«Η ιδιοσυγκρασία του ατόμου είναι χαμένη για την τέχνη, αν δεν πειθαρχήσει στην κοινωνία»

Ο Φώτης Κόντογλου γεννήθηκε στο Αϊβαλί στις  8 Νοεμβρίου 1895 (τις αρχαίες Κυδωνίες) και ήταν γιος του Νικολάου Αποστολέλλη και της Δέσποινας Κόντογλου. Λογοτέχνης, ζωγράφος και αγιογράφος, από τους σημαντικούς  γενιάς του ’30. 

Μαθητές του υπήρξαν οι ζωγράφοι Σπύρος Βασιλείου, Γιάννης Τσαρούχης και Νίκος Εγγονόπουλος.

Ο Φώτης Κόντογλου συνιστά μια μυθιστορηματική προσωπικότητα, η οποία συνδυάζει το  μυστικισμό με μια ιδιότυπη μισοξενία. Όσο βαθιά θρησκευόμενος υπήρξε άλλο τόσο εκλάμβανε τον εαυτό του ως κομμουνιστή, καθώς πίστευε ότι «ο ρούσικος κομμουνισμός είναι έκφραση της χριστιανικής ψυχής των Ρώσων…». Σημαδεύτηκε για πάντα από την εμπειρία του ξεριζωμού, ως Μικρασιάτης στην καταγωγή θα διαποτίσει την προσωπική του ιδεολογία με μια αθεράπευτη νοσταλγία για την «Ανατολή» του. 

Η «η εσωτερική παρόρμηση» που τον ωθούσε όλη αυτή την περίοδο ήταν ένα εντελώς προσωπικά τονισμένο ηθικό πιστεύω, σε συνδυασμό με μια ιδιαίτερη εθνική ιδεολογία και περίεργα ανακατεμένο με ένα είδος διεθνισμού.

Ο Κόντογλου διεκδικούσε την απόλυτη ελευθερία του καλλιτέχνη. 

Το 1920 συγκεκριμένα δηλώνει ευθαρσώς: 

«Τίποτα δε μου πειράζει τα νεύρα όσο ο σωβινισμός σ’ έναν άνθρωπο της τέχνης. Η φανατική και κουτή τούτη προσήλωση σε μικρό κύκλο λογαριάζεται για αρετή στους περισσότερους λαούς».

Με αυτό τον τρόπο ο καλλιτέχνης απορρίπτει την προσκόλληση και τον σοβινισμό, αφήνοντας ανοικτή την πόρτα ανοικτή σε όλες τις  εξωτερικές επιδράσεις στο έργο του και η τέχνη του, τείνει να γίνει το όπλο στην κοινωνική διαπάλη και τελικά να διοχετευτεί απεριόριστα, σαν ενσάρκωση του εσωτερικού του κόσμου.

Ο Φώτης Κόντογλου, ακολουθούσε με συνέπεια της ατομικές του σταθερές σε όλες τις περιόδους της ζωής του, είχε μια απέχθεια για τον καπιταλιστικό πολιτισμό, που θεοποιεί τον νεωτερισμό και καταστρέφει το έργο των χεριών, θα βρει ως προσωπικό καταφύγιο το Βυζάντιο και την παράδοση της θρησκευτικής ζωγραφικής. 

Ήταν τίμιος και  ειλικρινής και αληθινός με την θρησκευτική ζωγραφική, αφού, δεν την προσπαθεί ξεγελάσει με τα τεχνάσματα της προοπτικής και ψεύτικου όγκου. Διατύπωνε ένα είδος αντίστασης στον φράγκικο μοντερνισμό, αν και ταλαντευόταν, μέσα από αντιφάσεις θα διατρέξει μια πορεία γεμάτη οπισθοδρομήσεις, αντιφάσεις, τα οποία τον συνοδεύουν έως το τέλος. Με οξυμένο το ενδιαφέρον για τη μελέτη της ευρωπαϊκής τέχνης, επαρκής γνώστης και συλλέκτης ο ίδιος αντιγράφων μεγάλων δυτικών καλλιτεχνών, καθώς και επιδέξιος ζωγράφος κατά τα ακαδημαϊκά πρότυπα, δεν θα παραλείψει να ταξιδέψει στο εξωτερικό και για ένα διάστημα (1915-1919) να εγκατασταθεί στη γαλλική μητρόπολη του μοντερνισμού και των εικαστικών καινοτομιών, όπως οι νέοι της γενιάς του. 

Το 1920 δηλώνει απερίφραστα πως εκείνο που κάνει στα μάτια του την τέχνη πολύτιμη είναι: «η απόλυτη ελευθερία που έχει να σοφίζεται και να φτιάχνει πράματα που δεν υπήρχαν πριν να τα φτιάξει· νέα πράματα κι όλο νέα…»,  λόγος που τον κάνει να μισήσει τη Δύση και τη θεοποίηση του νεωτερισμού.

Χαρακτηρίζει το Παρίσι, ως  φυλακή. Ταυτίζει την Ευρώπη με το σατανικό, τη βαρβαρότητα, τις μάγισσες, το μακάβριο στοιχείο, τη δυναστεία της ψυχρής λογικής, τη σκοπιμότητα, τη λατρεία του πλούτου, την κακογουστιά, σημειώνοντας: «Πηγαίνετε ψευτοέλληνες να φωτιστείτε από το ηλιοβασίλεμα».  

Έρχεται στην Αθήνα την άνοιξη του 1923 και ξεκινά για το Άγιον Όρος. Ένα ταξίδι καθοριστικό για την τέχνη και την ίδια τη ζωή του. Τότε έρχεται για πρώτη φορά σε επαφή με τη βυζαντινή και περισσότερο με τη μεταβυζαντινή τέχνη. 

Γύρω στα 1930, ξεπερνώντας το στάδιο των αναζητήσεων και των δισταγμών, φαίνεται πλέον να κατασταλάζει στο τι επιδιώκει: «Ό,τι έκανε ο Σολωμός απ’ το δημοτικό τραγούδι θέλει να κάνει κι ο Κόντογλου απ’ τη λαϊκή και βυζαντινή τέχνη». Ωστόσο σημειώνει  ότι «πριν απ’ όλα κάθε ζωγραφιά είναι μια επιφάνεια μοιρασμένη σε σκήματα αρμονικά συναμεταξύ τους, γιομάτα χρώματα αρμονικά πάλε συναμεταξύ τους». Επισημαίνει πρακτικά, τον σκοπό της ζωγραφικής: «να κάνει ένα έργο ανθρώπινο αυτοτελές που η αξία του να εξαρτάται από τις αρμονίες που έχει μέσα του και όχι από το πόσο θα μοιάζει στο μοντέλο». Με αυτό παραπέμπει στην άλλη βασική αρχή της παραμόρφωσης, αφού απελευθερώνει το καλλιτεχνικό έργο και τον καλλιτέχνη, από τη μίμηση του υπαρκτού προτύπου. 

Από την δύναμη της τέχνης και στο πώς αυτή συντελεί στις διεργασίες ύψωσης της κοινωνίας, φτάνοντας να καταδικάσει την εξατομικευμένη δημιουργία δηλώνοντας: «Η ιδιοσυγκρασία του ατόμου είναι χαμένη για την τέχνη, αν δεν πειθαρχήσει στην κοινωνία» 

Ενδεικτικά έργα του Φ. Κόντογλου:

Βιογραφικές σημειώσεις για τον Φ. Κόντογλου

Ο Φώτης Κόντογλου γεννήθηκε στο Αϊβαλί στις  8 Νοεμβρίου 1895 (τις αρχαίες Κυδωνίες) και ήταν γιος του Νικολάου Αποστολέλλη και της Δέσποινας Κόντογλου. Λογοτέχνης, ζωγράφος και αγιογράφος, από τους σημαντικούς  γενιάς του ’30. Μαθητές του υπήρξαν οι ζωγράφοι Σπύρος Βασιλείου, Γιάννης Τσαρούχης και Νίκος Εγγονόπουλος.

Ο Κόντογλου εμπνέεται από την ελληνική παράδοση και προσηλώνεται στην αγιογραφία από την παράδοση του Βυζαντίου και της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Στις φορητές του εικόνες χρησιμοποίησε αυγοτέμπερα. Αγιογράφησε τις εκκλησίες Καπνικαρέα, Αγία Βαρβάρα Αιγάλεω, Άγιος Ανδρέας Πατησίων, Ζωοδόχος Πηγή και Αγία Παρασκευή Παιανίας, Ευαγγελισμός Ρόδου, Άγιος Χαράλαμπος Πολυγώνου, Άγιος Γεώργιος Κυψέλης κ.ά.

Ζωγράφισε τοπία, σχέδια βιβλίων, περιοδικών, ποιητικών συλλογών, πορτραίτα, ενώ το σημαντικότερο έργο στην κοσμική ζωγραφική είναι οι βυζαντινοπρεπείς νωπογραφίες του στο Δημαρχείο Αθηνών, με θέματα και πρόσωπα από την Ελληνική Ιστορία. 

Εργάστηκε  στο Βυζαντινό Μουσείο, το Κοπτικό Μουσείο του Καΐρου και δημιούργησε το Βυζαντινό τμήμα του Μουσείου της Κέρκυρας. Σημαντική ήταν η συμβολή του στην αποκατάσταση των τοιχογραφιών στον Μυστρά.

Ο Φώτης Κόντογλου πέθανε στις 13 Ιουλίου 1965 Θεωρείται από τους σημαντικότερους εικαστικούς καλλιτέχνες, που άνοιξε νέους δρόμους στην ελληνική ζωγραφική. Είχε πλούσιο λογοτεχνικό έργο.

Δείτε ακόμα...