Την ώρα που ο λαός μέτρα τις πληγές του από το κύμα πυρκαγιών σε Ελλάδα και ΕΕ, μόνο ως πρόκληση μπορούν να θεωρηθούν οι κάλπικες διαβεβαιώσεις της Κομισιόν ότι «προωθεί μια ολιστική, ολοκληρωμένη προσέγγιση για τη διαχείριση του κινδύνου δασικών πυρκαγιών», σε απάντηση της στην ερώτηση της Ευρωκοινοβουλευτικής Ομάδας του ΚΚΕ, που κατέθεσε ο ευρωβουλευτής του Κόμματος, Κώστας Παπαδάκης.
Το μόνο … «ολιστικό» που διαπιστώνει, τόσο ο ελληνικός λαός όσο κι οι άλλοι λαοί της Ευρώπης, είναι η τεράστια καταστροφή που καταγράφεται και στην φετινή αντιπυρική περίοδο, με απώλειες ζωών, ανάμεσα τους και πυροσβεστών, λαϊκών περιουσιών, συνολικά του δασικού πλούτου.
Τι άλλο από πρόκληση μπορεί επίσης να θεωρηθεί η απάντηση της Κομισιόν ότι «προτίθεται να δημοσιεύσει» ως …το 2027 «κατευθυντήριες γραμμές» με βάση «βέλτιστες πρακτικές» της; Πρόκειται για τις «βέλτιστες πρακτικές» που έχουν οδηγήσει στο να γίνουν στάχτη ως και 300.000 στρέμματα στην Ελλάδα και πάνω από 5.3 εκ. σε όλη την ΕΕ. Είναι οι ίδιες «πρακτικές» της ΕΕ και του εχθρικού για το λαό αστικού κράτους, που εφαρμόστηκαν, τόσο από την κυβέρνηση της ΝΔ όσο και κι από τις προηγούμενες κυβερνήσεις, με αποτέλεσμα στην Αττική από το 2017 ως σήμερα να καταστραφούν πάνω από 800.000 στρέμματα, που ισοδυναμεί με το 40% των δασών της.
Με τη γνωστή επίκληση όλων τους στην «κλιματική αλλαγή» και την ατομική ευθύνη επιχειρούν να καλύψουν την ολέθρια εμπρηστική πολιτική τους.
Στο πλαίσιο του σημερινού εκμεταλλευτικού συστήματος, η γη εμπορευματοποιείται και τα δάση αντιμετωπίζονται ως κόστος για το κράτος και ως πηγή κέρδους για τα μονοπώλια, δίνοντας τους το «ελεύθερο» να αλωνίζουν μέσα στον δασικό πλούτο!
Είναι χαρακτηριστικό, ότι οι πανάκριβες για τον λαό «πράσινες» επενδύσεις των ΑΠΕ αποδεικνύονται και επικίνδυνες για τις πυρκαγιές, όπως έδειξε το πρόσφατο παράδειγμα στη Βοιωτία, ενώ ανάλογη πληγή αποτελούν και οι ΧΥΤΑ όπως κι οι μονάδες ανακύκλωσης που παραδομένες σε λειτουργία με βάση το επιχειρηματικό κέρδος αποτελούν μεταξύ άλλων και συστηματική εστία πυρκαγιών.
Με βάση τους δημοσιονομικούς κόφτες, για να τρέφεται μεταξύ άλλων και η πολεμική προετοιμασία, αλλά και τα κοστολογημένα προγράμματα όλων των κυβερνήσεων, δεν υπάρχει σήμερα ολοκληρωμένο σχέδιο αντιπυρικής προστασίας με έμφαση στην πρόληψη, η οποία άλλωστε έχει εδώ και δεκαετίες εγκληματικά διαχωριστεί από τη δασοπυρόσβεση με την υπογραφή της ΕΕ κι όλων των αστικών κομμάτων. Σήμερα λείπουν χιλιάδες πυροσβέστες, δασολόγοι, δασεργάτες, μέσα αντιπυρικής προστασίας και υποδομές, γεγονός που η Κομισιόν στην απάντησή της προκλητικά το προσπερνά επικαλούμενη αποκλειστικά την ευθύνη των κυβερνήσεων. Για τους δε υπηρετούντες πυροσβέστες η Κομισιόν απαντά ότι επί της ουσίας για αυτήν έχουν …λυθεί τα προβλήματα με τις ευρωοδηγίες που επιβάλλουν τα εξοντωτικά ωράρια για να μπαλώνονται οι τεράστιες ελλείψεις όπως και με τα «ελάχιστα» εργασιακά δικαιώματα όπως κι η ίδια ομολογεί ευθέως ότι επιβάλει.
Όσο για τον λεγόμενο Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Πολιτικής Προστασίας Resc-EU που η Κομισιόν στην απάντησή της -βιάζοντας την αλήθεια- ισχυρίζεται κιόλας ότι είναι «αποτελεσματικός», στην πράξη επιβεβαιώνεται ότι διαιωνίζει κι ανακυκλώνει τη γύμνια σε μέσα και προσωπικό πυρόσβεσης των κρατών μελών, τα οποία αδυνατούν πλέον να αντιμετωπίσουν τις πυρκαγιές.
Ενώ η βολική αντιπολίτευση των άλλων κομμάτων ισχυρίζεται ότι «τώρα δεν είναι η ώρα για την απόδοση των ευθυνών, αλλά περισυλλογής και της περίσκεψης από όλους μας», ξεπλένοντας την εμπρηστική πολιτική ΕΕ κράτους και κυβέρνησης, αντίθετα, τώρα είναι η ώρα της μέγιστης λαϊκής κινητοποίησης και δράσης.
Δίπλα στο λαό, εκεί που δίνει μάχη να σώσει ό,τι μπορεί να σωθεί. Αλλά και στην οργάνωση της διεκδίκησης για ουσιαστικές αποζημιώσεις στο 100% με πλήρη αποκατάσταση των δασών και των περιουσιών τους, αντιπλημμυρικά και αντιπυρικά έργα. Επίσης για προσλήψεις σε προσωπικό και στήριξη σε υποδομές και μέσα, για την προστασία της υγείας και ασφάλειας των πυροσβεστών, για ανθρώπινα ωράρια και χορήγηση των συσσωρευμένων οφειλόμενων ρεπό τους.
Η οργή για τις ευθύνες κυβέρνησης και κρατικού μηχανισμού, της ΕΕ, μπορεί και πρέπει να μετατραπεί σε σύγκρουση με την πολιτική του κέρδους που κάνει στάχτη ανθρώπινες ζωές, βίος λαϊκών οικογενειών και δασικό πλούτο.
Η ερώτηση της Ευρωκοινοβουλευτικής Ομάδας του ΚΚΕ
Ερώτηση με αίτημα γραπτής απάντησης E-002132/2026 προς την Επιτροπή
Άρθρο 144 του Κανονισμού
Κώστας Παπαδάκης (NI)
Θέμα: Η νέα αντιπυρική περίοδος: εύφλεκτη ύλη οι ελλείψεις προσωπικού, υποδομών και ολοκληρωμένης διαχείρισης των δασών από τις κυβερνήσεις και την ΕΕ
Το 2025 ήταν η πλέον καταστροφική χρονιά στην ΕΕ, με πάνω από ένα εκατομμύριο εκτάρια γης καμμένα, εκ των οποίων 400 000 εκτάρια σε προστατευμένες περιοχές Natura 2000 και 500 000 στρέμματα στην Ελλάδα μόνο. Πρόκειται για αποτέλεσμα της ενωσιακής και εθνικής πολιτικής, η οποία αντιμετωπίζει σαν κόστος την προστασία του περιβάλλοντος.
Όλα αυτά σε μια περίοδο κατά την οποία η ΕΕ εντάσσει πλήρως τις δομές της πολιτικής προστασίας στην πολεμική προετοιμασία προωθώντας «επενδύσεις διπλής χρήσης» και ήδη αποδυναμώνει και εκτρέπει ακόμα περισσότερο την προσοχή από την αντιμετώπιση φυσικών φαινομένων με βάση τις δυνατότητες και την επιστημονική και τεχνολογική πρόοδο.
Ερωτάται η Επιτροπή:
- Ποια είναι η θέση της όσον αφορά το γεγονός ότι, μετά την πλέον καταστροφική χρονιά για το φυσικό περιβάλλον πέρυσι, προβλέπεται να συνεχιστεί ο διαχωρισμός της πρόληψης και της κατάσβεσης δασικών πυρκαγιών, καθώς και η ανυπαρξία ολοκληρωμένης διαχείρισης δασών στο πλαίσιο της οποίας θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά και ο αντιπυρικός σχεδιασμός;
- Πώς προτίθεται να αντιμετωπίσει το γεγονός ότι εξακολουθούν να σημειώνονται τεράστιες ελλείψεις προσωπικού και επίγειων μέσων, τις οποίες επίσης διαιωνίζει ο μηχανισμός rescEU, καθώς ανακυκλώνει ελάχιστες δυνάμεις και υποδομές από χώρα σε χώρα ενώ την ίδια στιγμή πριμοδοτείται η πολεμική οικονομία;
- Για ποιους λόγους δεν λαμβάνονται σύγχρονα και επιστημονικά τεκμηριωμένα μέτρα για την προστασία της υγείας και ασφάλειας των πυροσβεστών και, δεδομένου του καρκινογόνου χαρακτήρα του πυροσβεστικού επαγγέλματος, γιατί συνεχίζονται η απαράδεκτη υπερεργασία των πυροσβεστών και η μη χορήγηση των συσσωρευμένων οφειλόμενων ρεπό;
Η απάντησης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Στην απάντησή της η Χατζά Λαμπίμπ εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αναφέρει:
«Η Επιτροπή προωθεί μια ολιστική, ολοκληρωμένη προσέγγιση για τη διαχείριση του κινδύνου δασικών πυρκαγιών, όπως ορίζεται στην ανακοίνωσή της[1], με στόχο τη βελτίωση του συντονισμού μεταξύ των εθνικών, περιφερειακών και τοπικών αρχών και όσον αφορά τους τομείς της πρόληψης, της ετοιμότητας, της αντιμετώπισης και της ανάκαμψης. Η Επιτροπή προτίθεται να δημοσιεύσει κατευθυντήριες γραμμές έως το 2027 σχετικά με τις βέλτιστες πρακτικές για τη διακυβέρνηση και τη χρηματοδότηση. Ενώ τα κράτη μέλη παραμένουν κατά κύριο λόγο υπεύθυνα, η εν λόγω δράση καθώς και άλλες προτεινόμενες δράσεις αποσκοπούν στη στήριξη συντονισμένων προσπαθειών σε επίπεδο ΕΕ. Στο πλαίσιο της κυπριακής Προεδρίας εγκρίθηκε σύσταση του Συμβουλίου σχετικά με την ολοκληρωμένη διαχείριση του κινδύνου δασικών πυρκαγιών[2], η οποία αντικατοπτρίζει ισχυρή πολιτική δέσμευση.
Τα κράτη μέλη είναι αρμόδια να καθορίζουν το επίπεδο του προσωπικού πυρόσβεσης και των πόρων. Η ικανότητα rescEU[3] της Επιτροπής λειτουργεί ως δίχτυ ασφαλείας και ενισχύει την αντιμετώπιση κρίσεων, μεταξύ άλλων όσον αφορά τις δασικές πυρκαγιές. Έχει αποδειχθεί αποτελεσματική όσον αφορά την παροχή βοήθειας ζωτικής σημασίας σε χώρες που βρίσκονται σε ανάγκη.
Η οδηγία 89/391/ΕΟΚ[4] καθορίζει το γενικό πλαίσιο της ΕΕ για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία και εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζομένους, συμπεριλαμβανομένων των πυροσβεστών. Συμπληρώνεται από την οδηγία 2004/37/ΕΚ[5] σχετικά με τον καθορισμό ελάχιστων απαιτήσεων για την προστασία των εργαζομένων από την έκθεση σε καρκινογόνους ή μεταλλαξιογόνους παράγοντες ή τοξικές για την αναπαραγωγή ουσίες.
Η Επιτροπή παρακολουθεί τις επιστημονικές και τεχνολογικές εξελίξεις στον τομέα της επαγγελματικής ασφάλειας και υγείας, όπως σε σχέση με την επαγγελματική έκθεση σε καρκινογόνους παράγοντες, με την υποστήριξη της Συμβουλευτικής Επιτροπής για την Ασφάλεια και την Υγεία στον Χώρο Εργασίας και του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Χημικών Προϊόντων. Παρακολουθεί επίσης τη συμμόρφωση των κρατών μελών με την οδηγία 2003/88/ΕΚ[6] για τον χρόνο εργασίας, η οποία καθορίζει ελάχιστες απαιτήσεις για την ανάπαυση, τον χρόνο εργασίας και την ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών. Ως θεματοφύλακας των Συνθηκών, η Επιτροπή μπορεί να λάβει κάθε μέτρο που κρίνει αναγκαίο.
[1] https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/?uri=CELEX:52026DC0330.
[2] https://data.consilium.europa.eu/doc/document/ST-11280-2026-INIT/el/pdf.
[3] https://civil-protection-humanitarian-aid.ec.europa.eu/what/civil-protection/resceu_el.
[4] https://eur-lex.europa.eu/eli/dir/1989/391/oj/ell.
[5] https://eur-lex.europa.eu/eli/dir/2004/37/oj/ell.
[6] https://eur-lex.europa.eu/eli/dir/2003/88/oj/ell.



