Με τη συμμετοχή πλήθους κόσμου, η Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ πραγματοποίησε την Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου εκδήλωση με θέμα: «Η Ελλάδα και η Τουρκία στη δίνη των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών. Η διέξοδος για τους λαούς», με ομιλητή τον ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, Δημήτρη Κουτσούμπα.
Τους παρευρισκόμενους στην εκδήλωση καλωσόρισε ο Γιάννης Ντουνιαδάκης, υποναύαρχος ΠΝ ε.α. και μέλος του Τμήματος της ΚΕ του ΚΚΕ για τις Ένοπλες Δυνάμεις και τα Σώματα Ασφαλείας.
Η Αμαλία Παπασωτηρίου, Σμήναρχος ε.α. απηύθυνε χαιρετισμό εκ μέρους συναδέλφων της που σε συζήτηση για την εκδήλωση της παρέδωσαν γραπτώς σκέψεις και εκτιμήσεις, τις οποίες και παρέθεσε στην ομιλία της. «Η εξωτερική πολιτική ενός κράτους εκφράζει σε μεγάλο βαθμό τη δύναμη και τις επιδιώξεις των αρχουσών τάξεών του. Οταν αλλάζει αυτή η δύναμη, αλλάζει και η στρατηγική», σημείωσε, παραπέμποντας στη σχέση οικονομίας – πολιτικής.
Ακολούθως αναφέρθηκε στην αντίστοιχη εξέλιξη της ελληνικής οικονομίας την ίδια περίοδο, και στη βασική στόχευση της ελληνικής αστικής τάξης «να κάνει ρελάνς μέσω της αναβάθμισής της σε ενεργειακό και διαμετακομιστικό κόμβο εντός του ευρωπαϊκού πλαισίου, σε αντίθεση με την Τουρκία».
Ολόκληρη η παρέμβαση:
Απευθύνω χαιρετισμό, εκ μέρους συναδέλφων μου, οι οποίοι, σε συζήτηση μαζί τους για την σημερινή εκδήλωση, μου παρέδωσαν ,γραπτώς, σκέψεις και εκτιμήσεις τις οποίες σας παραθέτω.
Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις συζητούνται συνήθως με όρους διπλωματίας, διεθνούς δικαίου ή στρατιωτικής ισορροπίας. Η δική μας συνεισφορά στη σημερινή εκδήλωση είναι να τις δούμε από την οπτική και της πολιτικής οικονομίας. Το βασικό ερώτημα γύρω από το οποίο εκτυλίσσεται η παρέμβαση μας είναι ποιες οικονομικές δυνάμεις κινούν τις εξελίξεις και πώς μεταβάλλεται η ισχύς των κοινωνικών τάξεων που τις καθοδηγούν.
Από πολλούς μελετητές και τον Λένιν , η πολιτική οικονομία συνδέει τη γεωπολιτική με τον ανταγωνισμό για αγορές, πόρους και δρόμους μεταφοράς. Μια βασική της θέση είναι ότι η εξωτερική πολιτική ενός κράτους εκφράζει, σε μεγάλο βαθμό, τη δύναμη και τις επιδιώξεις της άρχουσας τάξης του. Όταν αλλάζει αυτή η δύναμη, αλλάζει και η στρατηγική.
Θα σας επιστρέψω νοητά πριν 20 χρόνια, στο 2006, όταν διατυπώθηκε για πρώτη φορά η ιδέα της «Γαλάζιας Πατρίδας». Όμως πως φτάσαμε μία τότε παραγνωρισμένη ιδέα, που δεν απασχολούσε ιδιαίτερα την κοινή γνώμη της χώρας μας, περίπου 15 χρόνια μετά, να γίνεται πρωτοσέλιδο; Εδώ είναι απαραίτητη η παράθεση ορισμένων οικονομικών δεδομένων για την Τουρκία, από την εμφάνιση της οικονομικής κρίσης το 2008 έως τις μέρες μας. Ειδικότερα, κατά την περίοδο 2008-2025, το πραγματικό ΑΕΠ της Τουρκίας υπερδιπλασιάστηκε, με τις επενδύσεις να αυξάνονται πάνω από 120%. Ταυτόχρονα ο πληθυσμός της γειτονικής χώρας αυξήθηκε κατά 20% φτάνοντας τα 86.000.000 ενώ δημιουργήθηκαν 11 εκατομμύρια θέσεις εργασίας, περίπου 50%. Αναδείχθηκαν νέα κεφάλαια από την Ανατολία, και οι τουρκικές κατασκευαστικές εταιρείες βρίσκονται σταθερά ανάμεσα στις πρώτες διεθνώς. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα όμως είναι η πολεμική βιομηχανία.
Το 2020 μόνο μία τουρκική εταιρεία βρισκόταν ανάμεσα στις 100 μεγαλύτερες πολεμικές βιομηχανίες του κόσμου κατά το SIPRI, με έσοδα 2,2 δισεκατομμύρια δολάρια. Το 2024 ήταν πέντε, με έσοδα πάνω από 10 δισεκατομμύρια: η Aselsan, η TUSAŞ, η Baykar, η Roketsan και η MKE.
Η εξέλιξη φαίνεται και στο εμπόριο όπλων. Οι τουρκικές εξαγωγές βασικών οπλικών συστημάτων αυξήθηκαν κατά 122% την περίοδο 2021–2025 σε σχέση με την προηγούμενη πενταετία. η χώρα είναι πλέον ο 11ος μεγαλύτερος εξαγωγέας όπλων στον κόσμο. Κύριοι αγοραστές είναι το Πακιστάν, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και η Ουκρανία. Την ίδια περίοδο οι τουρκικές εισαγωγές όπλων μειώθηκαν κατά περίπου 10%.
Με άλλα λόγια, η Τουρκία μετατρέπεται από αγοραστή σε πωλητή. Αποκτά έτσι όχι μόνο έσοδα, αλλά και πολιτική επιρροή σε τρίτες χώρες. Μια άρχουσα τάξη που μεγαλώνει οικονομικά διεκδικεί και μεγαλύτερο χώρο, σε αγορές, πόρους και επιρροή.
Συνεπώς αυτό που συντελείται είναι η διαμόρφωση των υλικών συνθηκών που πραγματώνουν μία ιδέα και την μετατρέπουν σε δόγμα κάπου γύρω στο 2019. Συνήθως τη διαβάζουμε ως αναθεωρητικό ναυτικό δόγμα, κάτι που δεν αμφισβητείται. Από τη σκοπιά της πολιτικής οικονομίας, όμως, αποτελεί κάτι περισσότερο: το θεωρητικό και ιδεολογικό υπόβαθρο με το οποίο η ενισχυμένη τουρκική οικονομία επιχειρεί να μετατρέψει την ισχύ της και σε έλεγχο χώρου. Τρία στοιχεία το δείχνουν:
1) Ενέργεια. Η Τουρκία εισάγει το μεγαλύτερο μέρος της ενέργειας που καταναλώνει. Μια οικονομία που αναπτύσσεται γρήγορα χρειάζεται ασφαλή πρόσβαση σε πόρους, και η διεκδίκηση θαλάσσιων ζωνών υπηρετεί αυτή την ανάγκη.
2) Διαδρομές. Το δόγμα επιδιώκει να καταστήσει την Τουρκία αναπόφευκτο κόμβο για κάθε αγωγό, καλώδιο και εμπορικό διάδρομο στην περιοχή. Ενδεικτικό είναι το τουρκολιβυκό μνημόνιο του 2019.
3) Βιομηχανία. Η ναυτική ισχύς που προϋποθέτει το δόγμα ‘’Γαλάζια Πατρίδα’’ τροφοδοτεί την εγχώρια ,λεγόμενη, αμυντική και ναυπηγική παραγωγή που μόλις περιγράψαμε. Και αντιστρόφως, αυτή η παραγωγή κάνει το δόγμα υλοποιήσιμο.
Ας δούμε τώρα ποια είναι η εξέλιξη της ελληνικής οικονομίας την ίδια περίοδο. Το πραγματικό ΑΕΠ της Ελλάδας παραμένει περίπου 14% χαμηλότερο από το 2008. Μάλιστα στο κατώτατο σημείο του, το 2013, είχε χάσει πάνω από το ένα τέταρτο και το ποσοστό ανεργίας πλησίαζε το 30%. Παρά την ανάκαμψη των τελευταίων ετών, το πάγιο κεφάλαιο παραμένει περίπου 30% κάτω από το 2008. Τέλος, ο πληθυσμός της Ελλάδας μειώθηκε κατά 6% και η απασχόληση σε απόλυτα μεγέθη στην Ελλάδα είναι ακόμη 7% κάτω από το 2008, παρά τα τρέχουσα επίπεδα του ποσοστού ανεργίας περίπου στο 8%.
Στην Ελλάδα, η κρίση δεν αποδυνάμωσε ομοιόμορφα τις οικονομικές ελίτ. Το κεφάλαιο που στηριζόταν στην εσωτερική αγορά, όπως οι κατασκευές, το εμπόριο και η μεταποίηση, συρρικνώθηκε. Οι τράπεζες ανακεφαλαιοποιήθηκαν πολλές φορές, και σημαντικό μέρος του δημόσιου και ιδιωτικού πλούτου, από τον Πειραιά μέχρι τα περιφερειακά αεροδρόμια, πέρασε σε ξένα χέρια. Ο εφοπλισμός, αντίθετα, που δρα στη διεθνή αγορά, βγήκε αλώβητος και ελέγχει σήμερα σχεδόν το ένα πέμπτο της παγκόσμιας χωρητικότητας. Παρομοίως ο τουρισμός που συνιστά επίσης εξωστρεφή κλάδο επέδειξε μεγαλύτερη ανθεκτικότητα σε σχέση με άλλες δραστηριότητες και επέκταση κατά την λεγόμενη μετά-μνημονιακή περίοδο.
Στο πλαίσιο αυτό βασική στόχευση, της ελληνικής αστικής τάξης, είναι να κάνει ρελάνς μέσω της αναβάθμισης της σε ενεργειακό και διαμετακομιστικό κόμβο εντός του ευρωπαϊκού πλαισίου, σε αντίθεση με την Τουρκία που αναπτύσσει μια πιο αυτόνομη στρατηγική, με επενδύσεις και εξαγωγές στα Βαλκάνια, τη Μέση Ανατολή και την Αφρική, ενώ σε γεωπολιτικό επίπεδο έχει ισότιμο ρόλο στη σύναψη συμμαχιών όπως εκείνη με Πακιστάν και Σ. Αραβία.
Σε χωρικό επίπεδο οι παραπάνω αντιθέσεις μεταξύ των δύο αστικών τάξεων εκδηλώνονται στην περιοχή του Αιγαίου και ευρύτερα της Ανατολικής Μεσογείου και όταν δύο αναπτυξιακές στρατηγικές διεκδικούν τον ίδιο γεωγραφικό χώρο, η τριβή γίνεται δομική. Ωστόσο το διμερές ζήτημα δεν μπορούμε να το δούμε ξεκομμένα καθώς εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλέγμα ανταγωνισμών ανάμεσα σε ΗΠΑ, ΕΕ, Ρωσία, Κίνα και περιφερειακές δυνάμεις. Αυτό ακριβώς σημαίνει «δίνη» στον τίτλο της εκδήλωσης, οι εξελίξεις δεν καθορίζονται μόνο σε Αθήνα και Άγκυρα.
Κλείνοντας, αναφέρεται ότι, για την ευημερία του λαού μας, όπως και κάθε λαού, αναγκαία συνθήκη είναι μια άλλη εξουσία η εργατική, χωρίς ΝΑΤΟ Βάσεις και ΕΕ ώστε ο πλούτος της χώρας μας να μην ελέγχεται από τους λίγους αλλά να διανέμεται με δίκαιο τρόπο ώστε να ζήσουμε ανθρώπινα!



