ΗΠΑ: Περισσότερα χρήματα για το Πεντάγωνο, μετά την αποχώρηση από το Αφγανιστάν

Το Αμερικανικό Πεντάγωνο

Η άτακτη και χωρίς σχέδιο εγκατάλειψη του Αφγανιστάν, κάτι που πολλοί στην Αμερική χαρακτηρίζουν ως ήττα, σύμφωνα με την ιστοσελίδα theintercept.com, φέρνει το Κογκρέσο στα πρόθυρα να αυξήσει τις στρατιωτικές δαπάνες στα 740 δισ. δολάρια!

Για την ιστορία και μόνο, το μεσημέρι της 15ης Αυγούστου, ο πρόεδρος του Αφγανιστάν, Ασράφ Γκάνι, ενημερώθηκε από έναν σύμβουλο ότι μαχητές των Ταλιμπάν είχαν μπει στο προεδρικό μέγαρο και τον αναζητούσαν δωμάτιο προς δωμάτιο. Αυτό δεν ήταν αλήθεια, αλλά ο Γκάνι, έχοντας επίγνωση ότι οι έκπτωτοι πρόεδροι δεν έχουν τύχη στη χώρα του, επιβιβάστηκε ο ίδιος και η σύζυγός του σε ένα στρατιωτικό ελικόπτερο και διέφυγε στο Ουζμπεκιστάν. Χωρίς να έχει χρόνο να πάρει προσωπικά αντικείμενα, έφυγε από την Καμπούλ με πλαστικά σανδάλια και ένα λεπτό παλτό, σύμφωνα με την Washington Post εκείνης της ημέρας.

Τι ακολούθησε; Μια σχεδόν άτακτη αποχώρηση όλων των στρατευμάτων που είχαν σπεύσει προς «βοήθεια» της χώρας. Από την άλλη, απελπισμένοι Αφγανοί που είχαν βοηθήσει επί 20 χρόνια όλες αυτές τις αποστολές να προσπαθούν να βρουν έναν τρόπο να διαφύγουν μαζί με τις στρατιωτικές αποστολές. Οι εικόνες από το αεροδρόμιο της Καμπούλ, όπου απελπισμένοι Αφγανοί προσκολλήθηκαν στα πλευρά ενός αεροπλάνου των ΗΠΑ που αναχωρούσε, πανικόβλητες οικογένειες να προσπαθούν να επιβιβαστούν στον μειωμένο αριθμό των πτήσεων εκκένωσης, αγωνία, πόνος εγκατάλειψη παντού. Λίγο πριν τα μεσάνυχτα της 30ης Αυγούστου, το τελευταίο αεροσκάφος των ΗΠΑ και ο τελευταίος στρατιώτης των ΗΠΑ βγήκαν από την Καμπούλ.

Αυτή η κατάσταση, σύμφωνα με τον αρθρογράφο Peter Maass, θα έπρεπε να προβληματίσει όσους ασχολούνται με τις ένοπλες δυνάμεις των ΗΠΑ, αναθεωρώντας, ενδεχομένως, ακόμη και τη διαρκή αύξηση των στρατιωτικών δαπανών, που, να σημειωθεί, έχει μικρή λαϊκή υποστήριξη. Ακόμη και πριν από την πτώση της Καμπούλ, οι δημοσκοπήσεις έδειχναν σταθερά ότι μόνο μια μειοψηφία Αμερικανών πιστεύει ότι οι ΗΠΑ πρέπει να ξοδέψουν περισσότερα για την άμυνά τους, μόλις το 26%, σε έρευνα που διεξήχθη από την Gallup τον Φεβρουάριο. Και την ημέρα που οι ΗΠΑ αποχώρησαν από το Αφγανιστάν, η βουλευτής Barbara Lee από την Καλιφόρνια, το μοναδικό μέλος του Κογκρέσου που ψήφισε κατά της εισβολής το 2001, κάλεσε τους Ρεπουμπλικάνους και τους Δημοκρατικούς να αναδιαμορφώσουν επιτέλους τις προτεραιότητες δαπανών της χώρας, σημειώνοντας: «Τώρα είναι η ώρα να μετατοπίσουμε τις επενδύσεις μας μακριά από ατελείωτους πολέμους και προς την αντιμετώπιση των ανθρώπινων αναγκών».

Όμως αυτό που συμβαίνει τώρα, έχει ξεκινήσει τον Απρίλιο, όταν ο Πρόεδρος Τζο Μπάιντεν πρότεινε προϋπολογισμό για το Πεντάγωνο ύψους 715 δισεκατομμυρίων δολαρίων για το 2022, αύξηση 1,6% από το 2021. Τον Ιούλιο, η Επιτροπή για τις Αμυντικές Δαπάνες της Γερουσίας πρόσθεσε 25 δισεκατομμύρια δολάρια στην πρόταση του Μπάιντεν. Αυτό το «plus-up», όπως λέγεται, αύξησε τον προϋπολογισμό στα 740 δισ. δολάρια, αύξηση 5% σε σχέση με το 2021.

Όπως γίνεται αντιληπτό, οι στρατιωτικές δαπάνες την επόμενη δεκαετία, με αυτό το ρυθμό, θα ξεπεράσουν εύκολα τα 7 τρισεκατομμύρια δολάρια, ή τέσσερις φορές περισσότερο από το πρόγραμμα Build Back Back Better των 1,75 τρισεκατομμυρίων δολαρίων που προσπαθεί να προωθήσει ο Μπάιντεν στο Κογκρέσο.

Στις 2 Σεπτεμβρίου, η Επιτροπή για τις Αμυντικές Δαπάνες της Βουλής συνεδρίασε για να εξετάσει τον στρατιωτικό προϋπολογισμό και, όπως ήταν αναμενόμενο, πυροδότησε μια συζήτηση στην οποία ένας από τους ισχυρότερους υποστηρικτές του «plus-up» ήταν η βουλευτής των Δημοκρατικών, Elaine Luria, πρώην αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού.

«Με μία λέξη, μπορούμε να συνοψίσουμε το «γιατί» και αυτό είναι η Κίνα», είπε η Luria. «Τερματίζουμε τη μεγαλύτερη σύγκρουσή μας εδώ και 20 χρόνια, αλλά περισσότερο από ποτέ, ο κόσμος παρακολουθεί τι κάνουμε εδώ σήμερα. Αυτή τη στιγμή υπάρχουν εχθροί που προσπαθούν να μας επιτεθούν και να μας βλάψουν».

Αυτή είναι μια κατάσταση που συνεχίζεται επί δεκαετίες. Όταν μια απειλή εξαφανίζεται, μια άλλη εμφανίζεται ακριβώς την κατάλληλη στιγμή. Ο λεγόμενος πόλεμος κατά της τρομοκρατίας είναι μια κατάσταση που πλέον έχει μπει σε δεύτερο πλάνο, καθώς τώρα υπάρχει η Κίνα, η οποία αφιερώνει δύο τρίτα λιγότερα στην άμυνά της από τις ΗΠΑ και δεν σχεδιάζει επιθέσεις τύπου 9/11 στην πατρίδα — αλλά «Σπούτνικ».

Τελικά, η επιτροπή ψήφισε με 42-17 υπέρ της αύξησης του προϋπολογισμού, με 14 Δημοκρατικούς να ψηφίζουν με 28 Ρεπουμπλικάνους.

«Είναι σαν να μην μάθαμε τίποτα από τα τελευταία 20 χρόνια», είπε η βουλευτής Sara Jacobs, Δημοκρατική από την Καλιφόρνια, κατά τη διάρκεια της συζήτησης. Σημείωσε ότι αντί να διοχετεύονται χρήματα στον στρατό, περισσότεροι πόροι θα μπορούσαν να διατεθούν στη διπλωματία, την εκπαίδευση, τις υποδομές και τη δημόσια υγεία. «Αυτό είναι που θα καθορίσει εάν είμαστε ανταγωνιστικοί με την Κίνα, όχι εάν έχουμε ένα ακόμη F-35 που ακόμη και το Πεντάγωνο λέει ότι δεν χρειάζεται», κατέληξε.

Κατά τη διάρκεια του πολέμου του Βιετνάμ ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ Τζούνιορ, προειδοποίησε το 1967: «Ένα έθνος που συνεχίζει χρόνο με το χρόνο να ξοδεύει περισσότερα χρήματα για στρατιωτική άμυνα παρά σε προγράμματα κοινωνικής ανάτασης πλησιάζει στον πνευματικό θάνατο».

Για να διαπιστώσει ο παρατηρητής τι ακριβώς συμβαίνει στις ΗΠΑ, έχει σημασία να δει ποιοι επενδύουν και ποιοι αγοράζουν ακίνητα.

Τον περασμένο μήνα, ένας πλούσιος αγοραστής πλήρωσε 20,9 εκατομμύρια δολάρια για μια έπαυλη με 8.600 τετραγωνικά πόδια χώρο που περιλαμβάνει πέντε υπνοδωμάτια, επτά μπάνια και μια εσωτερική αυλή. Το όνομα του αγοραστή, σύμφωνα πληροφορία που κοινοποιήθηκε ευρέως στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, είναι Daoud Wardak. Λίγα είναι γνωστά για τον Wardak εκτός από το ότι ο πατέρας του ήταν υπουργός Άμυνας στο Αφγανιστάν και ο μεγαλύτερος αδερφός του ίδρυσε μια εταιρεία logistics που προσέφερε περισσότερα από 250 εκ. δολάρια σε αμερικανικές στρατιωτικές συμβάσεις.

Δεν είναι σαφές πώς ο Wardak μπόρεσε να αγοράσει τη νέα του κατοικία ή το διαμέρισμα 5,2 εκατομμυρίων δολαρίων που διαθέτει επίσης στο Miami Beach της Φλόριντα. Αλλά αυτό που είναι γνωστό είναι ότι σχεδόν οι μισές από τις στρατιωτικές δαπάνες των ΗΠΑ από την 11η Σεπτεμβρίου, σε σύνολο περίπου 14 τρισ. δολαρίων, έχουν πάει στη στρατιωτική βιομηχανία, όπως η Raytheon και η General Dynamics, αλλά και σε εταιρείες με κεντρικά γραφεία που είναι ταχυδρομικές θυρίδες. Τα χρηματικά ποσά που δόθηκαν δεν είναι γνωστά, καθώς το Πεντάγωνο δεν έχει ελεγχθεί ποτέ και μέχρι πρόσφατα ουδείς προσπάθησε να διενεργήσει έλεγχο.

Αυτό το σενάριο προβλέφθηκε το 1961 από τον Πρόεδρο Ντουάιτ Αϊζενχάουερ, ο οποίος προειδοποίησε στην αποχαιρετιστήρια ομιλία του για την άνοδο ενός στρατιωτικο-βιομηχανικού συστήματος. Οι αριθμοί είναι εκπληκτικοί. Από το 2001, οι πέντε μεγαλύτεροι κατασκευαστές όπλων στις ΗΠΑ έχουν ξοδέψει περισσότερα από 1,1 δις δολάρια ασκώντας πίεση στην κυβέρνηση και αυτό το νούμερο δεν περιλαμβάνει καν τις δωρεές τους σε υποψηφίους, τη χρηματοδότησή τους σε δεξαμενές σκέψης ή τις αμοιβές τους σε στρατηγούς που γίνονται μέλη του διοικητικού συμβουλίου (https://www.alt.gr/ipa-the-spoils-of-war-i-pos-ta-kerdi-orizoyn-tin-epi/), όταν αποστρατευτούν. Αυτές οι επενδύσεις έχουν αποδώσει, σύμφωνα με τον Stephen Semler του Ινστιτούτου Security Policy Reform, περισσότερα από 2 τρισεκατομμύρια δολάρια σε κρατικές συμβάσεις από το 2001.

Και μετά υπάρχει η πρακτική των συγκοινωνούντων δοχείων. Ο Μπάιντεν επέλεξε για υπουργό άμυνας ένα μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Raytheon, τον στρατηγό Λόιντ Όστιν, ο οποίος έλαβε αμοιβή έως και 1,7 εκατομμυρίων δολαρίων όταν αποχώρησε από την εταιρεία. Ο Όστιν ήταν επίσης μέλος του συμβουλίου εθνικής ασφάλειας της εταιρείας Booz Allen Hamilton, όπου έλαβε αμοιβή 200.000 δολάρια τη χρονιά πριν γίνει υπουργός Άμυνας. Τα συγκοινωνούντα δοχεία λειτούργησαν και κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης Τραμπ: ο τελευταίος υπουργός Άμυνας του Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, Μαρκ Έσπερ, ήταν εκπρόσωπος ομάδας εταιρειών συμφερόντων της Raytheon πριν ενταχθεί στο υπουργικό συμβούλιο και η εταιρεία του έδωσε αμοιβή περισσότερα από 1,5 εκατομμύριο δολάρια την τελευταία του χρονιά.

Η κατάσταση αυτή συνεχίζεται, καθώς μόλις τον περασμένο μήνα, η επικεφαλής των πωλήσεων στρατιωτικού υλικού στο εξωτερικό του Πενταγώνου, Χάιντι Γκραντ, άφησε την κυβερνητική της θέση και μια μέρα αργότερα ξεκίνησε τη νέα της ως αντιπρόεδρος επιχειρηματικής ανάπτυξης της Boeing. Η σχέση της αμυντικής βιομηχανίας και της κυβέρνησης, έχει φτάσει να είναι δυσδιάκριτη, κάτι που επισημάνθηκε και σε τηλεδιάσκεψη τον περασμένο μήνα μεταξύ των επενδυτών και του διευθύνοντος συμβούλου της Raytheon, μιας από τις μεγαλύτερες παραγωγούς όπλων στις ΗΠΑ.

«Οι αμυντικές δαπάνες είναι ακομμάτιστες», σημείωσε ο Γκρέγκορι Χέις, ο Διευθύνων Σύμβουλος της Raytheon του οποίου η αποζημίωση ξεπέρασε τα 20 εκατομμύρια δολάρια πέρυσι. «Είμαστε ευχαριστημένοι που βλέπουμε το Κογκρέσο να υποστηρίζει τον προϋπολογισμό του προέδρου που έχει ευθυγραμμιστεί με τις επενδύσεις μας».

Να σημειωθεί πως πριν από ένα χρόνο, μια ομάδα Δημοκρατικών της Βουλής των Αντιπροσώπων με επικεφαλής την Λι και τον βουλευτή Mark Pocan, ενώθηκαν για να υποστηρίξουν μια τροπολογία για τη μείωση των στρατιωτικών δαπανών των ΗΠΑ κατά 10%. Συγκέντρωσαν βουλευτές, με αποτέλεσμα η τροποποίηση να μην περάσει. Ήταν μια προσπάθεια να μειωθεί η απόσταση μεταξύ των στρατιωτικών δαπανών και της κοινής λογικής.

Οι 96 βουλευτές δημιούργησαν την Ομάδα για τη μείωση των αμυντικών δαπανών και έστειλαν μια επιστολή στον Μπάιντεν τον Μάρτιο για να του υπενθυμίσουν ότι εάν ο προϋπολογισμός του Πενταγώνου μειωνόταν κατά 10%, θα εξακολουθούσε να είναι μεγαλύτερος από τους 10 μεγαλύτερους στρατούς μαζί (εκ των οποίων οι περισσότεροι είναι σύμμαχοι των ΗΠΑ). Υποστήριξαν ότι ο πόλεμος κατά της τρομοκρατίας θα μπορούσε να είναι ένα μάθημα, καθώς όχι μόνο κόστισε τρισεκατομμύρια δολάρια, αλλά στοίχισε και τη ζωή σε περισσότερους από 7.000 αμερικανούς στρατιώτες και εκατοντάδες χιλιάδες Ιρακινούς και Αφγανούς αμάχους. «Η υπόθεση μιας στρατιωτικοκεντρικής εξωτερικής πολιτικής είναι αποτυχία», ανέφεραν στην επιστολή τους, πολύ πριν την πτώση της Καμπούλ.

Στις 22 Σεπτεμβρίου, ο προϋπολογισμός των 740 δισεκατομμυρίων δολαρίων, ο οποίος είχε εγκριθεί από την Επιτροπή Αμυντικών Δαπανών, έφτασε για ψήφιση στη Βουλή, όπου έγινε μια σύντομη συζήτηση για την τροπολογία για τη μείωσή του κατά 10%. Ο εκπρόσωπος των Ρεπουμπλικάνων Mike Rogers, επικαλέστηκε την Κίνα και προειδοποίησε για «καταστροφικές επιπτώσεις στην εκπαίδευση και την ετοιμότητά μας» εάν υπάρξουν περικοπές. Η παρατήρησή του προκάλεσε την έντονη αντίδραση από τη βουλευτή των Δημοκρατικών Alexandria Ocasio-Cortez, η οποία είπε ότι δεν απειλήθηκε η ετοιμότητα του στρατού αλλά «τα περιθώρια κέρδους των αμυντικών βιομηχανιών».

Η τροπολογία συγκέντρωσε μόνο 86 ψήφους, όλες από τους Δημοκρατικούς, οι οποίες ήταν λιγότερες από τις 93 ψήφους που είχαν ένα χρόνο νωρίτερα, πριν από τον εξευτελισμό στο Αφγανιστάν.

Υπήρχαν αρκετοί λόγοι που τα πήγε χειρότερα, συμπεριλαμβανομένου του γεγονότος ότι φέτος ο προϋπολογισμός του Πενταγώνου προήλθε από Δημοκρατική και όχι Ρεπουμπλικανική κυβέρνηση. Ήταν ένας εύκολος τρόπος για τους Δημοκρατικούς να επισημάνουν την ελαφρά ανησυχία τους για τις στρατιωτικές δαπάνες χωρίς να αντιταχθούν στον πρόεδρό τους ή να επιδιώξουν πραγματική μείωση.

Η Βουλή ενέκρινε τον προϋπολογισμό των 740 δισεκατομμυρίων δολαρίων με ισχυρή υποστήριξη και από τα δύο μέρη. Ο προϋπολογισμός βρίσκεται πλέον στα χέρια της ολομέλειας της Γερουσίας, η οποία αναμένεται να τον ψηφίσει σύντομα. Παρά την αποτυχία στο Αφγανιστάν, φαίνεται μικρή η πιθανότητα επιβράδυνσης των στρατιωτικών δαπανών των ΗΠΑ.

Αξίζει να τονιστεί ότι οι γερουσιαστές Μάικ Ρότζερς και Μάικ Τέρνερ πολύ πρόσφατα, προέτρεψαν τον πρόεδρο των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν να εξοπλίσει περαιτέρω την Ουκρανία και να «αναπτύξει αμερικανική στρατιωτική παρουσία στη Μαύρη Θάλασσα» για να προειδοποιήσει και να αποτρέψει μια νέα απειλή εισβολής από τις ρωσικές δυνάμεις.

«Με την πρόσφατη συγκέντρωση ρωσικών δυνάμεων στα ουκρανικά σύνορα, προτρέπουμε την κυβέρνησή σας να αναλάβει άμεση και ταχεία δράση για να παράσχει υποστήριξη στην Ουκρανία με τη μορφή πληροφοριών και όπλων», γράφουν στην επιστολή που στάλθηκε την Παρασκευή 5/11, ο Ρότζερς από την Αλαμπάμα και ο Τέρνερ από το Οχάιο, με επιστολή προς τον Μπάιντεν, την οποία εξασφάλισε το Defense News. Ο Ρότζερς και ο Τέρνερ είναι μέλη, αντίστοιχα, της Επιτροπής Ενόπλων Υπηρεσιών της Βουλής και της Υποεπιτροπής Στρατιωτικών Δυνάμεων.

Παρακολουθώντας τα όσα συμβαίνουν στις ΗΠΑ, την έντονη κινητικότητα που παρατηρείται με τις δύο συμφωνίες OUAD και AUKUS, την εντυπωσιακή αύξηση των στρατιωτικών δαπανών για το επόμενο έτος, την διαρκή πίεση προς Ρωσία και Κίνα, μόνο ήσυχοι δεν μπορούμε να αισθανόμαστε. Θεωρείται δε επιεικώς αστεία πως όλα αυτά γίνονται για την παγκόσμια ειρήνη και ασφάλεια. Όταν δαπανώνται τέτοια ποσά για την αμυντική βιομηχανία, όταν διαρκώς ενισχύεται το οπλοστάσιο με νέα οπλικά συστήματα, όταν οι συμφωνίες που υπογράφονται διαμορφώνουν συμμαχίες που προκαλούν πιέσεις σε δυο άλλες μεγάλες δυνάμεις, η παγκόσμια ειρήνη αρχίζει να κλυδωνίζεται επικίνδυνα.

Οι μικρές εστίες πολέμου σε πολλά σημεία του πλανήτη συντηρούν την κατάσταση ανασφάλειας, καθώς η εκμετάλλευση των αδύναμων γίνεται όλο και πιο έντονη.

ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-ΕΕ δεν μπορούν να εγγυηθούν ασφάλεια και ειρήνη. Το μόνο που μπορούν να εγγυηθούν είναι κι άλλο αίμα κι άλλη καταστροφή κι άλλη προσφυγιά κι άλλη δυστυχία. Όλα τα μηνύματα που έρχονται αυτό μεταφέρουν.

Κι οι λαοί οφείλουν να είναι έτοιμοι. Όχι για να αλληλοσπαραχτούν, αλλά για να δώσουν τη δική τους απάντηση, όχι πια!

Γιάννης Αγγέλου
Σχης (ΜΧ) εα
MBA, Ms’c

Ετικέτες:

Δείτε ακόμα...