Του Σάββα Θεοδωρή*
Μέσα στον κατακλυσμό των δημοσιευμάτων για την πανδημία του ιού Covid-19, πέρασε στα “ψιλά” η είσοδός μας στην αντιπυρική περίοδο 2020.
Η φετινή αντιπυρική περίοδος εν μέσω πανδημίας είναι περισσότερο περίπλοκη και απαιτεί επιχειρησιακές και λοιπές διοικητικές ενέργειες που να λαμβάνουν υπόψη και αυτόν τον παράγοντα.
Το πυροσβεστικό προσωπικό, αυτές τις μέρες της πανδημίας συμμετέχει ενεργά στα καθήκοντα που του έχουν ανατεθεί. Καταγγελίες κυρίως της συνδικαλιστικής παράταξης Ενωτικής Αγωνιστικής Κίνησης Πυροσβεστών (Ε.Α.Κ.Π.), έχουν δει το φως της δημοσιότητας για άμεση ανάγκη λήψης από την κυβέρνηση μέτρων προστασίας (ελλιπής καθαριότητα στις υπηρεσίες, αναγκαιότητα απολυμάνσεων χώρων, μέσων και εξοπλισμού, παροχή υγειονομικού υλικού απαραίτητου για την ενάσκηση των καθηκόντων τους), για μέτρα προστασίας (δωρεάν διάθεση μασκών, αντισηπτικών παρασκευασμάτων, απολυμαντικών), για χορήγηση άδειας ειδικού σκοπού όταν παρίσταται ανάγκη, ό,τι δηλαδή ισχύει και για τους λοιπούς δημόσιους υπάλληλους, για μεταθέσεις που αναμένεται να ξεσπιτώσουν εκατοντάδες πυροσβέστες αφού άλλαξε το θεσμικό πλαίσιο που ίσχυε, με το νέο νόμο 4662/2020 (Α’ 27) Εθνικού Μηχανισμού διαχείρισης κρίσεων και αντιμετώπισης κινδύνων, αναδιάρθρωση Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας, αναδιοργάνωση του Πυροσβεστικού Σώματος και άλλες διατάξεις.
Η παράλειψη, όμως, πρόβλεψης αποτροπής του κινδύνου των πυροσβεστών από τον Covid-19 κατά την αντιμετώπιση των δασικών πυρκαγιών, όχι μόνο πρώτιστα θέτει σε κίνδυνο την υγεία και την ασφάλεια του πυροσβεστικού προσωπικού, αλλά και ανατρέπει άρδην, σε περίπτωση μαζικής έκθεσής τους στον ιό, τα σχετικά επιχειρησιακά σχέδια αντιμετώπισης εκτάκτων αναγκών εξ αιτίας των πυρκαγιών που εκπονήθηκαν από τη Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας.
Το Πυροσβεστικό Σώμα (Π.Σ) μπαίνει και φέτος στη μάχη της δασοπυρόσβεσης. Από την πλευρά της προληπτικής κάλυψης του δασικού οικοσυστήματος και φέτος παρά τις κυβερνητικές φανφάρες για υλοποίηση μέτρων αποφυγής τραγικών καταστάσεων που ζήσαμε, τίποτε στην ουσία δεν έχει γίνει. Μηδαμινή χρηματοδότηση της Δασικής Υπηρεσίας για διανοίξεις δασικών δρόμων, αποψιλώσεις και αραιώσεις πευκόφυτων περιοχών, υδατοδεξαμενές, συντήρηση υπαρχόντων και δημιουργία ζωνών πυρασφάλειας και τόσων άλλων. Πρόσληψη εποχικού προσωπικού στο Πυροσβεστικό Σώμα χωρίς να διαθέτει την απαραίτητη εμπειρία και απαιτούμενη εκπαίδευση. Κενές οργανικές θέσεις στις υπηρεσίες με μεταφορά προσωπικού από τη μία στην άλλη για να μπαλωθούν ελλείψεις. Ένας πρόσφατος πολυδαίδαλος νόμος που ακόμα και αν εφαρμοσθεί, θα προσθέσει μεγαλύτερα επιχειρησιακά προβλήματα στο Π.Σ.
Διάφορα δημοσιεύματα στον τύπο εκθειάζουν και φέτος την επιχειρησιακή δυνατότητα αεροπυρόσβεσης των ελικοπτέρων τύπου Sicorsky S-64 της εταιρείας Erickson. Mιλούν για μεγαλύτερη διαθεσιμότητα φέτος ελικοπτέρων δασοπυρόσβεσης, βαρέως και μεσαίου τύπου, με τα πληρώματά και την τεχνική τους υποστήριξη.
Από το 2012 μέσω απόρρητων ειδικών διαγωνιστικών διαδικασιών [όπου ανακοινώνεται το αποτέλεσμα κατακύρωσης του διαγωνισμού και το ποσό εκμίσθωσης] της Υπηρεσίας ΝSPA (NATO Support & Procurement Agency) ως «παρόχου ολοκληρωμένης επιμελητείας» (Integrated Logistics) του Διεθνούς Οργανισμού NSPO (NATO Support & Procurement Organization)», η χώρα μας μισθώνει ελικόπτερα δασοπυρόσβεσης σε “ευνοϊκές τιμές” σε σχέση με τους όρους αγοράς με δεδομένο τον όγκο των αμυντικών προμηθειών των χωρών του ΝΑΤΟ. Η σημερινή κυβέρνηση παίρνοντας τη σκυτάλη από τον ΣΥΡΙΖΑ επικαιροποιεί, προωθεί και επαυξάνει τη δεδομένη κατάσταση.
Ανεξάρτητα, όμως, από το πόσο “επιτυχημένες και ανταγωνιστικές” είναι οι προσφερόμενες τιμές, είναι γνωστό ότι οι μονοπωλιακές εταιρείες παροχής υπηρεσιών δασοπυρόσβεσης, τόσο οι προτεινόμενες από την ως άνω Νατοϊκή υπηρεσία, όσο και οι υπάρχουσες δυνατότητες εκμίσθωσης υπηρεσιών από τη ρωσική αγορά (Mi-26 και Mi-8), έχουν τη δυνατότητα εξασφάλισης ακριβών υπηρεσιών, ποντάροντας στην έγκαιρη διαθεσιμότητα των ”προϊόντων” τους στη διεθνή αγορά και την κάλυψή τους από τις αυξημένες ανάγκες εξασφάλισης αεροπυρόσβεσης ή μεταφοράς φορτίων των χωρών σε παγκόσμια κλίμακα.
Είναι γνωστό, όμως, ότι οι δασικές πυρκαγιές δεν σβήνουν από τα εναέρια μέσα αλλά από τις καλά οργανωμένες επίγειες δυνάμεις. Η αεροπυρόσβεση είναι αναγκαία για την αρχική προσβολή των πυρκαγιών, μέχρι να φτάσουν στο τόπο του συμβάντος οι πυροσβεστικές δυνάμεις. Ποιες όμως πυροσβεστικές δυνάμεις; Αυτές που από τη διασπορά τους είναι κοντά στο συμβάν, είναι αρκετές σε δύναμη να το αντιμετωπίσουν στο αρχικό στάδιο μέχρι να φτάσουν ενισχύσεις από όμορες περιοχές. Είναι επαγγελματικά καταρτισμένες και διαθέτουν το κατάλληλο επιστημονικό πυροσβεστικό προσωπικό για να προβλέψουν την κατεύθυνση της πυρκαγιάς, με επιστημονικά εργαλεία και μοντέλα. Έχουν την απαραίτητη δύναμη καταστολής της πυρκαγιάς, τα κατάλληλα μέσα και εφόδια για την αντιμετώπισή της.
Υπάρχουν αυτές οι προϋποθέσεις; Φυσικά όχι. Το Πυροσβεστικό Σώμα συνεχίζει να έχει λειψό, ως προς την οργανική του δύναμη, προσωπικό πολλών ταχυτήτων (μόνιμοι, πενταετείς και εποχικοί) χωρίς να έχει γίνει ομογενοποίησή του.
Όσον αφορά στα εθνικά εναέρια μέσα πυρόσβεσης, χρόνια τώρα οι διάφορες κυβερνήσεις που μας κυβέρνησαν, μας χόρτασαν “φύκια και μεταξωτές κορδέλες” όσον αφορά στην ανανέωση του γηρασμένου εθνικού εναέριου στόλου των Canadair CL-215 (Bombardier) που μετρούν από 45 έως 31 χρόνια, όσα έχουν απομείνει ενεργά, ακόμα και των νεότερων CL-415 που μετρούν είκοσι χρόνια (από 01-02-1999). H Ελληνική Αεροπορική Βιομηχανία (Ε.Α.Β) συντηρεί τα αεροσκάφη CL-215 και CL-415. Οι πιλότοι της Πολεμικής Αεροπορίας (Π.Α) που χρησιμοποιούν τα αεροσκάφη πυρόσβεσης, ειδικά τα CL-215 με τα τόσα προβλήματα, το τριπλάσιο περίπου κόστος ανά ώρα πτήσης σε σχέση με τα CL-415, τις συνεχείς βλάβες και η μη συμφέρουσα πλέον τεχνική υποστήριξή τους, τις υψηλές θερμοκρασίες μέσα στο κόπκιτ, μπορεί αβίαστα κάποιος να πει ότι πρόκειται για ήρωες που διακινδυνεύουν τη ζωή τους. Είναι όμως έτσι αξιόπλοος ο εθνικός εναέριος στόλος; Φυσικά όχι.
Από το καλοκαίρι του 2002 τα Canadair CL-215 θεωρούνταν απαρχαιωμένα. Τότε μόλις είχε πραγματοποιηθεί η παραλαβή εννέα καινούργιων CL-415, καθένα εκ των οποίων είχε αγοραστεί έναντι περίπου 23,5 εκατομμυρίων ευρώ. Η Διοίκηση Αεροπορικής Υποστήριξης (ΔΑΥ) της Π.Α. ζήτησε, με επιτελική μελέτη, να πωληθούν τα 14 CL-215, προκειμένου τα χρήματα να χρησιμοποιηθούν για την αγορά καινούργιων CL-415.Το κόστος πώλησης κάθε παλιού CL-215 υπολογιζόταν στα 1,2 εκατομμύρια δολάρια.
Τον Αύγουστο του 2003, το ΓΕΑ επανήλθε ζητώντας εκ νέου την «απόσυρση των αεροσκαφών CL-215 και την αντικατάστασή τους με σύγχρονα πυροσβεστικά αεροσκάφη». Στο σχετικό έγγραφο του ΓΕΑ τονίζεται η ανάγκη τα νέα αεροσκάφη να είναι «πιο αποτελεσματικά και χαμηλότερου κόστους συντήρησης από τα προς αντικατάσταση CL-215».
Τον Απρίλιο του 2005 το Πυροσβεστικό Σώμα ζήτησε από την κυβέρνηση την απόσυρση τριών από τους τέσσερις τύπους πυροσβεστικών (CL-215, Pezetel, Grummann). Το καλοκαίρι του ίδιου χρόνου, η ΔΑΥ εκπόνησε νέα επιτελική μελέτη με την οποία επανέλαβε το αίτημα για αντικατάσταση των παλαιών Canadair. Υπολόγιζαν μάλιστα τότε οι επιτελείς ότι εφόσον αποφασιζόταν η απόσυρση των πρώτων έξι παλαιών Canadair, η αντικατάστασή τους με καινούργια θα είχε ολοκληρωθεί έως το 2011. Ωστόσο, ούτε το 2005 κρίθηκε απαραίτητη η προμήθεια νέων αεροπλάνων.
Πως ήταν δυνατόν να δοθεί το πράσινο φως για την αντικατάσταση του πυροσβεστικού στόλου των εναερίων μέσων αφού η προτεραιότητα της τότε κυβέρνησης ήταν η πολύ μεγαλύτερη εξοπλιστική δαπάνη για την αγορά μαχητικών αεροσκαφών F-16 (περίπου 1,5 δισ. Ευρώ)!!!
Τον Αύγουστο του 2007, (περίοδος των καταστροφικών πυρκαγιών), το Πυροσβεστικό Σώμα εκπόνησε μακροσκελή μελέτη με την οποία πρότεινε να αγοραστούν: «Δύο έως τέσσερα αεροσκάφη τύπου Be-200 Beriev, εννέα αεροσκάφη CL-415 και αντικατάσταση του συνόλου των αεροσκαφών CL-215».
Στη μελέτη τους οι επιτελείς της Πυροσβεστικής, λαμβάνοντας υπόψη τις προτάσεις των προμηθευτών, υπολόγιζαν ότι για την αγορά των δύο ρωσικών Beriev θα απαιτηθούν 50 – 60 εκατομμύρια ευρώ, για τα εννέα CL-415, 180 εκατομμύρια ευρώ και για 26 αεροσκάφη «μεσαίας κατηγορίας» (τα οποία θα αντικαθιστούσαν τα Pezetel, 65 – 70 εκατομμύρια. Στις τιμές, μάλιστα, δεν συνυπολογιζόταν το όφελος από την πώληση των παλαιών CL-215, την οποία ζητούσαν οι επιτελείς της Πολεμικής Αεροπορίας ήδη από το 2002.
Έκτοτε έχουν πέσει στο τραπέζι προτάσεις για ανανέωση του στόλου με εναέρια μέσα (ελικόπτερα και αεροσκάφη) Sikorski S-64, US-2, CL-415 EAF, CL-500 κ.α
Αυτά τα λίγα για το γαϊτανάκι της ανανέωσης των εναερίων μέσων του Πυροσβεστικού Σώματος, ανεξάρτητα με το θέμα της επιλογής του τύπου των μεσαίων και βαρέως τύπου εναερίων μέσων αλλά και της εθνικότητας της αγοράς τους, με τεράστιες ευθύνες των κυβερνήσεων μέχρι και σήμερα!!!
Ένας αξιόπιστος εθνικός εναέριος στόλος και ένα Πυροσβεστικό Σώμα με ομογενοποιημένη και αυξημένη οργανική δύναμη, θα μπορούσε κανείς να πει με βεβαιότητα ότι θα απάλλασσε το δημόσιο από την αιμορραγία των δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ που σπαταλούνται από το 1999 για να κερδοσκοπούν ιδιωτικές μονοπωλιακές εταιρείες παροχής υπηρεσιών αεροπυρόσβεσης. Αν κανείς συνυπολογίσει τα κόστη αυτά, θα συμφωνούσε ότι θα μπορούσαμε να έχουμε και τα δύο και ότι θα μπορούσαμε να έχουμε αυτάρκεια στην δασοπυρόσβεση χωρίς να υφίσταται ανάγκη εκμίσθωσης εναερίων μέσων, πληρωμάτων και τεχνικής υποστήριξης.
Πώς, όμως θα μπορούσε να βρεθεί μια λύση για να αντιμετωπισθεί επαρκώς το πρόβλημα της δασοπυρόσβεσης στη χώρα μας όταν ο λαός μας έχει φορτωθεί στην πλάτη του τεράστια χρέη που δεν του ανήκουν; Όταν εκτός των υπέρογκων δανείων για αποπληρωμή από τους πιστωτές της χώρας μας, συνεχίζεται η στήριξη του ΝΑΤΟ μέσα από τους προϋπολογισμούς μας σε επίπεδο 2,3% του ΑΕΠ (5,004 δισ. δολάρια), με ασημένιο μετάλλιο πίσω από τις ΗΠΑ που δαπανούν το 3,5% του ΑΕΠ τους;
Πώς θα μπορούσε να αποφευχθεί η καταστροφή του δασικού μας οικοσυστήματος σε μια εποχή που μεγάλες δασικές περιοχές έχουν αποχαρακτηρισθεί με τη βούλα αποφάσεων που διαχρονικά έχουν λάβει όλες οι κυβερνήσεις, έχουν φυτρώσει εκατοντάδες οικοδομικοί συνεταιρισμοί και έχουν ιδιωτικοποιηθεί για να τεθούν στις ορέξεις αξιοποίησης των διαφόρων επιχειρηματικών ομίλων, ως εμπορεύματα αποστερώντας το λαό από τη χρήση τους ως πνεύμονες οξυγόνου και αναψυχής;
Πώς θα ήταν δυνατή η αντιμετώπιση δασικών καταστροφών με απώλειες περιουσιών και εκατόμβες νεκρών, όταν η Ε.Ε βάζει σε ζυγαριά τη χρηματοδότηση δράσεων πρόληψης και εκπόνησης – υλοποίησης έργων στο πλαίσιο “κόστους – οφέλους”;
Αυτός είναι ο καπιταλισμός, φίλοι μου. Αυτή είναι η Ε.Ε της “αλληλεγγύης” και της ενότητας στα προβλήματα των κρατών – μελών της, κάτι που φάνηκε σαφέστατα με την αντιμετώπιση της πανδημίας του ιού Covid-19 και της αλληλεγγύης της στα πληττόμενα μέλη της. Αυτή είναι η μητρόπολη του καπιταλισμού (Η.Π.Α) που αντί να αντιμετωπίσει την πανδημία με υγειονομική περίθαλψη για όλους, αφήνει έξω από τη δωρεάν περίθαλψη εκατομμύρια ανασφάλιστων και απελπισμένων πολιτών της και ανοίγει ομαδικούς τάφους για τα θύματα του κορονοϊού.
Είναι πλέον βέβαιο πως μόνο με μια άλλη ανάπτυξη που θα βασίζεται στους πραγματικούς παραγωγούς του πλούτου, στους εργαζόμενους μέσα από την κοινωνικοποίηση του πλούτου προς όφελός τους και με μια σχεδιασμένη οικονομία στο τιμόνι της οποίας θα είναι οι ίδιοι οι εργαζόμενοι, μπορεί να δοθεί λύση στα αδιέξοδα των κρίσεων που οι μονοπωλιακοί όμιλοι κάθε μορφής σε συνεργασία με τις αστικές κυβερνήσεις τα μεταφέρουν στους εργαζόμενους για να διαιωνίσουν την κερδοφορία τους.
*Σάββας Θεοδωρής, Αντιστράτηγος ΠΣ ε.α, μέλος του Δ.Σ της Πανελλήνιας Ένωσης Αποστράτων Πυροσβεστικού Σώματος



