Για άλλη μια χρονιά, στο ίδιο έργο θεατές, για μια ακόμη «Παγκόσμια Μέρα», αυτή τη φορά για το Περιβάλλον.
Για ποιο περιβάλλον; Του λαού ή του μεγάλου κεφαλαίου;
Γιατί με πρόσχημα το περιβάλλον, έχουν επιβάλλει να πληρώνει ο λαός την πλαστική σακούλα στο supermarket, όταν το σύνολο των συσκευασιών είναι πλαστικές, επί μεγάλο χρονικό διάστημα είχαμε τα χάρτινα καλαμάκια για καφέ και αναψυκτικό, με πρόστιμο για όποιον είχε πλαστικό καλαμάκι, για τα πλαστικά καπάκια που για να ανοίξεις ένα μπουκαλάκι νερό και για να το πιεις γίνεσαι μούσκεμα και άλλα πολλά πολλά ευτράπελα. Και την ίδια στιγμή κλιμακώνονται δυο μεγάλοι ιμπεριαλιστικοί πόλεμοι σε Ουκρανία και Μέση Ανατολή, όπου ρίχνονται εκατοντάδες χιλιάδες πυρομαχικά, πάσης φύσεως, χωρίς να υπάρχουν όρια σε αυτό το μακελειό.
Η κυβέρνηση και τα κόμματα της συμπολιτευόμενης αντιπολίτευσης, όπως και τα νέα ή ανακαινισμένα αστικά κόμματα, παραβλέποντας την πραγματική καταστροφή, εκφράζουν την υποκριτική τους αγωνία για την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης και την προστασία του περιβάλλοντος, ενώ την ίδια στιγμή ψηφίζουν και υποστηρίζουν την εντεινόμενη πολεμική προετοιμασία, που συνεπάγεται την ακόμη μεγαλύτερη καταστροφή του περιβάλλοντος, που συνοδεύεται και από εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς.
Η μέρα αυτή βρίσκεται μέσα στην αντιπυρική περίοδο, κατά την οποία οι επίσημες δηλώσεις για «ετοιμότητα του κρατικού μηχανισμού» επαναλαμβάνονται σαν κακόγουστο στερεότυπο και τελικά βρισκόμαστε ξανά να μετράμε καμένες εκτάσεις, κατεστραμμένες περιουσίες και χαμένες ζωές. Η έναρξη της αντιπυρικής περιόδου δεν μπορεί και δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μια αναπόφευκτη ρουλέτα, όπου απλώς ελπίζουμε να μην πέσει ο κλήρος στη δική μας περιοχή.
Το πρόβλημα της αντιπυρικής προστασίας στη χώρα μας δεν είναι ζήτημα «κακής τύχης» ή συνέπεια της κλιματικής αλλαγής, η οποία συχνά αξιοποιείται ως βολικό άλλοθι για να κρυφτούν οι εγκληματικές ελλείψεις. Είναι ένα πρόβλημα βαθιά πολιτικό και ταξικό, που πηγάζει από μια συγκεκριμένη φιλοσοφία διαχείρισης του περιβάλλοντος και των δημόσιων υποδομών.
Αυτοί που με την πολιτική τους εμπορευματοποιούν περαιτέρω τη γη, το νερό, τα δάση, τον αέρα, την θάλασσα, τις παραλίες, με σοβαρές συνέπειες στην υποβάθμιση και την καταστροφή τους, φορούν ξανά το “φιλοπεριβαλλοντικό” τους προσωπείο παριστάνοντας τους αθώους, ενώ είναι ένοχοι στη συνείδηση του λαού.
Η βασική στρέβλωση εντοπίζεται στον πλήρη διαχωρισμό της πρόληψης από την καταστολή των πυρκαγιών. Εδώ και δεκαετίες, ακολουθείται ένα μοντέλο που υποβαθμίζει τη διαχείριση των δασών κατά τη διάρκεια του χειμώνα και ρίχνει όλο το βάρος στην πυρόσβεση το καλοκαίρι.
Οι Δασικές Υπηρεσίες, που εκ του νόμου έχουν την ευθύνη για την πρόληψη (διανοίξεις αντιπυρικών ζωνών, καθαρισμοί δασών, συντήρηση δασικού οδικού δικτύου), έχουν κυριολεκτικά αποδεκατιστεί. Η χρηματοδότησή τους είναι ελάχιστη σε σχέση με τις πραγματικές ανάγκες, ενώ οι ελλείψεις σε μόνιμο επιστημονικό και εργατοτεχνικό προσωπικό (δασολόγους, δασοπόνους, δασοφύλακες) είναι τεράστιες.
Το Πυροσβεστικό Σώμα ξεκινά κάθε αντιπυρική περίοδο με χιλιάδες οργανικά κενά. Η κυρίαρχη επιλογή της κάλυψης αυτών των αναγκών με εποχικούς πυροσβέστες ή πενταετείς, αντί για μαζικές προσλήψεις μόνιμου προσωπικού, έχει ως συνέπεια την εργασιακή ομηρεία και υπονομεύει την επιχειρησιακή συνέχεια.
Τα επίγεια μέσα και τα οχήματα είναι συχνά παλαιά και ασυντήρητα, ενώ η εξάρτηση από τις ενοικιάσεις πτητικών μέσων κοστίζει πανάκριβα στον ελληνικό λαό, χωρίς να λύνει το πρόβλημα στη ρίζα του.
Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, αυτό συμβαίνει γιατί η λογική του «κόστους – οφέλους» διέπει τις δημόσιες δαπάνες. Οι επενδύσεις στην πρόληψη και την προστασία της ζωής και του περιβάλλοντος θεωρούνται από το αστικό κράτος ως «μη επιλέξιμο κόστος», επειδή δεν αποφέρουν άμεσο κέρδος.
Την ίδια στιγμή, το δάσος και η γη αντιμετωπίζονται ως είδος προς αξιοποίηση. Η ανυπαρξία ολοκληρωμένων δασικών χαρτών και κτηματολογίου σε πολλές περιοχές, σε συνδυασμό με φωτογραφικές νομοθετικές διατάξεις που επιτρέπουν την «αξιοποίηση» καμένων εκτάσεων για επιχειρηματικά σχέδια,όπως την τοποθέτηση ανεμογεννητριών ή τουριστικές επενδύσεις, δημιουργεί ένα εκρηκτικό υπόστρωμα. Η προστασία του φυσικού πλούτου έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με τα συμφέροντα των μεγάλων ομίλων που βλέπουν στα δάση και στις παραθαλάσσιες εκτάσεις νέες πεδιάδες κερδοφορίας.
Κάθε φορά που το ημερολόγιο δείχνει την επίσημη έναρξη της αντιπυρικής περιόδου, μια παράξενη, σχεδόν μεταφυσική αγωνία απλώνεται πάνω από τη χώρα. Οι δείκτες επικινδυνότητας της Πολιτικής Προστασίας παίρνουν φωτιά πριν από τα ίδια τα δάση, οι κυβερνητικές διαβεβαιώσεις για «ετοιμότητα» επαναλαμβάνονται ως κακόγουστη παράσταση και ο λαός καλείται, για άλλη μια χρονιά, να παίξει τη ζωή και το βιός του στη ρώσικη ρουλέτα της «ατομικής ευθύνης».
Όμως, το περιβάλλον δεν καταστρέφεται από μεταφυσικά αίτια. Δεν φταίει η «κακιά η ώρα», ούτε ο στραβός μας ο καιρός. Το δράμα που ζούμε, με τα 450.000 στρέμματα καμένων δασών το 2024 και τα πάνω από 500.000 στρέμματα το 2025, είναι ένα προδιαγεγραμμένο έγκλημα διαρκείας. Είναι το αποτέλεσμα μιας συγκεκριμένης, ταξικής εγκληματικής πολιτικής.
Όπως εύστοχα ειπώθηκε κατά την παρουσίαση των θέσεων και την πρόσφατη Ερώτηση του ΚΚΕ στη Βουλή, βρισκόμαστε μπροστά σε μια επιλεκτική ανικανότητα του αστικού κράτους.
Το κράτος αυτό αποδεικνύεται εξαιρετικά «ανίκανο» όταν πρόκειται να καθαρίσει ένα δάσος, να ανοίξει αντιπυρικές ζώνες, να στελεχώσει τα αποδεκατισμένα δασαρχεία και να αγοράσει σύγχρονα πυροσβεστικά οχήματα. Θεωρεί αυτές τις δαπάνες «κόστος», ένα μη επιλέξιμο βάρος που δεν αποφέρει άμεσα κέρδη στο μεγάλο κεφάλαιο.
Την ίδια στιγμή, όμως, το ίδιο κράτος αποδεικνύεται υπερικανό όταν πρόκειται να μπουκώσει με δισεκατομμύρια τους επιχειρηματικούς ομίλους μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης, να ψηφίσει φωτογραφικές διατάξεις που παραδίδουν τα καμένα δάση σε «πράσινους» επενδυτές για ανεμογεννήτριες, ή να στείλει φρεγάτες και στρατιωτικό εξοπλισμό εκτός συνόρων, υπηρετώντας τους ΝΑΤΟϊκούς σχεδιασμούς και την εμπλοκή της χώρας στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους. Για το ΝΑΤΟ λεφτά υπάρχουν, για την προστασία του λαού, όχι.
Το αποκορύφωμα αυτής της πολιτικής αποτυπώνεται στον περιβόητο Κανονισμό Πυροπροστασίας Ακινήτων. Η κυβέρνηση, μετακυλίοντας τις δικές της εγκληματικές ευθύνες στους ιδιοκτήτες ακινήτων, τους υποχρεώνει σε δαπανηρές μελέτες και καθαρισμούς, απειλώντας τους με εξοντωτικά πρόστιμα. Στόχος τους; Αν καεί το σπίτι σου, να φταις εσύ που δεν καθάρισες το οικόπεδο και όχι το κράτος που άφησε το περιαστικό δάσος να γίνει μπαρουταποθήκη.
Την ίδια ώρα, οι δήμοι και οι περιφέρειες φορτώνονται συνεχώς νέες αρμοδιότητες πολιτικής προστασίας από το κεντρικό κράτος, χωρίς όμως τους απαραίτητους πόρους και, κυρίως, χωρίς το αναγκαίο μόνιμο προσωπικό. Το αποτέλεσμα είναι η πλήρης διάλυση και ο κατακερματισμός ενός ενιαίου σχεδιασμού. Στην εξίσωση της καταστροφής προστίθεται βέβαια και ο «μόνιμος εμπρηστής», που δεν είναι άλλο από το απαρχαιωμένο, ασυντήρητο και γυμνό δίκτυο μεταφοράς ρεύματος του ΔΕΔΔΗΕ.
Η αντιπυρική θωράκιση της χώρας δεν είναι τεχνικό ζήτημα. Είναι ζήτημα σύγκρουσης με τη λογική του κέρδους και τις κατευθύνσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δεν μπορούμε να συμβιβαστούμε με το δόγμα «τρέξτε να σωθείτε» του 112, που μετατρέπει τη φυγή σε μοναδική πολιτική προστασίας.
Όπως τονίστηκε και στην ειδική εκδήλωση της ΚΕ του ΚΚΕ στην αίθουσα της Γερουσίας, η λύση απαιτεί εδώ και τώρα ριζικές ανατροπές, όπως είναι:
Ενιαίος, επιστημονικός σχεδιασμός με επίκεντρο την πρόληψη, που θα συνδέει οργανικά τη διαχείριση των δασών (Δασική Υπηρεσία) με την καταστολή (Πυροσβεστικό Σώμα).
Γενναία κρατική χρηματοδότηση από τον προϋπολογισμό, μακριά από τη μέγγενη του «κόστους – οφέλους».
Μαζικές προσλήψεις μόνιμου προσωπικού σε Πυροσβεστική και Δασαρχεία, με ταυτόχρονη μονιμοποίηση όλων των εποχικών πυροσβεστών που σήμερα βρίσκονται υπό καθεστώς ομηρείας.
Καμία αλλαγή χρήσης γης στις καμένες εκτάσεις. Άμεση κήρυξή τους ως αναδασωτέων, προστασία από καταπατήσεις και πλήρης αποκλεισμός κάθε επιχειρηματικής δραστηριότητας.
Και να μην επικαλεστούν για μια ακόμη φορά τον «δημοσιονομικό χώρο», που δεν υπάρχει, όταν πρόκειται για το λαό, αλλά περισσεύει, όταν πρόκειται να χρηματοδοτηθούν επιχειρηματικοί όμιλοι.
Η προστασία της ζωής του λαού, της περιουσίας του και του φυσικού πλούτου της χώρας είναι πολύ σοβαρή υπόθεση για να την αφήσουμε στα χέρια εκείνων που μετράνε τα πάντα με το ζύγι του κέρδους. Οι εργαζόμενοι, τα σωματεία, οι φορείς των πυρόπληκτων περιοχών πρέπει να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους. Να μετατρέψουν την οργή σε οργανωμένο αγώνα, επιβάλλοντας τη λήψη άμεσων μέτρων πριν ακουστεί η πρώτη σειρήνα.
Γιάννης Αγγέλου, Σχης (ΜΧ) εα
Επικεφαλής Λαϊκής Συσπείρωσης Περιφέρειας Νότιου Αιγαίου, Περιφερειακός Σύμβουλος


