Της Σεμίνας Διγενή
Ευτυχώς, τσακώθηκαν η Βίσση με τον Καρβέλα. Γιατί διαφορετικά θα έπρεπε τα δελτία ειδήσεων να ασχοληθούν με κάτι πολύ πιο δυσάρεστο, με την πραγματικότητα.
Και η πραγματικότητα έχει τελευταία ένα κακό συνήθειο. Δεν είναι καθόλου τηλεοπτική. Έχει πολέμους, ανταγωνισμούς, ΝΑΤΟ, αμερικανική εξωτερική πολιτική, κυβερνητικές δεσμεύσεις, λαούς που πληρώνουν τον λογαριασμό και ανθρώπους που επιμένουν να κατεβαίνουν στους δρόμους, αντί να κάθονται ήσυχοι μπροστά στις οθόνες τους.
Ενώ ένας καβγάς Βίσση-Καρβέλα είναι άλλο πράγμα. Έχει δράμα. Έχει ανατροπές. Έχει δηλώσεις. Έχει παρελθόν. Έχει μέλλον. Κυρίως, έχει πάνελ. Μπορείς να τον αναλύσεις επί ώρες, χωρίς να κινδυνεύσεις να συζητήσεις τίποτε απολύτως για τη ζωή του τηλεθεατή.
Και σαν να μην έφτανε αυτό το δώρο της επικαιρότητας, ήρθε και η σύλληψη του Καμπούρη για την υπόθεση του ΕΦΚΑ. Νέα εθνική αποστολή. Ποιος, πού, πότε, γιατί, τι είπε, τι απάντησε, ποιος γνώριζε, ποιος δεν γνώριζε. Έκτακτα, ζωντανές συνδέσεις, τίτλοι, υπότιτλοι και η γνωστή βιομηχανία της τηλεοπτικής αγωνίας. Προφανώς και αποτελεί είδηση. Και προφανώς πρέπει να καλυφθεί. Έλα όμως, που κάπου εδώ συμβαίνει το λάθος θέμα. Έρχεται στην Ελλάδα ο Μάρκο Ρούμπιο. Υπάρχουν κινητοποιήσεις και αντιδράσεις. Άνθρωποι βγαίνουν στον δρόμο για να διαμαρτυρηθούν για τους πολέμους, για την εμπλοκή της χώρας, για μια πολιτική που δεν είναι ούτε lifestyle, ούτε αστυνομικό ρεπορτάζ. Και ξαφνικά ο τηλεοπτικός χρόνος αποκτά τεράστια οικονομία. “Δεν χωράνε όλα, παιδιά. Έχουμε πρόγραμμα.”
Κάπως έτσι λειτουργεί σήμερα ένα μεγάλο κομμάτι της ενημέρωσης. Δεν χρειάζεται να απαγορεύσεις μια διαδήλωση στην τηλεόραση. Μπορείς απλώς να την κάνεις μικρή. Τόσο μικρή, ώστε να υπάρχει τυπικά και να μην υπάρχει ουσιαστικά. Να δείξεις μερικά πλάνα, να πεις δυο κουβέντες, να ξεμπερδέψεις. Και μετά επιστροφή στα σοβαρά:
«Τι απάντησε η Άννα Βίσση;» Αυτό είναι το μεγαλείο της σύγχρονης ενημέρωσης. Δεν σου κρύβει απαραιτήτως την πραγματικότητα. Σου την τοποθετεί ανάμεσα σε δύο πολύ μεγαλύτερες δόσεις θεάματος μέχρι να πάψεις να την προσέχεις.
Η παλιά λογοκρισία έκοβε. Η καινούργια θάβει. Και το χώμα είναι άφθονο: lifestyle, αστυνομικό θέαμα, ίντριγκα, καβγάδες, «αποκλειστικές πληροφορίες», τηλεφωνήματα, συγγενείς, φίλοι, γνωστοί και φυσικά ο άνθρωπος που «ήταν εκεί και τα είδε όλα».
Για μια κινητοποίηση όμως δεν χρειάζονται όλα αυτά. Εκεί αρκεί συνήθως η φράση: «Ένταση προκλήθηκε στο κέντρο της Αθήνας». Προσέξτε τη μαγεία. Δεν υπάρχουν πια αιτήματα. Δεν υπάρχει πολιτικό περιεχόμενο. Δεν υπάρχει λόγος που οι άνθρωποι βγήκαν στον δρόμο. Υπάρχει «ένταση». Οι διαδηλωτές μετατρέπονται σε κυκλοφοριακό φαινόμενο. Και ο πολίτης ενημερώνεται κυρίως για το ποιοι δρόμοι έκλεισαν.
Ίσως μάλιστα αυτό να είναι το κορυφαίο στάδιο της ενημέρωσης, η πολιτική διαμαρτυρία να αντιμετωπίζεται περίπου όπως μια βλάβη σε αγωγό της ΕΥΔΑΠ. «Αποφύγετε το κέντρο». Και συνεχίζουμε.
Βέβαια υπάρχει πάντοτε η περίφημη δικαιολογία: «Αυτά θέλει ο κόσμος». Ποιος κόσμος; Αυτός στον οποίο επί έξι ώρες δείχνεις Βίσση-Καρβέλα και την έβδομη ώρα ανακαλύπτεις- μέσω των μετρήσεων- ότι ενδιαφέρεται γι αυτό; Είναι ένα εντυπωσιακό επιστημονικό πείραμα. Πρώτα κατασκευάζεις την τηλεοπτική προτεραιότητα και μετά χρησιμοποιείς την προτεραιότητα που κατασκεύασες , ως απόδειξη ότι αυτή ήταν η επιθυμία του κοινού. Και ο κύκλος κλείνει. Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι αν πρέπει να μάθουμε τι συνέβη με τον Καμπούρη. Βεβαίως. Ούτε αν δικαιούται η Βίσση να απαντήσει στον Καρβέλα και ο Καρβέλας στη Βίσση. Ας συνεχίσουν ν απαντούν μέχρι το 2046. Το ζήτημα είναι γιατί ο καβγάς δύο διάσημων ανθρώπων, μπορεί να αποκτά μεγαλύτερη δημόσια ορατότητα, από ανθρώπους που βγαίνουν στον δρόμο για ζητήματα πολέμου, ειρήνης και διεθνών σχέσεων. Που κινητοποιούνται, διαδηλώνουν και εκφράζουν πολιτική αντίθεση με αφορμή την έλευση του Μάρκο Ρούμπιο.
Στο αλλόκοτο σύμπαν της ελληνικής τηλεόρασης, δεν λένε «αυτό δεν συνέβη». Λένε: «Συνέβη, αλλά πρώτα να δούμε τι είπε ο Καρβέλας». Και όταν τελειώσει ο Καρβέλας, έχουμε Καμπούρη. Και μετά διαφημίσεις. Και μετά καιρό. Και κάπου εκεί, αν περισσέψουν μερικά δευτερόλεπτα πριν από το δελτίο καιρού, μπορεί να εμφανιστούν και οι διαδηλωτές. Όχι πολύ όμως. Μην κουραστεί και ο τηλεθεατής. Γιατί ο τηλεθεατής, σύμφωνα με αυτή την αντίληψη της ενημέρωσης, φαίνεται πως αντέχει απεριόριστες ώρες κουτσομπολιού, παραφιλογίας της εγκληματολογίας, lifestyle και τηλεοπτικού καβγά, αλλά κινδυνεύει να καταρρεύσει από υπερκόπωση, αν ακούσει για περισσότερο από δύο λεπτά, μια πολιτική διαμαρτυρία. Το θέμα επομένως, είναι η ιεράρχηση.
Η ενημέρωση δεν χειραγωγείται μόνο με ψέματα. Χειραγωγείται και με αναλογίες. Σαράντα λεπτά για το ασήμαντο. Σαράντα δευτερόλεπτα για το σημαντικό. Και στο τέλος όλα έχουν μεταδοθεί, άρα κανείς δεν μπορεί να κατηγορήσει κανέναν, ότι τα έκρυψε.
Τέλειο; Σχεδόν δημοκρατικό. Γι’ αυτό, όταν κλείνει το δελτίο και ξέρουμε με κάθε λεπτομέρεια ποιος είπε τι στη Βίσση, ποιος απάντησε στον Καρβέλα και ποιος οδηγήθηκε πού για την υπόθεση του ΕΦΚΑ, αξίζει να κάνουμε μια τελευταία ερώτηση:
Τι άλλο συνέβη σήμερα; Όχι τι δεν συνέβη. Τι συνέβη μπροστά σε χιλιάδες μάτια, αλλά δεν κρίθηκε αρκετά ενδιαφέρον για τα δικά μας. Γιατί η πιο αποτελεσματική εξαφάνιση μιας είδησης δεν είναι να την απαγορεύσεις. Είναι να την μεταδώσεις για λίγα δευτερόλεπτα.
Και αμέσως μετά να ρωτήσεις: «Και τώρα, πάμε πάλι στη Βίσσοκαρβελιάδα. Έχουμε νεότερα;».



