Το γεγονός ότι το αστικό κράτος θυσιάζει σε κάθε τομέα τις λαϊκές ανάγκες στο βωμό του κέρδους και σε περίοδο πολεμικής προετοιμασίας εντείνει τον αυταρχισμό και την καταστολή ανέδειξε ο Γιάννης Γκιόκας, μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ και βουλευτής του Κόμματος σε παρέμβασή του στο Πρώτο Πρόγραμμα σημειώνοντας ότι «ζούμε μια περίοδο στην οποία η μία εργατική λαϊκή κατάκτηση ξηλώνεται μετά την άλλη».
Ο Γ. Γκιόκας ρωτήθηκε για το «πως αντιλαμβάνεται την δημοκρατία» 51 χρόνια μετά την πτώση της χούντας και κλήθηκε να σχολιάσει και διάφορες αντιδραστικές απόψεις όπως το να «υπάρχουν ισχυρές κυβερνήσεις χωρίς βουλή». Ο βουλευτής του ΚΚΕ εξήγησε πως τέτοιες επικίνδυνες απόψεις τροφοδοτούνται από διάφορα κέντρα του συστήματος ειδικά σε μια περίοδο πολεμικής εμπλοκής και προετοιμασίας με τα αστικά κράτη να εντείνουν τον αυταρχισμό και την καταστολή προσπαθώντας μάλιστα να εμφανίσουν τέτοια μέτρα ως «αναγκαία».
Συνέχισε τονίζοντας πως τα 51 χρόνια που μεσολάβησαν από την πτώση της χούντας επιβεβαιώνουν πως και η κοινοβουλευτική αστική δημοκρατία είναι η άλλη όψη της δικτατορίας του κεφαλαίου.
Επεσήμανε συγκεκριμένα πως «Προχωράει η θέσπιση ως και 13 ώρες δουλειάς την ημέρα. Έχουμε την εμπλοκή της χώρας μας σε πολεμικούς ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς. Έχουμε ένταση της καταστολής και του αυταρχισμού. Κύματα ξεριζωμένων προσφύγων και μεταναστών μαζί με την καταπάτηση κάθε έννοιας ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Αυτά όλα είναι η επίσημη πολιτική και της ελληνικής κυβέρνησης αλλά και της Ευρωπαϊκής Ένωσης».
Ο Γ. Γκιόκας υπογράμμισε ότι «η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας σε όλους τους τομείς από την πολεμική προετοιμασία μέχρι τα εργασιακά δικαιώματα, υλοποιεί κατά γράμμα την πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης».
Ερωτώμενος για το αν η απάντηση σε όλα αυτά είναι η επανάσταση, απάντησε «Βεβαίως» και τόνισε ότι πρέπει να υπάρξει αμφισβήτηση της σημερινής πολιτικής, του σημερινού κράτους συνολικά καθώς είναι «ένα κράτος το οποίο θυσιάζει σε κάθε τομέα τις λαϊκές ανάγκες στο βωμό του κέρδους» προσθέτοντας ότι μπορεί να υπάρχει «μια άλλου τύπου δημοκρατία και ένα άλλο κράτος, που θα υπηρετεί τις εργατικές λαϊκές ανάγκες».
Αλίμονο αν θεωρεί κανείς, είπε, ότι η κοινωνική εξέλιξη και η Ιστορία σταματά στο σημερινό αστικό κοινοβούλιο. «Μπορεί ο λαός με την πάλη του, με τον αγώνα του, αν το αποφασίσει και όποτε το αποφασίσει, να παλέψει για νέους θεσμούς, που πραγματικά θα κατοχυρώνουν και τη συμμετοχή στην άσκηση της εξουσίας και μιας ανώτερου τύπου δημοκρατίας» υπογράμμισε.
Ερωτώμενος για τους «οξυμένους τόνους» στη Βουλή, ο Γ. Γκιόκας επεσήμανε ότι είναι συνηθισμένο όλα αυτά τα χρόνια «να βλέπουμε οξυμένους τόνους στη Βουλή, κοκορομαχίες και την ίδια στιγμή τα κόμματα αυτά τα οποία τσακώνονται με τόσους υψηλούς τόνους, στην ουσία να συμφωνούν στις στρατηγικές επιλογές που ακολουθούνται σήμερα» και υπενθύμισε τους αλήστου μνήμης καυγάδες ανάμεσα στη Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ «που έφτασαν μετά από λίγα χρόνια αυτοί οι αιώνιοι εχθροί να σχηματίσουν δύο φορές συγκυβέρνηση».
Ο Γ. Γκιόκας υπογράμμισε ότι στις βασικές στρατηγικές επιλογές της κυβέρνησης σε ό,τι έχει να κάνει με την Ευρωπαϊκή Ένωση, με τους πολεμικούς εξοπλισμούς, με τη «δημοσιονομική πειθαρχία», «όλα αυτά δηλαδή που διαμορφώνουν αυτή την καθημερινότητα για το λαό μας, τα κόμματα αυτά, που κατά τα άλλα σηκώνουν υψηλούς τόνους μέσα στο κοινοβούλιο, συμφωνούν όσον αφορά την υλοποίησή τους. Και για αυτόν τον λόγο βλέπουμε από κυβέρνηση σε κυβέρνηση να συνεχίζεται η ίδια πολιτική. Αυτό πρέπει να αμφισβητήσουμε».
Ερωτώμενος για την Ζ. Κωνσταντοπούλου και την επίθεση που έκανε στο ΚΚΕ, ο Γ. Γκιόκας σημείωσε ότι η κ. Κωνσταντοπούλου είναι γνωστή για τις προβοκάτσιες τις οποίες κατά καιρούς στήνει σε βάρος του ΚΚΕ και θύμισε πως ήταν το μοναδικό κόμμα που παρέμεινε στην ψηφοφορία για την προανακριτική – παρωδία για τον Καραμανλή, νομιμοποιώντας ουσιαστικά την μεθόδευση που επιχείρησε να στήσει η ΝΔ. Πρόσθεσε πως η κ. Κωνσταντοπούλου κάνει μια βολική αντιπολίτευση με καυγάδες και σόου, όμως πολύ γυμνή από ουσιαστική πολιτική αντιπαράθεση στη στρατηγική που υλοποιεί η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας και ακριβώς γι’ αυτό «αν δεν υπήρχε η κ. Κωνσταντοπούλου, η ΝΔ θα έπρεπε να την εφεύρει».



