Σε πλήρη αντιστοίχιση με την αντιλαϊκή πολιτική της κυβέρνησης και στον τομέα της Υγείας και του Φαρμάκου βρίσκονται οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου του υπουργείου Υγείας με τίτλο «Σύσταση Ταμείου Καινοτομίας – Πρόσβαση των ασθενών σε νέα φάρμακα και θεραπείες – Βελτίωση των υπηρεσιών Υγείας και άλλες διατάξεις», όπως ανέδειξε ο ειδικός αγορητής του ΚΚΕ Γιώργος Λαμπρούλης, κατά τη διάρκεια σχετικής συνεδρίασης σήμερα στην Ολομέλεια της Βουλής.
Αναφερόμενος στα πρώτα άρθρα του συγκεκριμένου σχεδίου νόμου, επισήμανε πως οι ρυθμίσεις του στηρίζονται στην παραδοχή ότι το Φάρμακο αποτελεί εμπόρευμα και ότι τη στιγμή που η φαρμακοβιομηχανία αυξάνει την παραγωγή και διοχέτευση στην αγορά καινοτόμων φαρμάκων με κριτήριο την κερδοφορία της, ταυτόχρονα περιορίζεται η κρατική χρηματοδότηση για να καλυφθούν οι ανάγκες των ασθενών σε φάρμακα. Ανέδειξε, δε, την αντίφαση «το αποτέλεσμα της μεγάλης προόδου που υπάρχει στη δυνατότητα παραγωγής καινοτόμων φαρμάκων να μην αξιοποιείται καθολικά και απρόσκοπτα από όλους όσοι τα έχουν ανάγκη».
Εξέφρασε τους προβληματισμούς του ΚΚΕ για την πρόβλεψη της εγγραφής στον κρατικό προϋπολογισμό 50 εκατ. ευρώ για καινοτόμα φάρμακα, τονίζοντας, παράλληλα, ότι η συγκρότηση διαφορετικού μηχανισμού για αυτά τα φάρμακα «σημαίνει και διαφορετική μεταχείριση από το κράτος σε σχέση με το μηχανισμό clawback», ο οποίος παραπέμπεται σε μελλοντικές ρυθμίσεις. Στηλίτευσε, ακόμα, το γεγονός ότι η αξιολόγηση και ένταξη αυτών των φαρμάκων στο Ταμείο Καινοτομίας με κριτήριο τη δαπάνη που προκαλούν, ενδεχομένως να αποκλείεται ένα χρήσιμο φάρμακο λόγω κόστους, ενώ υπενθύμισε τις επιφυλάξεις του ΚΚΕ σε σχέση με το κριτήριο της αποτελεσματικότητας, αλλά και σε σχέση με την εμπλοκή της φαρμακοβιομηχανίας στην Έρευνα για το Φάρμακο. «Μην ξεχνάμε ότι τα διάφορα λόμπι της φαρμακοβιομηχανίας αποτελούν θεσμό διαμόρφωσης της πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης», είπε χαρακτηριστικά.
Ο Γ. Λαμπρούλης μίλησε και για τις ρυθμίσεις που προωθούνται σε σχέση με τον περιορισμό του clawback κατ’ απαίτηση των φαρμακοβιομηχάνων, εξηγώντας πως το νομοσχέδιο προβλέπει διάφορα «δωράκια» που αφορούν τη φαρμακευτική δαπάνη του υπουργείου Εθνικής Άμυνας και του Νοσοκομείου ΝΙΜΤΣ, αλλά και την απαλλαγή της φαρμακοβιομηχανίας, με γνώμονα και την κερδοφορία της, από την κάλυψη του ελλείμματος του ΕΟΠΥΥ και την ταυτόχρονη κάλυψή του μέσω του κρατικού προϋπολογισμού, με αποτέλεσμα να επιβαρύνονται οι εργαζόμενοι και ο λαός που «πληρώνουν πολύ πιο ακριβά τα φάρμακα και ταυτόχρονα καλύπτουν μέσω της φορολογίας τα ελλείμματα του προϋπολογισμού του ΕΟΠΥΥ». Χαρακτήρισε, στη συνέχεια, προκλητικό το άρθρο 11 που προβλέπει άτοκες δόσεις για τις πληρωμές υποχρεώσεων από φαρμακοβιομήχανους.
Για τα άρθρα που σχετίζονται με τις διαδικασίες για τα φάρμακα υψηλού κόστους, στάθηκε στο γεγονός ότι η κυβέρνηση καθιερώνει μια «δαιδαλώδη και χρονοβόρα» διαδικασία με διάφορα πρωτόκολλα, επιτροπές και απανωτούς ελέγχους σε θεράποντες γιατρούς, οι οποίοι θα καλούνται να πιστοποιήσουν «το επίπεδο της αποτελεσματικότητας της θεραπείας». Όπως είπε, έτσι αποδεικνύεται η αθλιότητα της αντιλαϊκής πολιτικής της κυβέρνησης, η οποία βάζει φίλτρα για τη δωρεάν χορήγηση φαρμάκων από τον ΕΟΠΥΥ σε σοβαρά ασθενείς με στόχο τον περιορισμό της κρατικής ασφαλιστικής δαπάνης στο όνομα των περιβόητων «δημοσιονομικών αντοχών». Κατήγγειλε, επιπλέον, την ταχύτητα που επιδεικνύει το αστικό κράτος και η κυβέρνηση όταν πρέπει «να τα πάρει» από τον λαό, ενώ όταν πρέπει να δαπανήσει χρήματα για να αξιοποιήσει επιστημονικά και τεχνολογικά επιτεύγματα προς όφελος των λαϊκών αναγκών, σκαρφίζεται κάθε είδους εμπόδιο.
Σε σχέση με το άρθρο 21 και τον καθορισμό του κριτηρίου του ΑΕΠ ως προς την αύξηση ή μείωση του ορίου δαπανών για τη φαρμακευτική δαπάνη, τη νοσοκομειακή φαρμακευτική δαπάνη και τις δαπάνες για τις υπηρεσίες Υγείας του ΕΟΠΥΥ υπογράμμισε πως σε αυτήν τη διάταξη «συμπυκνώνεται όλη η αντιλαϊκή πολιτική κατεύθυνση της κυβέρνησης», καθώς οι εργαζόμενοι και ο λαός καλούνται να αποδεχθούν να ματώνουν μέσω της φορολεηλασίας, των πενιχρών μισθών, των ανεπαρκών πακέτων παροχών στην Υγεία και της αύξησης των πληρωμών στα φάρμακα, ώστε να αυξηθεί το ΑΕΠ και «να υπάρξει το ενδεχόμενο να αυξηθεί η δαπάνη για τις ανάγκες της υγείας τους». Όμως, συνέχισε, κάτι τέτοιο δεν εξασφαλίζει αύξηση των παρεχόμενων υπηρεσιών για την ιατροφαρμακευτική περίθαλψή τους, δεδομένου ότι «αυτές θα συνεχίζουν να καθορίζονται από τον κανονισμό παροχών του ΕΟΠΥΥ με τις γνωστές περικοπές και τα πλαφόν». Την ίδια στιγμή εξήγησε ότι ωφελημένοι θα είναι οι επιχειρηματικοί όμιλοι στο Φάρμακο και στην Υγεία, «διότι η όποια αύξηση του ορίου δαπανών υπάρξει, σημαίνει αντίστοιχη μείωση των ποσών της υποχρεωτικής επιστροφής του clawback προς τον ΕΟΠΥΥ». Επίσης, ανέδειξε και μια «κομπίνα» που κάνει η κυβέρνηση με την εν λόγω ρύθμιση, αφού δεν αναφέρεται «κάποια αντίστοιχη αύξηση της κρατικής χρηματοδότησης στην Υγεία και στα φάρμακα», επαναφέροντας την πρόταση του ΚΚΕ να καταργηθεί το clawback, να χρηματοδοτηθούν πλήρως από το κράτος όλες οι σύγχρονες ανάγκες ιατροφαρμακευτικές περίθαλψης, να φορολογηθεί το μεγάλο κεφάλαιο στο 45% και να καταργηθούν κάθε πληρωμή-συμμετοχή ασθενών σε Υγεία και Φάρμακο, το πλαφόν, οι περικοπές και οι εισφορές των εργαζομένων.
Σε ό,τι αφορά το άρθρο 32 για τα φάρμακα προηγμένων θεραπειών, το χαρακτήρισε «προβληματικό», δεδομένου ότι φάρμακα που βρίσκονται ακόμα στη φάση κλινικής μελέτης εξαιρούνται από κάθε θεσμοθετημένο έλεγχο και ανατίθεται στην ατομική ευθύνη του γιατρού που ζητά την παρασκευή τους και τη συναίνεση του ασθενή, προσθέτοντας ότι στόχος του άρθρου είναι η απλοποίηση των κλινικών ερευνών των φαρμακευτικών ομίλων.
Αναφερόμενος στις ρυθμίσεις του νομοσχεδίου για τους γιατρούς και το προσωπικό των δημόσιων μονάδων Υγείας, ο Γ. Λαμπρούλης κατέδειξε ότι συνεχίζεται η τακτική υποστελέχωσής τους με μεταφορές και αποσπάσεις προσωπικού και μοριοδότηση επικουρικού προσωπικού, ενώ παρέθεσε και σχετικά παραδείγματα.
Τέλος, σχετικά με τις ρυθμίσεις για τον περιορισμό της πρόσβασης ανηλίκων σε προϊόντα καπνού και αλκοόλ, ανέδειξε ότι το ΚΚΕ δεν διαφωνεί με κάτι τέτοιο, ωστόσο, επισήμανε, προωθούνται κατασταλτικά μέτρα με απαγορεύσεις και ποινές, ενώ παραμένουν στο απυρόβλητο οι οικονομικές και κοινωνικές αιτίες που οδηγούν στη διόγκωση φαινομένων εξάρτησης, όπως η έλλειψη βασικών αγαθών στις λαϊκές οικογένειες, η πίεση και το άγχος που βιώνουν οι μαθητές από τη μετατροπή των σχολείων σε εξεταστικά κέντρα και τα εμπόδια σε δωρεάν πρόσβαση των νέων στον Αθλητισμό και στον Πολιτισμό, υπογραμμίζοντας ότι για όλα αυτά έχουν ευθύνη διαχρονικά οι κυβερνήσεις με την αντεργατική – αντιλαϊκή πολιτική που έχουν εφαρμόσει. Κατήγγειλε, δε, ότι η κυβέρνηση προχωρά στην περαιτέρω νομιμοποίηση στις λαϊκές συνειδήσεις της κάνναβης, συνεχίζοντας το έργο προηγούμενων κυβερνήσεων, σημειώνοντας πως παράλληλα η κυβέρνηση επιδιώκει με τέτοιου είδους ρυθμίσεις να θεσπίσει και ένα νομικό πλαίσιο για τη δημιουργία και λειτουργία μεγάλων εταιρειών παραγωγής εμπορίας και εξαγωγής κάνναβης.



