Η Δικτατορία της 4ης Αυγούστου

Μεταξάς

Απόσπασμα από το ΔΟΚΙΜΙΟ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΟΥ ΚΚΕ “1918 – 1939”
ΤΟΜΟΣ Α2 σελ. 507 – 516

Οι αιτίες επιβολής της

Το βράδυ της 4ης Αυγούστου 1936 δημοσιεύτηκε σε έκτακτο φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, διάγγελμα του Ιωάννη Μεταξά, που τοιχοκολλήθηκε και σε κεντρικά σημεία της Αθήνας και του Πειραιά. Το διάγγελμά ανέφερε πως «Η Κυβέρνησις (…) προέβη, τη εγκρίσει της Αυτού Μεγαλειότητος του Βασιλέως εις την κήρυξιν του Στρατιωτικού Νόμου καθ’ άπασαν την χώραν και την διάλυσιν της Βουλής».

Παράλληλα, δημοσιεύτηκαν τα πρώτα διατάγματα της δικτατορικής κυβέρνησης που προέβλεπαν: Την αναστολή των διατάξεων 8 άρθρων του Συντάγματος σε όλο το κράτος, τη διάλυση της Βουλής και την επιστράτευση των εργαζομένων σε υπηρεσίες «δημοσίας ωφελείας» (σιδηροδρομικοί, τροχιοδρομικοί κ.ά.).

Το απόγευμα της 4ης Αυγούστου προηγήθηκε συνεδρίαση του Υπουργικού Συμβουλίου, στην οποία οι αστυνομικές και στρατιωτικές αρχές υποστήριξαν ότι υπήρχαν «υπεύθυνοι πληροφορίαι κατά τας οποίας η κηρυχθηοομένη γενική απεργία θα μετεβάλλετο εις στασιαστικήν εκδήλωσιν με αντικειμενικόν σκοπόν την ανατροπήν του νόμιμου πολιτικού και κοινωνικού καθεστώτος χώρας». Αυτό ήταν και το πρόσχημα, για την απόφαση της συγκέντρωσης όλων των εξουσιών στα χέρια της κυβέρνησης. Ακόμα, στις αιτίες της «μεταβολής» προβαλλόταν και η ανικανότητα της Βουλής, που προέκυψε από τις εκλογές του Γενάρη του 1936, «να δώση Κυβέρνησιν εις την Χώραν», ανικανότητα που επίσης απεδείχθη και από τις «αθεράπευτες κομματικές αντιθέσεις και τις «προσωπικές έριδες».

Οι ενέργειες του Μεταξά, ο οποίος άλλωστε προετοιμαζόταν από καιρό για την κήρυξη της δικτατορίας, έγιναν σε συνεργασία με τον Γεώργιο Β’ και τη σύμφωνη γνώμη και στήριξη της Μεγάλης Βρετανίας. Το «κλίμα» υπέρ μιας δικτατορικής λύσης ευνοούσε επίσης η άνοδος του φασισμού και του ναζισμού στην Ιταλία και στη Γερμανία, καθώς και ο γενικότερος αντικομμουνισμός οργίαζε. Η επιβολή της δικτατορίας εξυπηρετούσε την ανάγκη της αστικής τάξης να θωρακίσει ακόμα περισσότερο την εξουσία της, σε συνθήκες όξυνσης των ενδοαστικών αντιθέσεων και ενόψει του επερχόμενου Β’ Παγκόσμιου Πολέμου

Ταυτόχρονα υπήρχε και ο φόβος του εργατικού-λαϊκού κινήματος. Ο κίνδυνος για την αστική εξουσία μπορεί να μην ήταν άμεσος, όπως επικαλούνταν η προπαγάνδα της 4ης Αυγούστου, έπρεπε όμως να ενταθούν τα κατασταλτικά μέτρα αποτροπής αυτού του κινδύνου, να χτυπηθεί και να αντιμετωπιστεί το ΚΚΕ αποφασιστικά.

Η παρατεταμένη αστάθεια του αστικού πολιτικού συστήματος με τελευταίο «επεισόδιο» την αδυναμία σχηματισμού κυβέρνησης, που επικαλέστηκε και ο Μεταξάς, έκανε αδύνατη τη συνέχιση της λειτουργίας του με την ίδια (την κοινοβουλευτική) μορφή. Ειδικά σε συνθήκες προετοιμασίας και διεξαγωγής του πολέμου, που απαιτούσαν πιο συγκεντρωτική άσκηση της κρατικής εξουσίας και ταχύτατη λήψη αποφάσεων, οι δημοκρατικές διαδικασίες, μπλεγμένες μάλιστα στη διελκυστίνδα των ενδοαστικών αντιθέσεων, αποτελούσαν για την αστική τάξη μια επικίνδυνη πολυτέλεια.

Τις διεθνείς συνθήκες που επικρατούσαν την περίοδο εγκαθίδρυσης της 4ης Αυγούστου και σημαδεύονταν από τις προετοιμασίες για την επερχόμενη πολεμική σύρραξη, αποτυπώνουν μια σειρά γεγονότα. Από τα πιο χαρακτηριστικά ήταν η δημιουργία του «Άξονα Ρώμης-Βερολίνου» (25 Οκτώβρη 1936) και ακόμα περισσότερο το γεγονός ότι στις 25 Νοέμβρη 1936 η Γερμανία με την Ιαπωνία υπέγραψαν το Σύμφωνο ενάντια στην Κομμουνιστική Διεθνή, γνωστό ως «Αντικομιντέρν», που αφορούσε τον κοινό αγώνα των δύο αστικών τάξεων ενάντια στον «μπολσεβικισμό».

Το Σύμφωνο προέβλεπε την υποχρέωση συντονισμού των ενεργειών της εξωτερικής πολιτικής και τη μη υπογραφή συμφωνιών με άλλα κράτη χωρίς τη συγκατάθεση του άλλου συμβαλλόμενου. Επίσης, τη λήψη των απαραίτητων μέτρων «εναντίον εκείνων που μέσα ή έξω από τη χώρα, άμεσα ή έμεσα δρουν υπέρ της Κομμουνιστικής Διεθνούς». Στο Σύμφωνο περιλαμβανόταν και μυστικό παράρτημα το οποίο αναφερόταν στην ανάγκη κοινού αγώνα εναντίον της ΕΣΣΔ.

Ο Τζόζεφ Γκέμπελς μετά από την υπογραφή του Συμφώνου δήλωσε:

«Ο κόσμος δε θέλει ακόμη να παραδεχθή το μέγεθος του μπολσεβικικού κινδύνου.

Εάν ημείς καλούμεν από τόσο καιρού ήδη τα έθνη της Ευρώπης να λάβωσι

σοβαρά μέτρα αμύνης κατά των υπονομεύσεων του κομμουνισμού το πράττομεν

προς το συμφέρον του κοινού ευρωπαϊκού πολιτισμού μας.”

Μετά από περίπου ένα χρόνο (6 Νοέμβρη 1937) προσχώρησε στο Σύμφωνο και η Ιταλία. Στη συνέχεια εντάχθηκαν σε αυτό η Ουγγαρία, η Ισπανία, η Δανία, η Φινλανδία, η Σλοβακία, η Ρουμανία, η Κροατία, η Βουλγαρία, η Τουρκία, το Ελ Σαλβαδόρ, η κυβέρνηση Νανκίν και το κράτος της Μαντζουρίας. Συνολικά στο Αντικομιντέρν Σύμφωνο συμμετείχαν 15 κράτη.

Τα ιμπεριαλιστικά μέτωπα, λοιπόν που τελικά αποκρυσταλλώθηκαν κατά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, διαμορφώνονταν όλο και περισσότερο μέσα από την αυξανόμενη ένταση και τις συγκρούσεις.

Η αστική τάξη και οι πολιτικοί της εκπρόσωποι στη δικτατορία της 4ης Αυγούστου

Το κεφάλαιο στήριξε άμεσα τη δικτατορία και με τη συμμετοχή εκπροσώπων του στις κυβερνήσεις της δικτατορίας. Ο Ανδρέας Χατζηκυριάκος, ιδιοκτήτης της τσιμεντοβιομηχανίας «ΑΓΕΤ Ηρακλής» και πρόεδρος του Συνδέσμου Βιομηχάνων και Βιοτεχνών Ελλάδας, που είχε πρωτοστατήσει στη σφαγή των εργατών στο Πασαλιμάνι το 1923, ανέλαβε το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας στην πρώτη δικτατορική κυβέρνηση. Η Εθνική Τράπεζα εκπροσωπήθηκε επίσης με υψηλόβαθμα νυν και πρώην στελέχη της στις κυβερνήσεις της 4ης Αυγούστου (Αλέξανδρος Κορυζής, Ιωάννης Αρβανίτης, Α. Αποατολίδης, Δ. Μάξιμος).

Έχει υπολογιστεί, με βάση τα στοιχεία για 38 υπουργούς και στελέχη της δικτατορίας πως το 10% ήταν τραπεζικά στελέχη και το 6% βιομήχανοι ή άλλοι επιχειρηματίες. Ο Αμερικανός πρεσβευτής Λίνκολν Μακβί θεωρούσε πως στην ομάδα «γύρω και πίσω» από τον Μεταξά βρίσκονταν ο διοικητής της Εθνικής Τράπεζας Ιωάννης Δροσόπουλος, ο Αλέξανδρος Κανελλόπουλος, διευθύνων σύμβουλος της Ανωνύμου Ελληνικής Εταιρείας Χημικών Προϊόντων και Λιπασμάτων και ο Πρόδρομος (Μποδοσάκης) Αθανασιάδης. Σημαντική στήριξη στη δικτατορία, προσέφεραν και οι βιομήχανοι Επαμεινώνδας Χαρίλαος, Ν. Κανελλόπουλος, οι Λαναράς-Κύρτσης, οι αδελφοί Ηλιάσκοι, ο Γ. Πεσματζόγλου, η εταιρεία «Πάουερ» κ.ά. Επίσης, τα εκδοτικά συγκροτήματα Δ. Λαμπράκη (Ελεύθερον Βήμα), Γ. Α. Βλάχου (Καθημερινή), Aχ. Κύρου (Εστία) κ.ά.

Η αντίδραση των αστικών κομμάτων κατά της δικτατορίας ήταν γενικά αναιμική. Περιορίστηκε σε διαβήματα, υπομνήματα στο βασιλιά και έκδοση προκηρύξεων. Κοινή συνισταμένη των αστικών πολιτικών δυνάμεων ήταν ο αντικομμουνισμός.

Το βράδυ της 4ης Αυγούστου, 85 βουλευτές όλων των αστικών κομμάτων συγκεντρώθηκαν στο σπίτι του Γ. Καφαντάρη, χωρίς όμως να καταλήξουν σε συγκεκριμένες αποφάσεις.

Στις 7 Αυγούστου, και ενώ είχαν προηγηθεί διάφορες συσκέψεις και επαφές, εκπρόσωποι των κομμάτων Φιλελευθέρων, Λαϊκού, Προοδευτικού και Αγροτικού -Εργατικού συναντήθηκαν και συμφώνησαν να προβούν σε σχηματισμό κυβέρνησης, η οποία θα πάρει όλα τα αναγκαία μέτρα για να παταχθεί αποτελεσματικώς κάθε προπαγάνδα εγκαταστάσεως οιουδήποτε καθεστώτος στηριζομένου εις την βίαν, ειδικώτερον δε όπως εξουδετερωθή και διά συνταγματικών εν ανάγκη νομοθετικών μέτρων η κομμουνιστική δράσις».

Οι ίδιοι συνέταξαν και υπέβαλαν κοινό υπόμνημα στον Γεώργιο Β΄, με το οποίο του ζητούσαν να αποκαταστήσει τον «ομαλόν δημόσιον βίον” ενώ τον ενημέρωναν για την πρόθεση του αστικού πολιτικού κόσμου να σχηματίσει κυβέρνηση ευρύτατου συνασπισμού, η οποία μεταξύ άλλων θα προχωρούσε στην “αποφασιστικήν καταπολέμησιν των ανατρεπτικών στοιχείων».

Αργότερα με υπομνήματα αντέδρασαν και οι I. Θεοτόκης και Στ. Μερκούρης. Ο δεύτερος δε, εισηγούνταν στο βασιλιά να σχηματίσει «το ταχύτερον» κυβέρνηση από «συντηρητικές προσωπικότητες» η οποία θα κατοχύρωνε «συνταγματικώς την Πολιτείαν από του κομμουνιστικού κινδύνου». Τα αστικά πολιτικά κόμματα συνέχισαν την τακτική των υπομνημάτων προς τον Γεώργιο Β’ και το 1937, ενώ έστειλαν ανάλογες επιστολές και στο δικτάτορα Μεταξά.

Στις αρχές του 1937 συγκροτήθηκε το Αντιδικτατορικό Μέτωπο Νέων στο οποίο συμμετείχαν οι νεολαίες των αστικών πολιτικών κομμάτων και η ΟΚΝΕ. Στις 24 Μάη 1937, τα κόμματα Φιλελευθέρων, Προοδευτικών, Λαικό, Εθνικό Λαϊκό, Αγροτικό Δημοκρατικό, Ριζοσπαστικό Σοσιαλιστικό και Εθνικό Ριζοσπαστικό συμφώνησαν σε ένα κοινό πρόγραμμα το οποίο θα εφάρμοζαν μετά από την ανατροπή της δικτατορίας. Το πρωτόκολλο κατατέθηκε την ίδια μέρα στον Γεώργιο Β’. Στα βασικά σημεία της συμφωνίας περιλαμβανόταν η θέση εκτός νόμου των πολιτικών οργανώσεων «που απέβλεπαν στην ανατροπή του κοινωνικού συστήματος ή την κατάλυση των ελευθεριών».

Από το Σεπτέμβρη του 1937, η εναντίωση των αστικών κομμάτων κατά της δικτατορίας στράφηκε προς την έκδοση προκηρύξεων. Τα αστικά κόμμα στην πράξη, δεν προσπάθησαν να οργανώσουν το λαό ή κάποια μαζική κίνηση για την ανατροπή της δικτατορίας. Η μόνη αντιδικτατορική οργάνωση αστικού προσανατολισμού με μια ορισμένη δράση ήταν η βραχύβια «Φιλική Εταιρεία» που ιδρύθηκε το Νοέμβρη του 1937 και εξαρθρώθηκε στα τέλη του 1938.

Το Μάρτη του 1938 ιδρύθηκε η Μυστική Επαναστατική Οργάνωσης (ΜΕΟ) από τον Επαμ. Τσέλλο, απόστρατο ταγματάρχη και υπαρχηγό του Εθνικού Ενωτικού Κόμματος (του Π. Κανελλόπουλου). Η οργάνωση αποτελούνταν κυρίως από δημοσιογράφους και κατώτερους αξιωματικούς, ενώ κατόρθωσε να προσεταιριστεί και ανώτερους αξιωματικούς, όπως τον υπαρχηγό του ΓΕΣ Πλατή.

Στα τέλη του 1938 συγκροτήθηκε το Αντιδικτατορικό Μέτωπο, χωρίς τη συμμετοχή του ΚΚΕ, καθώς τα αστικά κόμματα αρνήθηκαν να πάρει μέρος. Συμμετείχε όμως η Ομοσπονδία των Δημοσίων Υπαλλήλων, η οποία καθοδηγούνταν από το ΚΚΕ.

Επίσης, αστοί πολιτικοί σε συνεργασία με αξιωματικούς των Ενόπλων Δυνάμεων έκαναν ορισμένες ανεπιτυχείς προσπάθειες να ανατρέψουν τη δικτατορία. Η μόνη προσπάθεια κινήματος κατά της δικτατορίας, η οποία μπόρεσε να εκδηλωθεί, ήταν η εξέγερση στα Χανιά, στις 28-29 Ιούλη 1938. Η ηγεσία του κινήματος αποτελούνταν από φιλελεύθερους, ενώ συμμετείχε και το ΚΚΕ. Το κίνημα κατεστάλη από το στρατό, όπως θα αναφερθεί στη συνέχεια.

Η ιδεολογία της 4ης Αυγούστου

Το καθεστώς της 4ης Αυγούστου ήταν αστική δικτατορία, που ενσωμάτωσε στην ιδεολογία και στην πρακτική της «δάνεια» και επιρροές από το φασισμό-ναζισμό (ναζιστικός χαιρετισμός, ίδρυση της ΕΟΝ με στρατιωτικοποιημένη δομή, “σωματειακή” οργάνωση της κοινωνίας. Η 4η Αυγούστου ξεπέρασε τις προκατόχους της κυβερνήσεις όσον αφορά τον αντικομμουνισμό και τη θηριωδία ενάντια στο ΚΚΕ και στο εργατικό – λαϊκό κίνημα.

Το ιδεολογικό πλαίσιο της 4ης Αυγούστου, δεν αποτέλεσε κάποια ριζική “τομή” στην αστική ιδεολογία. Ο Ι. Μεταξάς έγραψε:

“Η Ελλάς έγινε από της 4ης Αυγούστου Κράτος αντικομμουνιστικό, Κράτος αντικοινοβουλευτικό, Κράτος ολοκληρωτικό. Κράτος με βάση αγροτική και εργατική, και κατά συνέπεια αντιπλουτοκρατικό”.

Ο σύντομος αυτός “αυτοχαρακτηρισμός” του καθεστώτος, αντανακλούσε τις σημαντικότερες πλευρές του χαρακτήρα του, αλλά και της προπαγάνδας και της δημαγωγίας του. Ο αντικομμουνισμός και η αντίθεση στον κοινοβουλευτισμό – λιμπεραλισμό ή “κομματισμό” υπήρξαν βασικές “σταθερές” της ιδεολογίας της 4ης Αυγούστου. Η προσπάθεια, επίσης, να παρουσιάζεται το καθεστώς ως «λαϊκό» και «προστάτης» των λαϊκών μαζών ήταν συνεχής, χωρίς βέβαια να έχει ουσιαστικό περιεχόμενο.

Μια από τις χαρακτηριστικότερες εκδηλώσεις του αντικομμουνιστικού μένους της 4ης Αυγούστου ήταν το κάψιμο «κομμουνιστικών εντύπων» σε δημόσιους χώρους. Τα βιβλία που ρίχτηκαν στην πυρά είχαν κατασχεθεί από βιβλιοπωλεία και από σπίτια συλληφθέντων. Ανάμεσα στα βιβλία που κάηκαν δεν ήταν μόνο έργα κομμουνιστών αλλά και βιβλία του Τολστόι, του Δαρβίνου, του Παπαδιαμάντη, του Μπέρναρντ Σο, του Φρόιντ κ.ά. Ενδεικτικά στις 16 Αυγούστου 1936 κάηκαν 12.000 έντυπα στην πλατεία του Λευκού Πύργου στη Θεσσαλονίκη, κατόπιν διαταγής του Γ΄ Σώματος Στρατού.

Έννοιες κομβικές στην ιδεολογία και την προπαγάνδα της 4ης Αυγούστου ήταν το «Νέον – Εθνικόν Κράτος», ο «Γ΄ Ελληνικός Πολιτισμός», ο “Αρχηγός” η “Πειθαρχία” ή «Πειθαρχούμενη Ελευθερία» και το σχήμα «Πατρίς – Θρησκεία – Οικογένεια”.

Η 4η Αυγούστου θεωρούσε ότι μέσω του Αρχηγού και του καθεστώτος εκφράζεται η θέληση «ολόκληρου του λαού κατά τρόπον ενιαίον και αδιαίρετον». Η κυβέρνηση, επομένως, ήταν «εθνική» και ανήκε εξίσου «και στο φτωχό και στον πλούσιο και στο δυνατό και στον αδύνατο». Τα παραπάνω πέρα από την εμφανή συγκάλυψη των ταξικών αντιθέσεων και τη δημαγωγία, εξέφραζαν μια διαρκή προσπάθεια του καθεστώτος να καλλιεργήσει την ταξική συνεργασία και συμφιλίωση.

Ο λόγος ύπαρξης του κράτους, ανέφερε το κεντρικό άρθρο πρώτου τεύχους του περιοδικού της ΕΟΝ, είναι η πραγματοποίηση της “Εθνικής Ιδεολογίας” η οποία «εις ενιαίαν συνειδητήν εικόνα αντανακλάται εις το πρόσωπο εξεχόντων ανδρών, οι οποίοι έχουν σαφέστατην αντίληψιν ταύτης και των επιδιώξεων της ως και των αναγκαίων μέσων προς επίτευξιν των Εθνικών σκοπών».

Ένας από αυτούς τους άνδρες, είναι και ο «Κυβερνήτης της Χώρας και Αρχηγός του Λαού μας, ο οποίος ενσαρκώνει την “Εθνική Ιδεολογία” και “αυτός και μόνον είναι εις θέσιν να χαράξη τας κατευθυντηρίους γραμμάς προς πραγματοποίησίν της”. Το άτομο έχει δικαιώματα απέναντι στο κράτος, μόνο αν αυτά τείνουν “να πραγματοποιήσουν τους σκοπούς της Εθνικής Ιδεολογίας”. Η περιστολή του “ατομισμού” συνδέεται, άμεσα, με την “πειθαρχία” στο κράτος.

Σύμφωνα με την «Εθνική Ιδεολογία», βασικός στόχος του καθεστώτος ήταν η δημιουργία του λεγάμενου «Γ΄Ελληνικού Πολιτισμού». Ο πρώτος ελληνικός πολιτισμός (Αρχαιότητα), κατά τον I. Μεταξά, είχε «μεγάλο πνεύμα» αλλά του έλειπε η «θρησκευτική πίστις». Από την Αρχαιότητα, το καθεστώς πρόβαλε ως υπόδειγμα την Αρχαία Σπάρτη. Ο δεύτερος (Μεσαιωνικός Ελληνισμός-Βυζάντιο) αντίθετα, μπορεί «να μη έκαμε μεγάλα έργα διάνοιας αλλά είχε βαθεία θρησκευτική πίστι» και δημιούργησε επίσης «Κράτος», το οποίο «εις την εποχήν της ακμής του ήτο ένα από τα καλλίτερα και ισχυρότερα Κράτη της εποχής εκείνης, αν όχι το ανώτερον όλων».

Ετικέτες: ,

Δείτε ακόμα...