Η απάντηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σε ερώτηση της Ευρωκοινοβουλευτικής Ομάδας του ΚΚΕ που υπέβαλαν οι ευρωβουλευτές του Κόμματος, Κώστας Παπαδάκης και Λευτέρης Νικολάου-Αλαβάνος, επιβεβαιώνει πλήρως ότι η περιβόητη οδηγία της ΕΕ για τους «επαρκείς κατώτατους μισθούς» όχι μόνο δε διασφαλίζει καθολικές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, αλλά αφήνει ανοιχτό το πεδίο σε κυβερνήσεις και εργοδοσία να διατηρούν χαμηλούς μισθούς, ελαστικές μορφές απασχόλησης και αντεργατικά πλαίσια, στο όνομα της «ανταγωνιστικότητας» και της κερδοφορίας των επιχειρηματικών ομίλων.
«Η ίδια η Επιτροπή ομολογεί ότι η οδηγία δεν επιβάλλει την καθολική εφαρμογή των ΣΣΕ, ούτε υποχρεώνει τα κράτη να κατοχυρώνουν δεσμευτικά δικαιώματα για τους εργαζόμενους» επισημαίνει η Ευρωκοινοβουλευτική Ομάδα του ΚΚΕ και προσθέτει:
«Η Κομισιόν αφήνει τα πάντα στις κυβερνήσεις, δηλαδή στην εργοδοσία, που στην πράξη διαμορφώνει το πλαίσιο των μισθών και των εργασιακών σχέσεων με κριτήριο την κερδοφορία των ομίλων. Τα περί ”σχεδίων δράσης” και ”προώθησης του κοινωνικού διαλόγου” αποτελούν το γνωστό ευρωενωσιακό περιτύλιγμα πίσω από το οποίο προωθείται η στρατηγική συμπίεσης των μισθών και προσαρμογής των εργασιακών δικαιωμάτων στις ανάγκες της κερδοφορίας του κεφαλαίου.
Άλλωστε, η πραγματικότητα μέσα στην ίδια την ΕΕ είναι αποκαλυπτική. Σε 21 κράτη-μέλη ο κατώτατος μισθός καθορίζεται κυβερνητικά και όχι μέσω ελεύθερων συλλογικών διαπραγματεύσεων, ενώ σε 14 χώρες παραμένει κάτω από τα 1.000 ευρώ μεικτά. Αυτή είναι η ”σύγκλιση” και η ”κοινωνική Ευρώπη” που διαφημίζουν η ΕΕ και οι κυβερνήσεις της.
Την ίδια στιγμή, η Επιτροπή ”κάνει πλάτες” στο νόμο 5278/2026 της κυβέρνησης της ΝΔ, ισχυριζόμενη ότι ακόμη… εξετάζει τη συμβατότητα της λεγόμενης ”κοινωνικής συμφωνίας” με την οδηγία της ΕΕ. Δηλαδή, η Κομισιόν συνεχίζει να… ”εξετάζει” το αντεργατικό περιεχόμενο ενός νόμου που διατηρεί όλο το μνημονιακό οπλοστάσιο, ενισχύει την επιρροή της εργοδοσίας στις συλλογικές διαπραγματεύσεις, αναβαθμίζει τον κρατικό έλεγχο και ενισχύει τους μηχανισμούς χειραγώγησης του συνδικαλιστικού κινήματος, θέτοντας νέους φραγμούς στη συλλογική οργάνωση και αγωνιστική διεκδίκηση των εργαζομένων.
Η πολιτική αυτή αποτελεί πλευρά της συνολικότερης στρατηγικής της ΕΕ και των κυβερνήσεών της, όταν η ένταση των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, η πολεμική προετοιμασία και η τεράστια αύξηση των στρατιωτικών δαπανών προϋποθέτουν νέα χτυπήματα στα εργατικά δικαιώματα. Την ώρα που δισεκατομμύρια ευρώ κατευθύνονται στην πολεμική βιομηχανία και στα επενδυτικά προγράμματα των επιχειρηματικών ομίλων, για τους εργαζόμενους προορίζονται μισθοί που εξανεμίζονται στα μέσα του μήνα από την ακρίβεια, διευρυμένη ελαστική εργασία και συνεχής υπονόμευση των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας.
Η ίδια η πραγματικότητα διαψεύδει το αφήγημα της ”κοινωνικής Ευρώπης”. Η ανάπτυξη που επικαλούνται κυβέρνηση και ΕΕ στηρίζεται στην ένταση της εκμετάλλευσης, στη μείωση του λεγόμενου ”εργατικού κόστους” και στη θωράκιση της κερδοφορίας των επιχειρηματικών ομίλων. Γι’ αυτό διατηρούνται κι επεκτείνονται όλοι οι αντεργατικοί μνημονιακοί νόμοι, ενώ προωθούνται νέοι μηχανισμοί κρατικής και εργοδοτικής παρέμβασης στις συλλογικές διαδικασίες και στη συνδικαλιστική δράση.
Απέναντι σε αυτή την πολιτική, η διεκδίκηση πραγματικών Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας με καθολική ισχύ, σταθερού ημερήσιου χρόνου εργασίας, ουσιαστικών αυξήσεων στους μισθούς και πλήρους κατάργησης του αντεργατικού πλαισίου περνά μέσα από την οργανωμένη πάλη των εργαζομένων απέναντι στην πολιτική ΕΕ – κυβερνήσεων – εργοδοσίας, αποδεικνύοντας στην πράξη ότι για να κερδίσουν οι εργαζόμενοι πρέπει να χάσει το μεγάλο κεφάλαιο.
Ακολουθεί η ερώτηση της Ευρωκοινοβουλευτικής Ομάδας του ΚΚΕ:
«Θέμα: Ο νόμος-ταφόπλακα των συλλογικών συμβάσεων εργασίας κατά γράμμα των ευρωενωσιακών οδηγιών.
Κλιμακώνεται η ιμπεριαλιστική επίθεση ΗΠΑ–Ισραήλ στο Ιράν, επιταχύνοντας τη χρηματοδότηση της πολεμικής μηχανής με περικοπές στα εργατικά λαϊκά δικαιώματα.
Η ψήφιση του απαράδεκτου νόμου για τις ΣΣΕ από τη ΝΔ, στο πλαίσιο μιας αντεργατικής στρατηγικής ΕΕ–κυβερνήσεων, επικύρωσε την ”κοινωνική συμφωνία” ενίσχυσης της επιρροής των εργοδοτών στις συλλογικές διαπραγματεύσεις. Ένας ακόμα μηχανισμός θωράκισης της ανταγωνιστικότητας και της κερδοφορίας των επιχειρηματικών ομίλων.
Πώς τοποθετείται η Επιτροπή στο γεγονός ότι:
- Οι αντεργατικές διατάξεις που ενσωματώθηκαν στην ελληνική νομοθεσία, υπονομεύοντας τις ΣΣΕ και συμβάλλοντας στη μακρόχρονη μείωση των μισθών και στην περικοπή των εργασιακών δικαιωμάτων, βασίζονται σε οδηγίες-κατευθύνσεις της ΕΕ, όπως η οδηγία (ΕΕ) 2022/2041 για ”επαρκείς κατώτατους μισθούς” και η οδηγία (ΕΕ) 2019/1152 για ”διαφανείς και προβλέψιμους όρους εργασίας στην ΕΕ”;
- Σε 21 κράτη μέλη της ΕΕ ο κατώτατος μισθός καθορίζεται από τις κυβερνήσεις και στα 14 από αυτά είναι κάτω από 1.000 ευρώ μεικτά, κάτι που βασίζεται στο ότι η οδηγία (ΕΕ) 2022/2041 για ”επαρκείς κατώτατους μισθούς” δεν προβλέπει δεσμευτική υποχρέωση για την κήρυξη των ΣΣΕ ως καθολικά υποχρεωτικών, αλλά περιορίζεται σε μη δεσμευτικές ”συστάσεις” για κατάρτιση ”σχεδίων στο 80% των κρατών μελών για επέκταση συμβάσεων”, χωρίς καμία υποχρέωση υλοποίησης;
- Ο νόμος, βάζοντας τοποτηρητή το κράτος και την εργοδοτική ΓΣΕΕ και διατηρώντας όλους τους μνημονιακούς νόμους, περιορίζει τη συλλογική οργάνωση και δράση των εργαζομένων, και τη δυνατότητα αγωνιστικής διεκδίκησης ΣΣΕ και εργασιακών δικαιωμάτων, ενισχύοντας μηχανισμούς κρατικής-εργοδοτικής παρέμβασης στο συνδικαλιστικό κίνημα, καθώς και την ανταγωνιστικότητα και κερδοφορία επιχειρηματικών ομίλων και ομίλων της πολεμικής βιομηχανίας;
Η απάντηση της εκτελεστικής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής:
«Η αιτιολογική σκέψη 22 της οδηγίας (ΕΕ) 2022/2041 για επαρκείς κατώτατους μισθούς αναφέρει ότι οι εύρυθμα λειτουργούσες συλλογικές διαπραγματεύσεις για τον καθορισμό των μισθών αποτελούν σημαντικό μέσο για τη διασφάλιση της επάρκειας των κατώτατων μισθών.
Η οδηγία (ΕΕ) 2022/2041 περιέχει συγκεκριμένες υποχρεώσεις για τα κράτη μέλη όσον αφορά την προώθηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων (και όχι απλώς μη δεσμευτικές συστάσεις). Ειδικότερα, το άρθρο 4 παράγραφος 2 υποχρεώνει τα κράτη μέλη στα οποία το ποσοστό κάλυψης από συλλογικές διαπραγματεύσεις υπολείπεται του 80 % να εκπονούν σχέδια δράσης για την προώθηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων και να τα κοινοποιούν στην Επιτροπή. Η Επιτροπή καταρτίζει επί του παρόντος την πρώτη της έκθεση προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με την προστασία με τη μορφή κατώτατου μισθού, σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 3 της οδηγίας, η οποία θα περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την ανάλυσή της ως προς τα εν λόγω σχέδια δράσης.
Η Επιτροπή είναι ενήμερη για την έκδοση από την Ελλάδα του νόμου 5278/2026, ο οποίος έχει ως κύριο στόχο την ενίσχυση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, και θα εξετάσει τη συμβατότητά του με τις διατάξεις της οδηγίας (ΕΕ) 2022/2041 στο πλαίσιο της αξιολόγησης της συμμόρφωσης της μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο που διενεργείται επί του παρόντος.
Το άρθρο 1 παράγραφος 3 και παράγραφος 4 στοιχείο β) της οδηγίας (ΕΕ) 2022/2041 ορίζουν ότι η οδηγία δεν θίγει την αρμοδιότητα των κρατών μελών όσον αφορά τον καθορισμό του επιπέδου των κατώτατων μισθών και ότι δεν ερμηνεύεται ως επιβάλλουσα υποχρέωση σε οποιοδήποτε κράτος μέλος να αναγορεύει τις συλλογικές συμβάσεις καθολικά εφαρμοστέες. Επιπλέον, η οδηγία δεν ρυθμίζει τα κριτήρια αντιπροσωπευτικότητας που μπορούν να επιλέξουν να θεσπίσουν τα κράτη μέλη για τη διαπραγμάτευση συλλογικών συμβάσεων.
Τέλος, δεν έχει υποπέσει στην αντίληψη της Επιτροπής τυχόν μη συμμόρφωση του νόμου 5278/2026 με την οδηγία (ΕΕ) 2019/1192».



