Η βυζαντινή υμνολογία & η λαογραφία της μεγαλοβδομάδας

Σήμερα μεγάλη των Χριστιανών Παρασκευή, αλλά και όλη τη μεγαλοβδομάδα η βυζαντινή υμνολογία έχει την τιμητική της -καταλήγοντας στα «εγκώμια επιταφίου» τα τροπάρια που ψάλλονται στον όρθρο του μεγάλου Σαββάτου.

Οι παλιότεροι από εμάς, έχουμε μείνει στο…
Μεγάλη Δευτέρα – μεγάλη μαχαίρα
Μεγάλη Τρίτη – ο Χριστός εκρύφτη
Μεγάλη Τετάρτη – ο Χριστός επιάστη
Μεγάλη Πέμπτη – ο Χριστός παιδεύτη
Μεγάλη Παρασκευή – ο Χριστός στο καρφί
Μεγάλο Σάββατο – ο Χριστός στον τάφο
Μεγάλη Κυριακή – ο Χριστός θ’ αναστηθεί
(που συμπληρώναμε … «το αρνί στο σουβλί»!)

Ξαναγυρνώντας στα τελετουργικά της -ορθόδοξης μεγάλης Παρασκευής, λίγο πριν την εκφορά του Επιταφίου (μερικά και κατά την εκφορά) τα 185 σύντομα τροπάρια παρεμβάλλονται μετά τον 118ο ψαλμό, (ψαλμό του Αμώμου) ακολουθώντας σε τρεις στάσεις.

Η 1η στάση σε ήχο πλάγιο α΄ αρχίζει με το εγκώμιο «Η ζωή εν τάφω, κατετέθης, Χριστέ…».
Η 2η -επίσης σε ήχο πλάγιο α΄ αρχίζει με το εγκώμιο «Άξιον εστί μεγαλύνειν σε τον Ζωοδότην…» και
Η 3η στάση σε ήχο γ΄ αρχίζει με το εγκώμιο «Αι γενεαί πάσαι ύμνον τη ταφή Σου προσφέρουσι, Χριστέ μου».
Ω γλυκύ μου έαρ,
γλυκύτατόν μου Τέκνον,
πού έδυ σου το κάλλος;
Υιέ Θεού παντάναξ,
Θεέ μου πλαστουργέ μου,
… (κλπ)

Και οι τρεις παραπάνω στάσεις καταλήγουν με το ίδιο εγκώμιο με το οποίο ξεκινούν ενώ ο ιερέας θυμιατίζει.

Φέτος με τον κορονοϊό, η κατάσταση δεν θα είναι ίδια, ενώ με τους καθολικούς και τους προτεστάντες, είναι τελείως διαφορετικές οι τελετουργίες

Ιστορικά αποδίδονται κυρίως ως λαϊκής έμπνευσης δημιουργήματα που φέρονται σε κώδικες με διάφορες παραλλαγές.
Τα εγκώμια του επιταφίου αποτέλεσαν και τα πρότυπα της δημιουργίας ομοίων για την Κοίμηση της Θεοτόκου, για τον Άγιο Νικόλαο και άλλα.

Εκτός από τους ψάλτες βυζαντινής μουσικής, τα εγκώμια έχουν αποδοθεί και ηχογραφηθεί από διάφορους σύγχρονους Έλληνες καλλιτέχνες και καλλιτέχνηδες, όπως οι Μαρία Φαραντούρη, Γλυκερία, Χάρις Αλεξίου, Φλέρη Νταντωνάκη, Ειρήνη Παππά, Πέτρος Γαϊτάνος και άλλοι.

Ακάθιστος ύμνος

Ονομάζεται γενικά κάθε ορθόδοξος χριστιανικός ύμνος ο οποίος ψάλλεται από τους χριστιανούς πιστούς σε όρθια στάση.
Έχει επικρατήσει όμως να λέγεται έτσι ένας ύμνος («Κοντάκιο») της Ορθόδοξης Εκκλησίας προς τιμήν της Θεοτόκου, γνωστός ως Τη Υπερμάχω Στρατηγώ, ο οποίος ψάλλεται στους ναούς τις πέντε πρώτες Παρασκευές της σαρακοστής, τις πρώτες τέσσερις τμηματικά, και την πέμπτη ολόκληρος.
Είναι ένας ύμνος που αποτελείται από προοίμιο και 24 οίκους (στροφές) σε ελληνική αλφαβητική ακροστιχίδα, από το Α ως το Ω (κάθε «οίκος» ξεκινά με το αντίστοιχο κατά σειρά ελληνικό γράμμα).

Ο Ακάθιστος ύμνος θεωρείται ως ένα αριστούργημα της βυζαντινής υμνογραφίας.
Είναι γραμμένος πάνω στους κανόνες της ομοτονίας, ισοσυλλαβίας και εν μέρει της ομοιοκαταληξίας.
Η γλώσσα του είναι σοβαρή και ποιητική και πλουτίζεται από κοσμητικά επίθετα και πολλά σχήματα λόγου (αντιθέσεις, μεταφορές, κλπ).
Το θέμα του είναι η εξύμνηση της ενανθρώπισης του Θεού μέσω της Θεοτόκου, πράγμα που γίνεται με πολλές εκφράσεις χαράς και αγαλλίασης, οι οποίες του προσδίδουν θριαμβευτικό τόνο.

Ο Ακάθιστος Ύμνος, ρωσική εικόνα του 14ου αιώνα.

ℹ️ Στο κέντρο εικονίζεται η Παναγία, ενώ καθεμιά από τις μικρές περιφερειακές εικόνες αφορά τη διήγηση ενός από τους 24 «οίκους» του Ακάθιστου Ύμνου

(Για την ιστορία – ο μύθος)
Ο αυτοκράτορας Ηράκλειος με τον στρατό βρίσκεται στα νοτιοανατολικά σύνορα της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και πολεμάει τους Πέρσες που αιφνιδιαστικά επιτέθηκαν, άρπαξαν τον Τίμιο Σταυρό και βεβήλωσαν τους Αγίους Τόπους.
Την απουσία του αυτοκράτορα και του στρατού εκμεταλλεύτηκαν οι Άβαροι οι οποίοι σε συνεργασία με τους Πέρσες (για αντιπερισπασμό) προσπάθησαν να καταλάβουν την Κωνσταντινούπολη την οποία υπερασπίζονταν λιγοστοί στρατιώτες με την καθοδήγηση του μάγιστρου (φρούραρχος-πρωθυπουργός) Βώνου ενώ ο πατριάρχης Σέργιος με την εικόνα της Παναγίας στα χέρια περιδιάβαινε στα τείχη εμψυχώνοντας τους υπερασπιστές.

Τοιχογραφία της πολιορκίας στη Μονή Μολντοβίτα

Την νύχτα της 7ης προς την 8η Αυγούστου 626 και ενώ Άβαροι και Πέρσες ετοιμάζονται για την τελική επίθεση, φοβερός ανεμοστρόβιλος δημιούργησε φοβερή τρικυμία που κατέστρεψε τα πλοία του εχθρού που αναγκάσθηκε να λύσει την πολιορκία.

Οι πιστοί, όλη τη νύχτα, όρθιοι έψαλλαν ευχαριστήριο Ύμνο προς την «νικητήρια Παναγία» που ονομάσθηκε «ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ».

Η παράδοση αποδίδει τον Ακάθιστο Ύμνο στον μεγάλο βυζαντινό υμνογράφο του 6ου αιώνα Ρωμανό – Μελωδό αν και κάποιοι μελετητές αντικρούουν αυτή την άποψη.
Βέβαιο όμως είναι πως οι ειρμοί (συνδέσεις των στροφών) είναι έργο του Ιωάννη του Δαμασκηνού ενώ τα τροπάρια του Ιωσήφ του Ξένου του υμνογράφου.

Χαρακτηριστικός πίνακας που παριστάνει τον Ηράκλειο να επιτίθεται στου Πέρσες, την ίδια ώρα που πολιορκείται η Κωνσταντινούπολη

Στη Μονή Διονυσίου στο Άγιο Όρος υπάρχει θρύλος ότι μια μικρή εικόνα γνωστή ως «Παναγία των Χαιρετισμών», που φυλάσσεται εκεί είναι η εικόνα μπροστά στην οποία ψάλθηκε για πρώτη φορά ο Ακάθιστος Ύμνος.

Να προσθέσουμε πως -τέλος καλό όλα καλά, ο Ηράκλειος νίκησε τους Πέρσες και έφερε τον Τίμιο Σταυρό, πρώτα στην Κωνσταντινούπολη και αργότερα στα Ιεροσόλυμα, όπου υψώθηκε για δεύτερη φορά από την Αγία Ελένη.

Ο Ακάθιστος Ύμνος έχει άλλοτε αφηγηματικό, άλλοτε θεολογικό και άλλοτε δοξαστικό χαρακτήρα, πάντως έγινε ο πιο λαοφιλής ύμνος των χριστιανών προς την Παναγία.

Οι 24 (Α-Ω) οίκοι του ακάθιστου ύμνου

Η Παναγιά κατέχει κεντρική θέση στην ορθόδοξη σωτηριολογία και εκκλησιολογία και προσαγορεύεται ιλασμός και σωτηρία των ανθρώπων και η επίκλησή της από τον Ελληνικό λαό -που δεν έχει να κάνει τόσο με βαθειά ή καθόλου πίστη, ανάγεται στην ιδιότητά της κυρίως σαν πονεμένη μάνα (του ανθρώπου και του κόσμου) και δευτερευόντως σαν παντοδύναμη παντάνασσα.
Αυτή ήταν συνεργός στο μυστήριο της σωτηρίας των ανθρώπων, επειδή παρείχε τη δυνατότητα ενανθρώπισης στο Χριστό -ρόλος που αναδεικνύεται και σε πολλούς άλλους ύμνους.

Ο φοβισμένος άνθρωπος όταν δεν έχει αποτέλεσμα το «σώσον, κύριε, τον λαόν σου και ευλόγησον την κληρονομίαν σου, νίκας τοις βασιλεύσι κατά βαρβάρων δωρούμενος και το σον φυλάττων, δια του σταυρού σου, πολίτευμα», έχει ανάγκη παρηγοριάς και καταφεύγει στην γλυκιά μορφή της πιο μεγάλης παρηγορήτρας των αιώνων.

Όσο αφορά την ποιητική μορφή της εκκλησιαστικής υμνογραφίας, η τονική ποίηση των ύμνων συνδεόταν πλέον οριστικά και εξ ολοκλήρου με το ρητορικό λόγο και με πλήρη εξάρτηση από αυτόν.

Η ποιητική αξία του ύμνου είναι αναμφισβήτητη όντας το δημοφιλέστερο κείμενο της ελληνικής υμνογραφίας που συγκινεί λόγιους και τους απλούς ανθρώπους -με αναμφισβήτητη την επίδραση των αρχαίων συγγραφέων, όπως και στους βυζαντινούς ποιητές γενικά.
Επίσης πολλοί σύγχρονοι και μεταγενέστεροι ζωγράφοι επηρεάστηκαν και ζωγράφισαν εικόνες με παραστάσεις παρμένες από στίχους του Ακάθιστου.

Ο επιτάφιος του Ρίτσου

Ο Επιτάφιος του Γιάννη Ρίτσου είναι το αθάνατο και διαχρονικό ποίημα που δημοσιεύθηκε στις 8-Ιουν-1936, από το εκδοτικό του Ριζοσπάστη.
Ήδη από τον προηγούμενο μήνα είχαν εκδοθεί -πάλι από το Ρίζο, τα πρώτα 3 άσματα, από τα 20 συνολικά, με τίτλο «Μοιρολόι» (12 Μάη 1936)
Τα 10.000 χιλιάδες αντίτυπα που κυκλοφόρησαν, από το εκδοτικό της εφημερίδας είχαν εξαντληθεί, αριθμός ρεκόρ, για την εποχή.
Η οριστική μορφή του ποιήματος, εκδόθηκε 20 χρόνια αργότερα, το 1956, η οποία περιλαμβάνει και τα 20 άσματα του Επιταφίου, έξι δηλαδή παραπάνω από αυτά που περιείχε η εκδοτική του Ριζοσπάστη
Μελοποιήθηκε το 1960 από τον Μίκη

  • Μέρος Ι: Ο Θάνατος: Το πρώτο μέρος ξεκινάει με τη μάνα, που διαπιστώνει πως ο γιος της είναι νεκρός:
    «Γιέ μου, σπλάχνο τῶν σπλάχνων μου, καρδούλα τῆς καρδιᾶς μου,
    πουλάκι τῆς φτωχιᾶς αὐλῆς, ἀνθὲ τῆς ἐρημιᾶς μου,
    πῶς κλείσαν τὰ ματάκια σου καὶ δὲ θωρεῖς ποὺ κλαίω
    καὶ δὲ σαλεύεις, δὲ γρικᾷς τὰ ποὺ πικρὰ σοῦ λέω;»
  • Μέρος ΙΙ: Η Απόγνωση: Η μάνα σε αυτό το μέρος, εκφράζει την απόγνωσή της, για το νεκρό παιδί της:
    «Πῶς μ᾿ ἄφησες νὰ σέρνουμαι καὶ νὰ πονῶ μονάχη
    χωρὶς γουλιά, σταλιὰ νερὸ καὶ φῶς κι ἄνθο κι ἀστάχυ;»
  • Μέρος ΙΙΙ: Το Νεκρό Σώμα: Στο τρίτο μέρος, ξεκινά η ακριβής και λεπτομερής περιγραφή του κορμιού του γιου της, που πλέον βρίσκεται στα χέρια της νεκρό:

«Μαλλιὰ σγουρὰ ποὺ πάνω τους τὰ δάχτυλα περνοῦσα»
[…]
«Φρύδι μου, γαϊτανόφρυδο καὶ κοντυλογραμμένο»
[…]
«Μάτια γλαρὰ ποὺ μέσα τους ἀντίφεγγαν τὰ μάκρη» (κ.ο.κ)

  • Μέρος VI: Η Μοίρα: Στο τέταρτο μέρος η μάνα, πλέον, σκέφτεται τη μοίρα και αναρωτιέται:
    «Γιέ μου, ποιὰ Μοῖρα στὄγραφε καὶ ποιὰ μοῦ τὄχε γράψει
    τέτοιον καημό, τέτοια φωτιὰ στὰ στήθεια μου ν᾿ ἀνάψει;»
  • Μέρος V: Η Απουσία: Στο πέμπτο μέρος, η μάνα, συνειδητοποιεί πως τώρα έμεινε μόνη της και ότι το κενό από τον θάνατο του γιου της είναι μεγάλο:
    «Σήκω, γλυκέ μου, ἀργήσαμε· ψηλώνει ὁ ἥλιος· ἔλα,
    καὶ τὸ φαγάκι σου ἔρημο θὰ κρύωσε στὴν πιατέλα.»
    […]
    «Θὰ καρτεράει τὸ κρύο νερὸ τὸ δροσερό σου στόμα,
    θὰ καρτεράει τὰ χνῶτα σου τ᾿ ἀσβεστωμένο δῶμα.»
  • Μέρη VI, VII, VIII: Ο Θρήνος: Στο έκτο, έβδομο και όγδοο μέρος αρχίζει ο θρήνος της μάνας και είναι ένα από τα κυριότερα σημεία του έργου:
    «Μέρα Μαγιοῦ μοῦ μίσεψες, μέρα Μαγιοῦ σὲ χάνω,
    ἄνοιξη, γιέ, ποὺ ἀγάπαγες κι ἀνέβαινες ἀπάνω»
    […]
    «Πῶς θὰ γυρίσω μοναχή στὸ ἐμραδιακό καλύβι;
    Ἔπεσε ἡ νύχτα στὴν αὐγή καὶ τὸ στρατί μοῦ κρύβει»
    […]
    «Κανείς μὴ γγίξει ἀπάνω του, παιδί μου εἶναι δικό μου.
    Σιωπή∙ σιωπή∙ κουράστηκε, κοιμᾶται τὸ μωρό μου.»
    […]
    «Ποιός μοῦ τὸ πῆρε; Ποιός μπορεῖ νὰ μοῦ τὸ πάρει ἐμένα;
    Ἄσπρισαν τὰ χειλάκια του, τὰ μάτια του κλεισμένα.»
    […]
    «Ποῦ πέταξε τ’ ἀγόρι μου; ποῦ πῆγε; ποῦ μ’ ἀφήνει;
    Χωρίς πουλάκι τὸ κλουβί, χωρίς νεράκι ἡ κρήνη»
    […]
    «Δέν ἔμενες, καρδοῦλα μου, στ’ ἄσπρο μικρούλι σπίτι,
    νὰ σ’ ἔχω σάν ἀφέντη μου, νὰ σ’ ἔχω σάν σπουργίτι.»
  • Μέρος IX: Η Ύβρις: Στο ένατο μέρος η μάνα —δεύτερο κύριο σημείο του έργου— απευθύνεται στον Θεό:
    «Κι, ἄχ, Θέ’ μου, Θέ’ μου, ἄν εἰσουν Θεός κι ἄν εἴμασταν παιδιά σου
    θὰ πόναγες καθὼς ἐγώ, τὰ δόλια πλάσματά σου.»
  • Μέρη X, XI, XII, XIII: Το Μοιρολόι: Στα τέσσερα αυτά μέρη, αρχίζει πια το μοιρολόι:
    «Καὶ κεῖ ποὺ σὲ καμάρωνα, πλατάνι, παλληκάρι,
    ἔτρεμα μή πνοή ἀγεριοῦ στὸν οὐρανό σὲ πάρει.»
    […]
    «Ἔτσι ἄχαρη με ὠμόρφαινες κ’ ἔτσι ἄμαθη – γιά κοίτα –
    μές στὴ ματιά σου διάβαζα τῆς ζωῆς τὴν ἀλφαβῆτα.»
    […]
    «Καὶ πάλι ἡ ἔρμη ντρέπουμαι, γιόκα μου, ἐσύ νὰ λείπεις
    κι ἀκόμα ἐγώ νἀχω φωνή – ξόμπλι φτηνό της λύπης.»

Πού να σε κρύψω, γιόκα μου, να μη σε φτάνουν οι κακοί;
Σε ποιο νησί του Ωκεανού, σε ποιαν κορφή ερημική;
Δε θα σε μάθω να μιλάς και τ’ άδικο φωνάξεις.
Ξέρω, πως θα ’χεις την καρδιά τόσο καλή, τόσο γλυκή,
που μες στα βρόχια της οργής ταχιά θε να σπαράξεις

Πως οι δρόμοι ευωδάνε με βάγια στρωμένοι
ηλιοπάτητοι δρόμοι και γύρω μπαξέδες!
Η χαρά της γιορτής όλο πιότερο αξαίνει
και μακριάθε βογκάει και μακριάθε ανεβαίνει.

Τη χαρά σου, Λαοθάλασσα, κύμα το κύμα,
των αλλώνε τα μίση καιρό τηνε θρέφαν
κι αν η μαύρη σου κάκητα δίψαε το κρίμα,
να που βρήκε το θύμα της, άκακο θύμα!

Α! πώς είχα σα μάνα κ΄εγώ λαχταρήσει
(ήταν όνειρο κ΄΄εμεινεν, άχνα και πάει)
σαν και τ΄άλλα σου αδέρφια να σ΄είχα γεννήσει
κι΄από δόξες αλάργα κι αλάργ΄από μίση!

Ένα κόκκινο σπίτι σ΄αυλή με πηγάδι…
και μιά δράνα γιομάτη τσαμπιά κεχριμπάρι…
νοικοκύρης καλός να γυρνάς κάθε βράδυ,
το χρυσό, σιγαλό και γλυκό σαν το λάδι.

Κι άμ΄ανοίγεις την πόρτα με πριόνια στο χέρι,
με τα ρούχα γεματα ψιλό ροκανίδι,
(άσπρα γένια, άσπρα χέρια) η συμβία περιστέρι
ν΄ανασενει βαθιά τ΄όλο κέδρον αγέρι.

Κι αφού λίγο σταθείς και το σπίτι γεμίσει
τον καλό σου τον ίσκιο, Πατέρα κι Αφέντη,
η ακριβή σου να βγαίνει νερό να σου χύσει,
ο ανυπόμονος δείπνος με γέλια ν΄αρχίσει.

Κι ο κατάχρονος θάνατος θα΄τανε μέλι
και πολλή φύτρα θ΄άφηνες τέκνα κι αγγόνια
καθενού και κοπάδι, χωράφι κι αμπέλι,
τ΄αργαστήρι εκεινού, που την τέχνη σου θέλει.

Κατεβάζω στα μάτια τη μαύρη ομπόλια,
για να πάψει κι ο νους με τα μάτια να βλέπει…
Ξεφαντώνουν τ΄αηδόνια στα γύρω περβόλια,
λεϊμονιάς σε κυκλώνει λεπτή μοσκοβόλια.

Φεύγεις πάνου στην άνοιξη, γιέ μου καλέ μου,
Άνοιξή μου γλυκιά, γυρισμό που δεν εχεις.
Η ομορφιά σου βασίλεψε κίτρινη γιέ μου,
δε μιλάς, δεν κοιτάς, πώς μαδιέμαι, γλυκέ μου!

Καθώς κλαίει, σαν της πέρνουν το τέκνο, η δαμάλα,
ξεφωνίζω και νόημα δεν έχουν τα λόγια.
Στύλωσέ μου τα δυό σου τα μάτια μεγάλα:
τρέχουν αίμα τα στήθια, που βύζαξες γάλα.

Πώς αδύναμη στάθηκε τόσο η καρδιά σου
στα λαμπρά Γεροσόλυμα Καίσαρας νά μπεις!
Αν τα πλήθη αλαλάζανε ξώφρενα (αλιά σου!)
δεν ηξέραν ακόμα ούτε ποιό τ΄όνομά σου!

Κει στο πλάγι δαγκάναν οι οχτροί σου τα χείλη…
Δολερά ξεσηκώσανε τ΄άγνωμα πλήθη
κι όσο ο γήλιος να πέσει και νά΄ρθει το δείλι,
το σταυρό σου καρφώσαν οι οχτροί σου κ΄οι φίλοι.

Μα γιατί να σταθείς να σε πιάσουν! Κι΄ακόμα,
σα ρωτήσανε:”Ποίος ο Χριστός;” τ είπες”Να με”!
Αχ! δεν ξέρει, τι λέει το πικρό μου το στόμα!
Τριάντα χρόνια παιδί μου δε σ’ έμαθ΄ακόμα!

Η μάνα του Χριστού
(μελοποιημένο από τον Ν. Μαμαγκάκη)

Δείτε ακόμα...