Κλιμακώνεται η ένταση στις σχέσεις Ινδίας-Πακιστάν, με αφορμή την φονική επίθεση της 22ας Απριλίου στο τουριστικό θέρετρο Παχαλγκάμ του ινδικού Κασμίρ, με 26 νεκρούς, φέρνοντας τις δύο πυρηνικές δυνάμεις στα πρόθυρα στρατιωτικής αντιπαράθεσης.
Η ευθύνη αποδόθηκε στο Μέτωπο της Αντίστασης (TRF), παρακλάδι της πακιστανικής Λασκάρ-ε-Τάιμπα, με την Ινδία να κατηγορεί το Ισλαμαμπάντ για υποκίνηση τρομοκρατίας και το Πακιστάν να απορρίπτει τις κατηγορίες ως «αβάσιμες», απαιτώντας αποδείξεις.
Η Ινδία ανέστειλε τη Συνθήκη για τα Ύδατα του Ινδού, έκλεισε το συνοριακό πέρασμα Attari-Wagah, απέλασε Πακιστανούς διπλωμάτες και ακύρωσε θεωρήσεις εισόδου.
Το Πακιστάν ανταπάντησε κλείνοντας τον εναέριο χώρο του για ινδικά αεροσκάφη, αναστέλλοντας το εμπόριο, μειώνοντας το διπλωματικό προσωπικό της Ινδίας στο Ισλαμαμπάντ και διακόπτοντας ένα έργο άρδευσης καναλιών. Το Πακιστάν κατηγόρησε την Ινδία ότι διεξάγει «πόλεμο χαμηλής έντασης», δηλώνοντας ότι είναι έτοιμο να αντιδράσει, θεωρώντας κάθε παρεμπόδιση στη ροή νερού «πράξη πολέμου».
Ο ΟΗΕ, μέσω του εκπροσώπου Στεφάν Ντιζαρίκ, κάλεσε για «μέγιστη αυτοσυγκράτηση», προειδοποιώντας για τον κίνδυνο στρατιωτικής κλιμάκωσης, ενώ οι ΗΠΑ εξέφρασαν τη στήριξή τους στην Ινδία.
Το Κασμίρ, διαιρεμένο από το 1947, αποτελεί πεδίο ανταγωνισμού μεταξύ Ινδίας και Πακιστάν, με τρεις πολέμους και συνεχείς συγκρούσεις από το 1989, που έχουν κοστίσει δεκάδες χιλιάδες ζωές. Η κατάργηση της αυτονομίας του ινδικού Κασμίρ το 2019 από την κυβέρνηση Μόντι ενίσχυσε την ένταση, με το Πακιστάν να κατηγορεί την Ινδία για «ινδουιστική κυριαρχία» σε μια περιοχή με μουσουλμανική πλειοψηφία.



