτρουφίνης
PhDcand., MSc, BPA, DTh, DSc*
Η επιχειρούμενη μεταρρύθμιση, υπό τον τίτλο «Ατζέντα 2030», έρχεται αναμφίβολα να απαντήσει σε υπαρκτές ανάγκες εκσυγχρονισμού, εναρμονιζόμενη με τις σύγχρονες ευρωπαϊκές επιταγές όπως αποτυπώνονται στο σχέδιο ReArm Europe και το νέο χρηματοδοτικό εργαλείο SAFE (Security Action for Europe). Στόχος αυτών των πρωτοβουλιών είναι η ενίσχυση της αμυντικής βιομηχανίας και η δημιουργία «έξυπνων» και «ανθεκτικών» Ενόπλων Δυνάμεων. Ωστόσο, όπως προκύπτει από την εν εξελίξει μελέτη, προκειμένου την διδακτορική μου έρευνα στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής, σχετικά με τη Δημοσιονομική Βιωσιμότητα των Αμυντικών Δαπανών, η επιτυχία τέτοιων εγχειρημάτων δεν εξαρτάται μόνο από την προμήθεια νέων μέσων, αλλά πρωτίστως από την επένδυση στον ανθρώπινο παράγοντα (Human Dimension), ως πολλαπλασιαστή ισχύος.
Ενώ λοιπόν ο διακηρυγμένος σκοπός του νομοσχεδίου είναι η μετάβαση στη «Νέα Εποχή», ο επιλεγμένος τρόπος προσέγγισης στα θέματα προσωπικού ενδεχομένως (αν κρίνει κανείς από τα προαναφερθέντα σχόλια και τις πολυπληθείς αντιδράσεις) να κινείται προς την «αντίθετη κατεύθυνση». Γεννάται η εντύπωση στο προσωπικό μετά την ανάγνωσή του, το γεγονός του αντί να «θωρακίσει» το έμψυχο δυναμικό που θα κληθεί να χειριστεί τις νέες τεχνολογίες του SAFE, το παρόν σχέδιο νόμου «ενδεχομένως» να εισάγει ρυθμίσεις που εκλαμβάνονται ως «λογιστική συρρίκνωση κόστους». Η «καθήλωση» βαθμών και η περικοπή της διοικητικής εξέλιξης του προσωπικού, εφόσον αυτές ισχύουν δημιουργούν ενδεχόμενους «κινδύνους απομείωσης του ηθικού» και της «επαγγελματικής επάρκειας» τους, «υπονομεύοντας αδόλως» τελικά την ίδια την αποτελεσματικότητα της «Ατζέντας 2030». Μια σύγχρονη αμυντική μεταρρύθμιση, για να είναι οικονομικά βιώσιμη και επιχειρησιακά αποδοτική, οφείλει να αντιμετωπίζει το προσωπικό ως το πολυτιμότερο κεφάλαιο της επένδυσης και όχι ως «δημοσιονομικό βαρίδι».
Παρά τις εξαγγελίες περί σταδιακής εφαρμογής των αλλαγών σε βάθος δεκαετίας, η προσεκτική μελέτη των διατάξεων αποκαλύπτει ότι ορισμένες ρυθμίσεις ενδέχεται να έχουν «άμεσες και δυσμενείς» επιπτώσεις για μεγάλη μερίδα του εν ενεργεία προσωπικού, αρχής γενομένης από το 2026.
Ως ενεργό στέλεχος και εκπρόσωπος εργαζομένων και προκειμένου να αναδείξω κρίσιμες πτυχές που χρήζουν άμεσης προσοχής και παρέμβασης,οφείλω να καταθέσω τις απόψεις μου στο πλαίσιο του θεσμικού διαλόγου, σεβόμενος απόλυτα τους περιορισμούς που θέτει ο νομοθέτης.
Ειδικότερα, η προτεινόμενη «άμεση καθήλωση» στελεχών στον κατεχόμενο διοικητικό βαθμό και η περικοπή καταληκτικών όπως και αποστρατευτικών βαθμών, για κατηγορίες όπως οι απόφοιτοι ΑΣΕΙ, ΑΣΣΥ, Εθελοντές Μακράς Θητείας (ΕΜΘ) και ΕΠ.ΟΠ., δημιουργεί εύλογες ανησυχίες για την υπηρεσιακή τους εξέλιξη, όπως και τις συνταξιοδοτικές απολαβές. Η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικουμένου, θεμελιώδης αρχή του διοικητικού δικαίου, επιβάλλει τον σεβασμό των προσδοκιών που η ίδια η Πολιτεία έχει καλλιεργήσει στο προσωπικό μέσω του ισχύοντος θεσμικού πλαισίου. Η ανατροπή αυτών των δεδομένων, χωρίς εύλογες χρονικά μεταβατικές διατάξεις, οι οποίες θα προστατεύουν τους ήδη υπηρετούντες, συνιστά σύμφωνα με την νομολογία, μια «δυσμενή» μεταβολή των όρων εργασίας.
Πέραν των λοιπών ιδιοτήτων μου,παρατηρώ από πλευράς μου ως αναγνώστης αυτού, ότι στο παρόν νομοσχέδιο επιχειρείται η εισαγωγή στοιχείων που παραπέμπουν σε αυτά τα μοντέλα, χωρίς όμως να «υιοθετείται εμφανώς» η ολοκληρωμένη φιλοσοφία και οι «δικλείδες ασφαλείας» που τα συνοδεύουν, γεγονός το οποίο είχε αναδειχθεί και από την διπλωματική μου έρευνα. Αυτό εγκυμονεί τον «ενδεχόμενο κίνδυνο» δημιουργίας ενός «υβριδικού συστήματος», το οποίο αντί να εκσυγχρονίσει κατά το πνεύμα του νομοθέτη, ενδέχεται αν δεν υπάρξουν οι όποιες «επιβεβλημένες τροποποιήσεις» να δημιουργήσει «παράπλευρες ανισότητες» και να «διεγείρουν» το περί του «μη δικαίου αίσθημα».
Επιθυμώ να εστιάσω ιδιαίτερα στην κατηγορία των Εθελοντών Μακράς Θητείας (ΕΜΘ), με την οποία υπηρετώ στις τάξεις της Πολεμικής Αεροπορίας. Στο Παράρτημα Β’ του νομοσχεδίου παρατηρείται μια «σοβαρή γραμματική ανακρίβεια»: οι καταταγέντες το 2001 αναφέρονται ως ΕΜΘ με εξέλιξη έως τον βαθμό του Αρχιλοχία, ενώ στην πραγματικότητα το 2001 κατατάχθηκαν οι πρώτοι ΕΠ.ΟΠ. Αυτή η σύγχυση οδηγεί στην εξίσωση δύο διαφορετικών θεσμών και στην de facto υποβάθμιση των ΕΜΘ (μέσω της ενσωμάτωσής τους στον μεταγενέστερο θεσμό των ΕΠ.ΟΠ.), οι οποίοι (ΕΜΘ) μέχρι σήμερα εξελίσσονται έως τον βαθμό του Λοχαγού και οι ΕΠ.ΟΠ. μέχρι τον διοικητικό βαθμό του Αρχιλοχία (και αντίστοιχων των Κλάδων των ΕΔ). Η παράλειψη αυτή, εάν δεν διορθωθεί, θα οδηγήσει σε ηθική και υλική βλάβη χιλιάδες στελέχη που έχουν προσφέρει επί δεκαετίες τις υπηρεσίες τους στην Πατρίδα.
Προτείνω, λοιπόν για την παραπάνω περίπτωση, μέσω της δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης υπαγωγής της Ένωσης (Ε.Σ.Π.Ε.ΑΡ.) την Π.Ο.Ε.Σ. στην οποία τελώ και εκλεγμένο μέλος του Δ.Σ. της, να ζητηθεί από την ηγεσία η νομοτεχνική βελτίωση του νομοσχεδίου, ώστε να διασφαλιστεί η διακριτή βαθμολογική εξέλιξη των ΕΜΘ και η αυτοτέλεια τους ως θεσμός, διακριτού (σ.σ. θεσμού) από αυτόν των ΕΠ.ΟΠ., όπως ισχύει σήμερα, και να προβλεφθεί «έμπρακτα» η δυνατότητα μετάταξής στο Σώμα των Αξιωματικών στους ΕΜΘ κατόχους πτυχίων ΑΕΙ, κατ’ αναλογία με τις προτεινόμενες προβλέψεις για τους ΑΣΣΥ.
Για τον προηγούμενο αναφερθέντα σκοπό της μετάταξης και πέραν της «επιθυμητής» διατήρησης της αυτονομίας του θεσμού τους (όπως ισχύει σήμερα), προτείνεται η ακόλουθη αναδιατύπωση για το άρθρο 71 (Μεταβατικές διατάξεις): “Μέχρι την 31η.12.2028 οι μετατάξεις των μόνιμων υπαξιωματικών, των Εθελοντών Μακράς Θητείας (ΕΜΘ) βαθμού Ανθυπασπιστή και αντίστοιχων των Κλάδων των ΕΔ και του ΚΣ Πληροφορικής και των ΕΠΟΠ των Κλάδων των ΕΔ και του ΚΣ Πληροφορικής, διεξάγονται με τη διαδικασία, τους όρους και τις προϋποθέσεις των άρθρων 9 έως 13 του ν. 3883/2010 (Α΄ 167).“.
Πέραν των ανωτέρω αναφερθέντων, η ανάλυση των επιμέρους άρθρων του νομοσχεδίου αναδεικνύει μια σειρά από ρυθμίσεις που ενδεχομένως και αυτά να «εγείρουν σοβαράζητήματα νομιμότητας», «ισότητας» και «διοικητικής αποτελεσματικότητας».
Οι διατάξεις περί σταδιοδρομίας του σ/ν (άρθρα 10, 36–41, 57–63) δείχνουν να εισάγουν μια «πρωτοφανή» για τα σύγχρονα δεδομένα «βαθμολογική αποδόμηση». Η επιβολή χαμηλότερων καταληκτικών βαθμών για τους αποφοίτους ΑΣΣΥ και η de facto κατάργηση της ενιαίας εξέλιξης του ν. 3883/2010, οδηγούν σε πολυετή «παγίδευση» στελεχών στον ίδιο βαθμό. Η πρακτική αυτή δημιουργεί προσωπικό «δύο ταχυτήτων» εντός του ίδιου οργανισμού, παραβιάζοντας την αρχή της διοικητικής συνέχειας και «υπονομεύοντας» (εφόσον τελικώς λειτουργούν έτσι) την ιεραρχική λειτουργία, χωρίς να προκύπτει η υφίσταται τεκμηριωμένη» υπηρεσιακή ανάγκη» που να δικαιολογεί τέτοια ανατροπή κεκτημένων (δεδομένου πως δεν έχει δημοσιευθεί η αιτιολογική έκθεση του σ/ν μέχρι σήμερα).
Το προτεινόμενο μισθολόγιο εισάγει «διακρίσεις» που δεν συνάδουν με το «δίκαιο της ίσης αμοιβής για ίση εργασία». Η πρόβλεψη για άμεσες και σημαντικές αυξήσεις αποκλειστικά για τους αξιωματικούς προέλευσης ΑΣΕΙ, σε αντίθεση με την τμηματική και αβέβαιη καταβολή αυξήσεων για τις λοιπές κατηγορίες (ΑΣΣΥ, ΕΜΘ, ΕΠ.ΟΠ.), με τη δεύτερη δόση να μετατίθεται στο 2027 και να συμψηφίζεται με την αύξηση του κατώτατου μισθού, ίσως και να συνιστά «ευθεία παραβίαση» της συνταγματικής αρχής της ισότητας (Άρθρο 4, παρ. 1 Συντάγματος). Η μισθολογική πολιτική δεν δύναται να χρησιμοποιείται ως «εργαλείο» διαχωρισμού βάσει προέλευσης.
Οι ρυθμίσεις των άρθρων του σ/ν, 7, 35 και 58 εμφαίνετε να «μεταλλάσσουν» τον θεσμό της αξιολόγησης από εργαλείο βελτίωσης της απόδοσης σε μηχανισμό διοικητικής πίεσης και δυνητικής «εκδίωξης». Η εισαγωγή συστήματος όπου «τρεις αρνητικές αξιολογήσεις» οδηγούν σε αποπομπή, σε συνδυασμό με την έλλειψη αντικειμενικών κριτηρίων για στελέχη που έχουν στερηθεί την προοπτική εξέλιξης, ίσως δημιουργήσει ένα περιβάλλον «εργασιακής ανασφάλειας». Μια τέτοια προσέγγιση αντίκειται στην αρχή της αξιοκρατίας και δύναται να οδηγήσει σε «αυθαιρεσίες», πλήττοντας με αυτόν τον τρόπο (αν συμβεί), το «ηθικό» και τη «συνοχή» του στρατεύματος.
Οι διαπιστώσεις δεν εξαντλούνται στα προλεγθέντα. Πρόκειται για ενδεικτικά σημεία – στοιχεία τα οποία μπορεί να διακρίνει ο μέσος αναγνώστης του σ/ν. Αντιλαμβανόμενος τον περιορισμό του χώρου του μέσου σας, όσο και του χρόνου των αναγνωστών σας, θα ήθελα να τονίσω ότι από την προηγούμενη μελέτη του σ/ν, και για την αποφυγή «δυσμενών συνεπειών» για τα στελέχη των Ε.Δ.,καθίσταται αναγκαία η προσθήκη μεταβατικών διατάξεων που θα ορίζουν ρητά ότι οι νέες ρυθμίσεις θα ισχύσουν για τους νεοεισερχόμενους στις Ένοπλες Δυνάμεις. Δηλαδή για τα στελέχη που θα εισέλθουν στις Ε.Δ. από το έτος 2026 και μετέπειτα (ανεξαρτήτως τρόπου εισαγωγής ΑΣΕΙ, ΑΣΣΥ, ΕΠ.ΟΠ.) και όχι για το υφιστάμενο στρατιωτικό προσωπικό (ΑΣΕΙ, ΑΣΣΥ, ΕΜΘ, ΕΠ.ΟΠ.). Για τα ήδη υπηρετούντα στελέχη, να υπάρξουν «ικανές χρονικά» μεταβατικές προβλέψεις, οι οποίες θα καθορίζουν τις όποιες αλλαγές απαιτούνται, τουλάχιστον με χρονικό ορίζοντα αυτόνμετά τα 10 έτη από την ψήφιση του σ/ν,διασφαλίζοντας έτσι την «ομαλή μετάβαση» και την «εργασιακή ειρήνη».
Κλείνοντας, θα ήθελα να τονίσω ότι οι θέσεις αυτές, που εδράζονται σε επιστημονική τεκμηρίωση και διεθνή εμπειρία, αποσκοπούν στη δημιουργία ενός σύγχρονου και δίκαιου πλαισίου για το προσωπικό των Ενόπλων Δυνάμεων, το οποίο αποτελεί τον πολλαπλασιαστή ισχύος της χώρας μας. Η διασφάλιση της «αξιοκρατίας» και της «εργασιακής ασφάλειας»θα πρέπει να αποτελείαπαραίτητη προϋπόθεση για την «εύρυθμη λειτουργία του στρατεύματος» και την «εκπλήρωση της αποστολής του».
Ευχαριστώ τον ALT.grκαι τον δημοσιογράφο κ. Σπύρο Μπέτσηγια την πρόταση της φιλοξενίας των απόψεών μου, μια ενέργεια εκ μέρους του η οποίααποδεικνύει εμπράκτωςμε τον τρόπο αυτό, ότι τα ζητήματα των εργαζομένων στις Ένοπλες Δυνάμεις αφορούν το σύνολο της κοινωνίας, ανεξαρτήτως πολιτικών πεποιθήσεων, τονίζοντας με αυτόν τον τρόπο τον «υπερκομματικό χαρακτήρα» των Ενόπλων Δυνάμεων και του γεγονότος ότι αυτές ανήκουν στον Ελληνικό Λαό και προέρχονται από αυτόν και είναι ταγμένες να υπηρετούν το Έθνος μας, όπως κάθε φορά ορίζει η πολιτεία (σ.σ. «Οι Νόμοι και τα Ψηφίσματα του Κράτους»).
*Πρόεδρος Ε.Σ.Π.Ε.ΑΡ. – Μέλος Δ.Σ. Π.Ο.Ε.Σ.- Εκπαιδευτής Ενηλίκων – Διερευνητής Αεροπορικών Ατυχημάτων



