Φασισμός-ναζισμός: Γέννημα-θρέμμα του ιμπεριαλισμού, στην υπηρεσία του αστικού συστήματος ενάντια στο εργατικό κίνημα (Μέρος Α)

Ιταλία - Φασισμός - Μουσολίνι
Ο Μουσολίνι, με τα ιδρυτικά μέλη του κόμματός του

Η άνοδος στην εξουσία των φασιστών στην Ιταλία την περίοδο του μεσοπολέμου

Ο σκοπός της σειράς των άρθρων είναι να εξετάσει την υλική βάση της γέννησης και ανόδου του φασισμού στην Ιταλία και του ναζισμού στη Γερμανία μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, καθώς και τη σημερινή άνοδο των φασιστικών και νεοναζιστικών μορφωμάτων στην Ευρώπη και ιδιαίτερα στην Γερμανία. Ποια τμήματα της αστικής τάξης, γιατί και πως ουσιαστικά δημιούργησαν και στηρίζουν τον φασισμό; Πώς οι θεσμοί και οι μηχανισμοί του αστικού κράτους του ανοίγουν τον δρόμο; Με ποιους τρόπους οι φασιστικές οργανώσεις επιχειρούν να προσεταιριστούν εργάτες ή να επιτεθούν για να διαλύσουν τις συνδικαλιστικές και πολιτικές τους οργανώσεις;

Τα ιστορικά στοιχεία αποδεικνύουν συντριπτικά και αδιαμφισβήτητα τον διαχρονικό χαρακτήρα του φασισμού-ναζισμού. Ο φασισμός-ναζισμός είναι γέννημα-θρέμμα του καπιταλισμού, αποτελεί μία από τις πολιτικές μορφές της καπιταλιστικής εξουσίας, που, όπως και οι υπόλοιπες (αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία, προεδρική, προεδρευομένη ή βασιλευομένη, πολιτική ή στρατιωτική αστική δικτατορία κ.λ.π.), αποσκοπεί στη προώθηση των καπιταλιστικών συμφερόντων. Προκρίθηκε στο Μεσοπόλεμο σε καπιταλιστικά κράτη που άνηκαν στους ηττημένους του ιμπεριαλιστικού Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου (όπως η Γερμανία) ή σε άλλα που αδικήθηκαν από τη μεταπολεμική μοιρασιά της ιμπεριαλιστικής λείας (όπως η Ιταλία). Σε αυτά τα καπιταλιστικά κράτη, το τέλος του πολέμου συνοδεύτηκε από σοσιαλιστικές επαναστάσεις και εργατικές εξεγέρσεις και ο φασισμός θεωρήθηκε ως η καταλληλότερη πολιτική μορφή της καπιταλιστικής εξουσίας ώστε να επιτευχθούν δύο αλληλένδετοι στόχοι: να χτυπηθεί ο εσωτερικός εχθρός, δηλαδή το οργανωμένο εργατικό κίνημα και η πρωτοπορία του οι κομμουνιστές και να προετοιμαστεί το κράτος για μια νέα πολεμική αναμέτρηση με στόχο την «αναδιανομή» των αποικιών, των αγορών και των σφαιρών επιρροής, των πρώτων υλών και των ενεργειακών πόρων, των δρόμων μεταφοράς ενέργειας και εμπορευμάτων.

Τα προηγούμενα αποδεικνύουν ότι ο φασισμός-ναζισμός δεν ήταν ούτε ένα αντισυστημικό κίνημα, ούτε μια ανορθολογική παρέκκλιση από την αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία, αλλά συνιστούσε επιλογή της ιταλικής και της γερμανικής αστικής τάξης. Το ίδιο γίνεται και σήμερα. Τον χρηματοδοτούν, εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα στους φασίστες προβολή στα μέσα ενημέρωσης που ελέγχουν, παρουσιάζοντάς τους ως δήθεν «αντισυστημικούς», ενώ είναι ό,τι πιο βαθιά συστημικό και βρώμικο γεννά η καπιταλιστική εξουσία. Όταν και όπου πήραν την εξουσία στην περίοδο του μεσοπολέμου, οι φασίστες χρησιμοποίησαν την βία για να διαλύσουν τα ταξικά συνδικάτα, να χτυπήσουν ακόμα και με δολοφονίες αγωνιστών το ταξικό κίνημα για να θωρακίσουν τον έλεγχο της παραγωγής και τα συμφέροντα των καπιταλιστών. Η κάλπικη «αντισυστημική» εικόνα που τους προσδίδουν τα αστικά μέσα ενημέρωσης και τα κόμματα του συστήματος κάλυπτε τότε, και καλύπτει σήμερα, τον πραγματικό τους ρόλο αυτό πραγματικά είναι: τσιράκια των καπιταλιστών και μαντρόσκυλα των συμφερόντων τους.

Τα τεκμήρια είναι αναρίθμητα. Στην Ιταλία, που θα αναφερθούμε αναλυτικότερα παρακάτω, μεγαλοβιομήχανοι και μεγαλογαιοκτήμονες ουσιαστικά δημιούργησαν και χρηματοδότησαν το Φασιστικό Κόμμα και τη βία κατά των εργατικών και αγροτικών συνδικάτων. Επίσης, τμήματα της αστυνομίας και του στρατού είχαν ανεχθεί ή βοηθήσει τις φασιστικές ομάδες κρούσης [1]. Τελικά, ο Μουσολίνι διορίστηκε πρωθυπουργός από τον ίδιο τον Ιταλό βασιλιά, έπειτα από την πορεία-παρωδία των φασιστών προς τη Ρώμη και τη συγκέντρωση λίγων χιλιάδων ενόπλων φασιστών στα περίχωρα της πόλης, παρόλο που αυτοί θα μπορούσαν να είχαν καταστειλεί από τις πολυπληθέστερες και καλύτερα εξοπλισμένες εργατικές λαϊκές δυνάμεις, ενώ ο βασιλιάς Βίκτωρ Εμμανουήλ Γ΄ αρνήθηκε να δοθεί εντολή στον στρατό να τους σταματήσει.

Στη Γερμανία ο Χούγκενμπεργκ μεγαλοεκδότης, πρόεδρος της εκτελεστικής διοίκησης (Direktorium) της Krupp AG από το 1909 έως το 1918 και ηγέτης του Γερμανικού Εθνικού Λαϊκού Κόμματος, πρόσφερε στον Χίτλερ από το 1929 βήμα και προβολή εθνικής εμβέλειας μέσα από το παγγερμανικό δίκτυο εφημερίδων και πρακτορείων του [2] την περίοδο που το ναζιστικό κόμμα είχε πάρει μόλις 2,6% των ψήφων (εκλογές του 1928) [3]. Βασιζόμενο στη στήριξη του γερμανικού κεφαλαίου το Ναζιστικό Κόμμα αύξησε το ποσοστό της εκλογικής του επιρροής σε 18,3% στις εκλογές του Σεπτέμβρη του 1930, ενώ στις εκλογές του Ιούλη του 1932 το ποσοστό του εκτοξεύτηκε στο 37,7% και αναδείχτηκε πρώτο κόμμα, δίχως να κατορθώσει να σχηματίσει κυβέρνηση. Στις νέες εκλογές του Νοέμβρη του 1932, το ναζιστικό κόμμα διατήρησε την πρώτη θέση, αλλά το ποσοστό του υποχώρησε στο 33,1%. Παρ’ όλα αυτά, στις 19 Νοέμβρη 1932, μεγαλοβιομήχανοι και τραπεζίτες ζήτησαν με υπόμνημα [4] (το περίφημο Industrielleneingabe) από τον πρόεδρο της Γερμανίας Χίντενμπουργκ να διορίσει τον Χίτλερ καγκελάριο. Πράγματι, ο Χίτλερ διορίστηκε στις 30 Γενάρη 1933 καγκελάριος. [5].

Στη συνέχεια, λίγες μέρες πριν από τις νέες εκλογές που ορίστηκαν για το Μάρτη του 1933 στήθηκε η προβοκάτσια του εμπρησμού του Ράιχσταγκ. Όμως, παρά την κρατική και παρακρατική τρομοκρατία που εξαπολύθηκε, οι ναζί, αν και βελτίωσαν σημαντικά τα ποσοστά τους (43,9%) δεν κατόρθωσαν να καταλάβουν την αυτοδυναμία του Κοινοβουλίου. Αυτό έγινε κατορθωτό όταν το ΚΚ Γερμανίας τέθηκε εκτός νόμου θεωρήθηκαν παράνομοι και οι 81 βουλευτές του. Λίγο αργότερα το Μάρτη του 1933, το γερμανικό κοινοβούλιο ψήφισε το λεγόμενο «εξουσιοδοτικό νόμο», με τον οποίο δινόταν η δυνατότητα στο Χίτλερ να αποφασίζει χωρίς την έγκριση του Κοινοβουλίου ή του προέδρου.

Διαρκής στόχος της αστικής τάξης η διάσπαση της εργατικής τάξης και η υποταγή/συντριβή του ταξικού κινήματος και των οργανώσεων του

Η αστική τάξη και το κράτος της επιδιώκουν διαρκώς τη διάσπαση της εργατικής τάξης. Στην προσπάθεια αυτή αξιοποιούν τη σοσιαλδημοκρατία και τις διάφορες μορφές οπορτουνισμού μέσα στο εργατικό κίνημα, που προβάλλουν την ταξική συνεργασία και υπονομεύουν την ενιαία πάλη των εργατών. Η δουλειά αυτή δεν αρχίζει όταν ξεσπά μια κρίση ούτε σταματά όταν αυτή υποχωρεί. Καλλιεργούν τον εθνικισμό και τον σοσιαλσωβινισμό, στρέφοντας τους λαούς τον έναν ενάντια στον άλλον. Αντιπαραθέτουν επίσης εργαζόμενους και ανέργους, υπαλλήλους του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα, μόνιμους και συμβασιούχους, όσους λαμβάνουν ένα επίδομα και όσους αποκλείονται από αυτό. Παρουσιάζουν τις κατακτήσεις μιας ομάδας ως «προνόμια» σε βάρος των άλλων, για να στρέψουν εργάτες ενάντια σε εργάτες και να απομακρύνουν την οργή για την ανεργία, τους χαμηλούς μισθούς και την ακρίβεια από το κεφάλαιο και την εξουσία του. Στα τελευταία χρόνια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, οι κυβερνήσεις άλλαζαν επιλεκτικά τους όρους χορήγησης του επιδόματος ανεργίας: απέκλειαν ορισμένες κατηγορίες, περιέκοπταν τις παροχές άλλων και συνόδευαν τις περικοπές με μικρές παραχωρήσεις προς διαφορετικές ομάδες, επικαλούμενες τη μείωση των δημόσιων δαπανών. Ο κατακερματισμός αυτός αποδυνάμωνε την κοινή οργάνωση και πάλη απέναντι στο κεφάλαιο.

Οι Μαρξ και Λένιν είχαν αναδείξει, πριν από την εμφάνιση του φασισμού, πόσο κρίσιμη είναι για την αστική τάξη η διάσπαση της εργατικής τάξης. Ο Μαρξ έδειξε πώς ο αγγλικός αστικός Τύπος συντηρούσε την εχθρότητα των Άγγλων εργατών απέναντι στους Ιρλανδούς, αποδυναμώνοντας και τους δύο [6]. Ο Λένιν δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στον διαβρωτικό ρόλο του σοσιαλσοβινισμού μέσα στο εργατικό κίνημα. Τον συνδέει με τον οπορτουνισμό και με τη συμμαχία προνομιούχων-εξαγορασμένων στρωμάτων της εργατικής τάξης και συνδικαλιστικών στελεχών. Στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, αυτή η γραμμή καλεί τους εργάτες να υπερασπιστούν τα συμφέροντα της αστικής τάξης της χώρας τους αντί να παλέψουν εναντίον τους. Ο Λένιν επισημαίνει επίσης ότι οι αστοί αξιοποιούν τον σοσιαλσοβονισμό για να διασπάσουν τους εργάτες και να τους απομακρύνουν από τον σοσιαλισμό. Γι’ αυτό γράφει ότι ο σοσιαλσοβινισμός έχει «τόσο στενά συνδεθεί με την αστική τάξη και τις κυβερνήσεις», ώστε η παρουσία του στο ταξικό κίνημα δεν μπορεί να γίνει ανεκτή [7].

Όταν οι μηχανισμοί χειραγώγησης της εργατικής τάξης μέσω της σοσιαλδημοκρατίας και του οπορτουνισμού φτάνουν στα όριά τους, η πολιτική του μαστιγίου έρχεται να αντικαταστήσει αυτή του καρότου και τμήματα της αστικής τάξης ενισχύουν τον φασισμό. Αυτός πατά στους διαχωρισμούς που έχουν ήδη καλλιεργηθεί, στρέφει την οργή των εργατών μακριά από το κεφάλαιο και επιτίθεται στο οργανωμένο ταξικό κίνημα. Παράλληλα, προωθεί τις διεθνείς στοχεύσεις της αστικής τάξης, αποδίδοντας όλα τα εσωτερικά δεινά στους εξωτερικούς εχθρούς και προετοιμάζοντας τη στράτευση των εργατικών-λαϊκών δυνάμεων υπέρ των καπιταλιστικών συμφερόντων.

Θα ήταν υπεραπλούστευση να πούμε ότι το σύνολο της αστικής τάξης χρηματοδότησε/χρηματοδοτεί και προώθησε/προωθεί εξαρχής τον φασισμό-ναζισμό με τον ίδιο τρόπο. Οι διαφορετικές στάσεις των διάφορων τμημάτων της αστικής τάξης απέναντι στον φασισμό-ναζισμό έχουν υλική βάση και συνδέονται και με τη θέση κάθε τμήματος του κεφαλαίου στην παραγωγική διαδικασία και την αγορά στην οποία απευθύνεται. Ωστόσο, οι συνθήκες που είχαν επιβληθεί μετά τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο στην Ιταλία και κυρίως στη Γερμανία έκαναν απαραίτητη για το σύνολο της αστικής τάξης την επιδίωξη μιας δυναμικής αναδιανομής των αγορών και των σφαιρών επιρροής. Η πολιτική αυτή προβλήθηκε ως «εθνική άμυνα» και ως απάντηση στις «άδικες» μεταπολεμικές συνθήκες (η επίκληση της «ακρωτηριασμένης νίκης» (vittoria mutilata) στην Ιταλία και στη Γερμανία με την καταγγελία της Συνθήκης των Βερσαλλιών). Κάτω από αυτά τα συνθήματα, οι κρατικοί πόροι κατευθύνθηκαν στην πολεμική βιομηχανία ήδη σε καιρό ειρήνης, εξυπηρετώντας πρωτίστως τα συμφέροντα των ομίλων που είχαν στηρίξει την άνοδο του φασισμού και του ναζισμού.

Παράλληλα, οι μεγιστάνες της βαριάς βιομηχανίας επιδίωκαν, για να διατηρήσουν τα επίπεδα της κερδοφορίας τους να αυξήσουν τον βαθμό εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης, να μειώσουν τους μισθούς τσακίζοντας τα συνδικάτα και να εξασφαλίσουν κρατικές παραγγελίες που θα διατηρούσαν την παραγωγή σε υψηλά επίπεδα. Η στροφή στην πολεμική οικονομία πρόσφερε μια διέξοδο: το κράτος θα εξασφάλιζε νέες παραγγελίες χάλυβα, μηχανών και εξοπλισμών, ενώ η συντριβή των εργατικών οργανώσεων θα επέτρεπε να επιβάλουν χαμηλότερους μισθούς και αυστηρότερη πειθαρχία στην παραγωγή.

Από την άλλη κλάδοι της λεγόμενης ελαφριάς βιομηχανίας δηλαδή της βιομηχανίας καταναλωτικών προϊόντων, όπως η κλωστοϋφαντουργία, η βιομηχανία τροφίμων, και η ένδυση εξαρτιόνταν περισσότερο από την αγοραστική δύναμη των εργαζομένων ως αγοραστών των προϊόντων τους. Για ορισμένους ήταν επίσης κρίσιμες οι εξαγωγές. Γι’ αυτό στάθηκαν αρχικά επιφυλακτικά απέναντι στην προοπτική της φασιστικής δικτατορίας. Δεν εμπόδισαν, όμως, την άνοδο του φασισμού-ναζισμού και τελικά τον αποδέχθηκαν.

O Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος ως η αρχή της γενικευμένης καπιταλιστικής κρίσης και έντασης της ταξικής πάλης για τον σοσιαλισμό

Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος (1914–1918) ήταν προϊόν της καπιταλιστικής ανάπτυξης των προηγούμενων δεκαετιών που οδήγησε στην είσοδο του καπιταλισμού στο ιμπεριαλιστικό του στάδιο, δηλαδή στην κυριαρχία των μονοπωλίων στο εσωτερικό κάθε καπιταλιστικού κράτους και ταυτόχρονα στην εξαγωγή κεφαλαίων και στον ανταγωνισμό μεταξύ των καπιταλιστικών κρατών στις διεθνείς σχέσεις. Ο πόλεμος ήταν προϊόν αυτών των αξεπέραστων αντιφάσεων, ενώ επιτάχυνε την εξέλιξη του καπιταλισμού σε μονοπωλιακό καπιταλισμό-ιμπεριαλισμό.

Σε όλες τις μεγάλες δυνάμεις, η συγκέντρωση της βιομηχανίας προχώρησε με πολύ ταχύτερο ρυθμό, ενώ το κράτος ανέλαβε την άμεση οργάνωση βασικών κλάδων για τις πολεμικές προετοιμασίες πριν και ανάγκες κατά την διάρκεια του πολέμου. Τεχνολογίες που διαφορετικά θα χρειάζονταν ίσως δύο δεκαετίες για να εφαρμοστούν, μπήκαν στη μαζική παραγωγή μέσα σε λίγα 1-2 χρόνια. Παράλληλα, η διακοπή εμπορικών δεσμών που είχαν αναπτυχθεί τον προηγούμενο μισό αιώνα έδωσε ώθηση στην καπιταλιστική ανάπτυξη χωρών με κυρίως αγροτική οικονομία. Ο πόλεμος αυτός τράνταξε ολόκληρο το σύστημα του παγκόσμιου καπιταλισμού και σηματοδότησε την αρχή μιας εποχής που χαρακτηρίζεται όχι μόνο από ιμπεριαλιστικούς πολέμους, αλλά και από την πάλη ανάμεσα στον καπιταλισμό που σαπίζει και τον σοσιαλισμό.

Ο ιμπεριαλιστικός Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος συνοδεύτηκε από την χρεοκοπία της Β΄ Διεθνούς [8]. Οι ηγεσίες των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων, με λίγες εξαιρέσεις, καταπάτησαν τόσο τη θέση του Κομμουνιστικού Μανιφέστου ότι «οι εργάτες δεν έχουν πατρίδα» όσο και τις αντιπολεμικές αποφάσεις των συνεδρίων της Στουτγάρδης και της Βασιλείας. Έπαιξαν βρώμικο ρόλο μέσα στο εργατικό κίνημα, ψήφισαν τις πολεμικές πιστώσεις και τάχθηκαν υπέρ της δικής τους αστικής τάξης και του ιμπεριαλιστικού πολέμου, παρουσιάζοντας την υπεράσπιση του καπιταλιστικού κράτους της ως «υπεράσπιση της πατρίδας». Αντί να αντιπαλέψουν τον πόλεμο, έγιναν υπερασπιστές και προπαγανδιστές του. Έτσι, ο σοσιαλσοβινισμός τους τους εξελίχθηκε σε σοσιαλιμπεριαλισμό και εθνικισμό: στήριξη της ιμπεριαλιστικής πολιτικής με σοσιαλιστική φρασεολογία. Για τον βρώμικο ρόλο της σοσιαλδημοκρατίας στην άνοδο του φασισμού-ναζισμού σε Ιταλία και Γερμανία θα αναφερθούμε πιο αναλυτικό στο επόμενο άρθρο.

Η άνοδος του φασισμού στην Ιταλία: Μεγαλοβιομήχανοι και γαιοκτήμονες οργάνωσαν και χρηματοδότησαν τους φασίστες ενάντια στο ταξικό εργατικό κίνημα

Οι μεγάλοι όμιλοι της βαριάς βιομηχανίας, όπως η Ansaldo και η Ilva κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο επέκτειναν τα εργοστάσια και τις επενδύσεις τους χάρη στις κρατικές πολεμικές παραγγελίες. Με τη λήξη του πολέμου, οι παραγγελίες σταμάτησαν απότομα, αφήνοντάς τους με τεράστια παραγωγική δυναμικότητα, χρέη και περιορισμένες αγορές. Η περίπτωση της Ansaldo είναι χαρακτηριστική. Το προσωπικό της αυξήθηκε από περίπου 18.000 σε πάνω από 40.000 κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Μετά τον πόλεμο, η απότομη μείωση της ζήτησης όξυνε τα προβλήματα των μεγάλων μεταλλουργικών επιχειρήσεων: η ιταλική παραγωγή χυτοσιδήρου έπεσε από πάνω από 426.000 τόνους το 1913 σε μόλις 61.000 το 1921. Η τράπεζα που ήταν στενά συνδεδεμένη με την Ansaldo, η Banca Italiana di Sconto, κατέρρευσε στα τέλη του 1921, ενώ η Ansaldo αναδιαρθρώθηκε με κρατική και τραπεζική παρέμβαση.

Η «ακρωτηριασμένη νίκη» έδινε περιορισμένο διέξοδο στα συσσωρευμένα κεφάλαια. Έτσι, για επιχειρήσεις με εγκαταστάσεις χτισμένες γύρω από εξοπλισμούς, πλοία και βαριά μηχανήματα, οι νέες κρατικές παραγγελίες για την πολεμική βιομηχανία αποτελούσαν διέξοδο από την γενική καπιταλιστική κρίση. Η κρίση έκανε ακόμη πιο πιεστική για τους βιομηχάνους την ανάγκη κρατικής στήριξης: ζητούσαν επιδοτήσεις, και νέες παραγγελίες εξοπλισμών, μαζί με μείωση των μισθών και συντριβή της εργατικής αντίστασης. Με βάση το 1913=100, ο ανασυντεθειμένος δείκτης τιμών καταναλωτή της ISTAT είχε φτάσει στο 352,3 το 1920 και στο 416,8 το 1921. Οι καταγραφές ανέργων αυξήθηκαν από 388.744 την 1η Ιούλη 1921 σε 606.819 την 1η Φλεβάρη 1922. Την ίδια περίοδο, η Γενική Συνομοσπονδία Εργασίας (CGdL) είχε φτάσει περίπου τα δύο εκατομμύρια μέλη. Το ζήτημα για την αστική τάξη και τους μεγαλογαιοκτήμονες ήταν ποιος θα πλήρωνε την κρίση και ποιος θα έλεγχε τους χώρους δουλειάς, τις προσλήψεις και την παραγωγή [9].

Από την άλλη μεριά, το ανθρώπινο κόστος του πολέμου ήταν βαρύ: η Ιταλία επιστράτευσε 5,25 εκατομμύρια άνδρες. Τουλάχιστον 615.000 σκοτώθηκαν, μισό εκατομμύριο έμειναν ανάπηροι και ένα εκατομμύριο τραυματίστηκαν. Σε αυτές τις συνθήκες, η επανάσταση των μπολσεβίκων το 1917 είχε τεράστια επίδραση στην εργατική τάξη της Ιταλίας. Το Ιταλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα (PSI) αύξησε τον αριθμό των μελών του από 23,000 το 1918 σε 200,000 το 1920 [10]. Οι εργάτες και οι αγρότες, επιστρέφοντας από τα χαρακώματα παρότι δεν ήταν ακόμη έτοιμοι να θέσουν ως στόχο την κατάκτηση της εξουσίας, ήταν αρκετά μαχητικοί ώστε να διεκδικήσουν και να επιβάλουν σημαντικές κατακτήσεις. Οι απεργίες διαδέχονταν η μία την άλλη: 1.663 το 1919 και 1.881 το 1920. To 1918, στη Γένοβα και σε άλλα μεγάλα λιμάνια, οι καλά οργανωμένοι λιμενεργάτες ανέλαβαν την άμεση διαχείριση των εργασιών εκφόρτωσης και φόρτωσης των πλοίων [11].

Οι εργάτες της χαλυβουργίας προχώρησαν ακόμη περισσότερο: τον Σεπτέμβρη του 1920 μετέτρεψαν τις μισθολογικές διεκδικήσεις σε ταξική σύγκρουση μεγάλης κλίμακας. Όταν οι μεγάλοι βιομήχανοι προχώρησαν σε ανταπεργία, 600.000 Ιταλοί μεταλλεργάτες κατέλαβαν τα εργοστάσια και συνέχισαν οι ίδιοι την παραγωγή, μέσα από τις δικές τους εκλεγμένες επιτροπές στους χώρους εργασίας [9]. Οι εργάτες της βιομηχανίας πέτυχαν υψηλότερους μισθούς, το οκτάωρο, τη γενική αναγνώριση των συλλογικών συμβάσεων και λόγο στην παραγωγή μέσω των «εργοστασιακών επιτροπών». Οι αγρότες απαίτησαν τη «διανομή της γης» που τους είχαν υποσχεθεί. Συγκρότησαν ισχυρά συνδικάτα, τις περίφημες «κόκκινες ενώσεις», που στηρίζονταν από τους αγροτικούς δήμους οι οποίοι είχαν περάσει στην επιρροή των σοσιαλιστών. Έτσι οι εργάτες γης και μισθωτές μικρο-καλλιεργειών πέτυχαν καλύτερους εργασιακούς όρους και καλύτερους όρους στις συμβάσεις μίσθωσης της γης. Παράλληλα, στις εκλογές του Nοέμβρη του 1919 το PSI πήρε 2 εκατομμύρια ψήφους και 156 έδρες από τις 508 έδρες της ιταλικής Βουλής [10] αποκτώντας τον έλεγχο περίπου 2.800 δήμων, το 25% του συνόλου σε όλη την Ιταλία [12].

Η τεράστια δύναμη του PSI δε συνοδεύτηκε με τη διαμόρφωση αντίστοιχης επαναστατικής στρατηγικής. Στο εσωτερικό του διαμορφώθηκαν τρεις τάσεις. Μία που τασσόταν με την παραμονή του κόμματος στις γραμμές της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας. Η δεύτερη και πλέον πολυάριθμη που αναγνώριζε τη σημασία της Οκτωβριανής Επανάστασης, αλλά αρνούνταν να εναρμονιστεί με τις απαιτήσεις της Κομμουνιστικής Διεθνούς, έτσι ώστε το PSI να γίνει μέλος της και η τρίτη και πλέον ολιγάριθμη τασσόταν υπέρ της Οκτωβριανής Επανάστασης και της μπολσεβικοποίησης του PSI. Αυτή η τρίτη τάση προχώρησε τελικά και στη συγκρότηση του ΚΚ Ιταλίας του 1921. Η κατάσταση που επικρατούσε στο PSI έθετε αντικειμενικά όρια και στον αναβρασμό των εργατικών-λαϊκών δυνάμεων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτέλεσε τον Μάρτη-Απρίλη 1920 η κατάληψη των χαλυβουργιών του Τορίνο, που χαρακτηριζόταν και ως Λένινγκραντ της Ιταλίας εξαιτίας της σημαντικής συγκέντρωσης βιομηχανικού προλεταριάτου. Όταν η απεργία επεκτάθηκε σε όλη την περιοχή του Πεδεμοντίου, η ελεγχόμενη από τους σοσιαλδημοκράτες CGIL (Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ιταλίας) αρνήθηκε να κηρύξει πανεθνική απεργία.

Παρ’ όλα αυτά οι κατακτήσεις της εργατικής τάξης αμέσως απειλούσαν άμεσα τόσο τα συμφέροντα των βιομηχάνων και των μεγαλογαιοκτημόνων, ενώ η διατήρηση της αυξημένης δράσης των εργατικών-λαϊκών μαζών θα μπορούσε να οδηγήσει μελλοντικά σε αμφισβήτηση της καπιταλιστικής εξουσίας. Στις 7 Μάρτη 1920 πραγματοποιήθηκε στο Μιλάνο πανιταλική συνδιάσκεψη της Γενικής Συνομοσπονδίας Βιομηχανίας (Confindustria) με αντικείμενο τον συντονισμό της δράσης τους απέναντι στους εργατικούς αγώνες. Μέσα στο 1920, συγκροτήθηκε η Γενική Συνομοσπονδία Γεωργίας. Βιομήχανοι και μεγαλογαιοκτήμονες οργάνωναν έτσι σε πανιταλική κλίμακα την υπεράσπιση των συμφερόντων τους με κοινό σύνθημα «Οι βιομήχανοι και οι γαιοκτήμονες δεν θα μπουν πια στη μάχη με διασκορπισμένες δυνάμεις» [9].

Όμως ούτε οι βιομήχανοι ούτε οι γαιοκτήμονες μπορούσαν, να διεξαγάγουν οι ίδιοι την βρώμικη δουλειά ενάντια στο ταξικό εργατικό κίνημα. Για τον σκοπό αυτό τμήματα της αστικής τάξης με την υποστήριξη των αστικών κομμάτων και τις ευλογίες του Βατικανού ουσιαστικά δημιούργησαν (το φασιστικό κόμμα του Μουσολίνι ιδρύθηκε στο Μιλάνο το 1921 «ως μια επαναστατική πολιτοφυλακή στην υπηρεσία του έθνους»), οργάνωσαν και επιστράτευσαν τις ένοπλες φασιστικές συμμορίες, τα fasci, στο «ενιαίο μέτωπο κατά του μπολσεβικισμού». Ενδεικτικά, τον Ιούλη του 1920 οι φασιστικές οργανώσεις, «συγκροτημένες ή υπό συγκρότηση», ήταν συνολικά 108. Στα μέσα Οκτώβρη είχαν αυξηθεί σε 190 ενώ στο τέλος της χρονιάς ξεπερνούσαν τις 800 και τον Φλεβάρη του 1921 έφτασαν τις 1.000 [13].

Αποστολή τους ήταν να αποδυναμώσουν και να τρομοκρατήσουν το ταξικό εργατικό κίνημα, ώστε βιομήχανοι και γαιοκτήμονες να ανακτήσουν όσο το δυνατόν γρηγορότερα το χαμένο έδαφος της κερδοφορίας. Η δράση των φασιστικών συμμοριών ήταν μεγαλύτερη στις αγροτικές περιοχές της βόρειας Ιταλίας. Εκεί οι εργάτες γης είχαν οικοδομήσει συνδικάτα, συνεταιρισμούς και μηχανισμούς συλλογικής διαχείρισης των προσλήψεων που περιόριζαν την εξουσία των μεγαλογαιοκτημόνων. Για τους μεγάλους ιδιοκτήτες γης, η σύγκρουση αφορούσε επομένως ταυτόχρονα τους μισθούς, την οργάνωση της παραγωγής και την τοπική πολιτική εξουσία. Οι φασιστικές επιθέσεις στόχευσαν ακριβώς αυτές τις οργανώσεις των εργατών γης και στο σπάσιμο των απεργιών με την βία.

Μόνο στην πεδιάδα του Πάδου, κατά το πρώτο εξάμηνο του 1921, καταγράφηκαν 726 λεηλατημένες ή πυρπολημένες έδρες εργατικών και λαϊκών οργανώσεων. Ανάμεσά τους ήταν 119 Εργατικά Κέντρα, 83 ενώσεις εργατών γης, 107 συνεταιρισμοί, 59 Λαϊκά Σπίτια και 17 εφημερίδες ή τυπογραφεία. Σε αναφορά της 28ης Φλεβάρη 1921, ο νομάρχης της Παβίας περιέγραφε ότι η τοπική ένωση γαιοκτημόνων παρείχε σημαντική οικονομική ενίσχυση στους φασίστες, οι οποίοι σε αντάλλαγμα προσέφεραν προστασία απέναντι στις αγροτικές απεργίες. Σε κατάλογο συνδρομητών του φασιστικού κινήματος της Φεράρας, που δημοσιεύτηκε τον Μάρτη του 1921, περιλαμβάνονταν 17 γαιοκτήμονες. Την ίδια περίοδο, οι Περόνε ιδιοκτήτες της Ansaldo χρηματοδότησαν τη δημιουργία της εφημερίδας του Μουσολίνι, Il Popolo d’Italia, και χρησιμοποίησαν εφημερίδες υπό τον έλεγχό τους για τις πολιτικές και επιχειρηματικές τους επιδιώξεις [9].

Στις εκλογές του Μάη 1921 ο τότε πρωθυπουργός Τζοβάνι Τζολίτι συμπεριέλαβε φασίστες υποψηφίους στα Εθνικά Μπλοκ τις εκλογικές συμμαχίες των φιλελεύθερων και άλλων αστικών κομμάτων. Εξελέγησαν 35 φασίστες σε Βουλή 535 εδρών, περίπου 6,5% των εδρών. Όταν οι φασίστες κινήθηκαν προς τη Ρώμη τον Οκτώβρη του 1922, ο βασιλιάς Βίκτωρ Εμμανουήλ Γ΄ αρνήθηκε να εγκρίνει την κατάσταση πολιορκίας που θα επέτρεπε στον στρατό να τους σταματήσει. Ανέθεσε στον Μουσολίνι να σχηματίσει κυβέρνηση, η οποία συγκροτήθηκε στις 31 Οκτώβρη 1922. Έτσι τμήματα της αστικής τάξης, βιομήχανοι, τραπεζίτες και μεγαλοεκδότες, μεγαλογαιοκτήμονες χρηματοδότησαν, δημιούργησαν τις πολιτικές επαφές, προέβαλαν, και το αστικό κράτος παράδωσε στον Μουσολίνι την εξουσία ενώ οι φασιστικές ομάδες συνέχιζαν τη βίαιη επίθεση στο εργατικό κίνημα.

Συνεχίζεται…

Μαρκόνης

Πηγές

[1] Museo Nazionale della Resistenza, «Quando lo Stato si consegnò al fascismo», https://museonazionaleresistenza.it/story/quando-lo-stato-si-consegno-al-fascismo/, για τη βιομηχανική στήριξη και τμήματα της αστυνομίας και του στρατού στους φασίστες του Μουσολίνι

[2] Ute Daniel, Beziehungsgeschichten: Politik und Medien im 20. Jahrhundert, Hamburger Edition, 2018.https://www.hamburger-edition.de/fileadmin/user_upload/Hamburger_Edition/Open_Access/978-3-86854-929-4_OA_Daniel_Beziehungsgeschichten.pdf

[3] Krupps „Kornwalzer“. Formen und Wahrnehmungen von Korruption im Kaiserreich, https://zeitgeschichte-digital.de/doks/frontdoor/deliver/index/docId/652/file/b%c3%b6sch_krupps_kornwalzer_2005_de.pdf για το σκάνδαλο κατασκοπίας τoυ ομίλου Krupp. (Σε αυτό το σημείο αναφέρουμε ότι το 1913 ο Καρλ Λίμπκνεχτ αποκάλυψε στο Ράιχσταγκ την υπόθεση «Kornwalzer»: μέσω δωροδοκιών, η Krupp αποκτούσε εμπιστευτικές πληροφορίες από τη στρατιωτική διοίκηση για τους ανταγωνιστές της και τις πολεμικές παραγγελίες. Ο Χούγκενμπεργκ, τότε επικεφαλής της εκτελεστικής διοίκησης της Krupp, ανέλαβε δημόσια την υπεράσπισή της και επιτέθηκε στον Λίμπκνεχτ). [4] Το υπόμνημα «Industrielleneingabe» προς τον Χίντενμπουργκ, 19 Νοέμβρη 1932, κείμενο στήριξης του Χίτλερ από μεγαλοβιομηχάνους και τραπεζίτες, https://www.ns-archiv.de/nsdap/foerderung/eingabe-hindenburg.php[5] Bundeszentrale für politische Bildung (bpb), χρονολόγιο εκλογών της Βαϊμάρης «Zerstörung der Demokratie 1930–1932», https://www.bpb.de/themen/nationalsozialismus-zweiter-weltkrieg/dossier-nationalsozialismus/39537/zerstoerung-der-demokratie-1930-1932/ [6] Καρλ Μαρξ, επιστολή στους Ζίγκφριντ Μάγιερ και Άουγκουστ Φογκτ, 9 Απρίλη 1870, για την εχθρότητα προς τους Ιρλανδούς εργάτες https://www.marxists.org/archive/marx/works/1870/letters/70_04_09.htm [7] Β. Ι. Λένιν, «Ο ιμπεριαλισμός και η διάσπαση του σοσιαλισμού» (1916). https://www.marxists.org/archive/lenin/works/1916/oct/x01.htm [8] B.I. Lenin, Η χρεοκοπία της δεύτερης διεθνούς (απόσπασμα), Τεύχος 6 | Νοέμβρης – Δεκέμβρης 2024[9] Daniel Guérin, Fascism and Big Business, 2η έκδ., Pathfinder Press, Νέα Υόρκη, 1973 https://files.libcom.org/files/Daniel%20Guerin-Fascism%20and%20Big%20Business-Pathfinder%20Press%20%282000%29.pdf [10] M. Trudell. Gramsci:the Turin years,2007. https://www.marxists.org/history/etol/writers/trudell/2007/xx/gramsci.html [11] Compagnia Unica Lavoratori Merci Varie Paride Batini Porto di Genova. La nostra storia. https://compagniaunica.it/storia/ [12] Α. Tasca. Fascismo 1919-1922, Feltrinelli, 2022. https://fondazionefeltrinelli.it/app/uploads/2022/10/Fascismo-1919-1922.pdf [13] Ministero dell’Economia nazionale, Direzione generale della statistica, Statistica delle elezioni generali politiche per la XXVI Legislatura (1924), σ. LV–LIX https://editorialescientifica.it/wp-content/uploads/2024/04/Storia-e-Politica-XVI-n-1-2024.pdf

Ετικέτες:

Δείτε ακόμα...