Την επιδίωξη της αστικής τάξης της Κίνας και της Ρωσίας να ενισχύσουν τον κοινό βηματισμό τους ως βασικός πυρήνας του υπό διαμόρφωση ευρασιατικού στρατοπέδου στον ιμπεριαλιστικό ανταγωνισμό με το ευρωατλαντικό στρατόπεδο, με βάση τα κοινά τους συμφέροντα -και χωρίς να λείπουν και οι μεταξύ τους αντιθέσεις- επιβεβαίωσαν ο Κινέζος πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ και ο Ρώσος ομόλογός του Βλ. Πούτιν με τις δηλώσεις κατά τη σημερινή τους συνάντηση στο Πεκίνο και την υπογραφή δεκάδων συμφωνιών συνεργασίας σε μια σειρά τομείς.
Σε αυτό το πλαίσιο και στο πλαίσιο της αμφισβήτησης της πρωτοκαθεδρίας των ΗΠΑ στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα, ο Σι Τζινπίνγκ αφού υπογράμμισε την «ολοκληρωμένη εταιρική σχέση και στρατηγική συνεργασία» των δύο χωρών, δήλωσε ότι «ως μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και μεγάλες παγκόσμιες δυνάμεις, η Κίνα και η Ρωσία θα πρέπει, ενόψει των μακροπρόθεσμων συμφερόντων τους, να επιτύχουν εθνική αναζωογόνηση προωθώντας ολοκληρωμένο στρατηγικό συντονισμό υψηλότερης ποιότητας και να οικοδομήσουν ένα πιο δίκαιο και λογικό παγκόσμιο σύστημα διακυβέρνησης».
Ο Κινέζος πρόεδρος ανέφερε τέσσερις βασικές κατευθύνσεις για τη σχέση με τη Μόσχα: Ενίσχυση πολιτικής εμπιστοσύνης με αμοιβαία υποστήριξη σε θεμελιώδη συμφέροντα, περαιτέρω εμβάθυνση οικονομικής συνεργασίας (με το εμπόριο να αυξάνεται κατά περίπου 20% το πρώτο τετράμηνο του 2026), ενίσχυση «ανθρωπιστικών δεσμών» μέσω των ετών Εκπαιδευτικής Συνεργασίας 2026-2027 και κοινή δράση για «μεταρρύθμιση» της «παγκόσμιας διακυβέρνησης».
Ο Σι αντιτάχθηκε στη «μονομερή ηγεμονία» και τον «νόμο της ζούγκλας», ενώ αναφερόμενος στον πόλεμο στη Μέση Ανατολή τόνισε ότι ο «γρήγορος τερματισμός» της σύγκρουσης θα συμβάλει στη μείωση των αναταράξεων στις ενεργειακές αγορές, στις αλυσίδες εφοδιασμού και στο διεθνές εμπόριο. «Η πλήρης παύση του πολέμου δεν μπορεί να καθυστερήσει, η επανέναρξη των εχθροπραξιών είναι ακόμη λιγότερο επιθυμητή και η συνέχιση των διαπραγματεύσεων είναι ιδιαίτερα σημαντική», δήλωσε.
Από την πλευρά του, ο Βλ. Πούτιν δήλωσε ότι οι σχέσεις Κίνας – Ρωσίας «έχουν φτάσει ένα πρωτοφανές επίπεδο», προσθέτοντας ότι «αντιπροσωπεύουν ένα μοντέλο πραγματικά ολοκληρωμένης εταιρικής σχέσης και στρατηγικής αλληλεπίδρασης».
Αναφερόμενος στην πολύ μεγάλη αύξηση των μπίζνες μεταξύ των δύο χωρών, επισήμανε ότι «ακόμη και στο πλαίσιο δυσμενών εξωτερικών παραγόντων, η αλληλεπίδρασή μας και η οικονομική συνεργασία επιδεικνύουν ισχυρή δυναμική. Ο εμπορικός κύκλος εργασιών έχει αυξηθεί περισσότερο από 30 φορές το τελευταίο τέταρτο του αιώνα και έχει ξεπεράσει σταθερά το όριο των 200 δισεκατομμυρίων δολαρίων για αρκετά συνεχόμενα χρόνια», φτάνοντας τα 240 δισ. δολάρια το 2025, με σχεδόν όλες τις συναλλαγές σε ρούβλια και γιουάν.
«Η κινητήρια δύναμη της οικονομικής συνεργασίας είναι η ρωσο-κινεζική αλληλεπίδραση στον ενεργειακό τομέα. Εν μέσω της κρίσης στη Μέση Ανατολή, η Ρωσία συνεχίζει να διατηρεί τον ρόλο της ως αξιόπιστος προμηθευτής πόρων και η Κίνα ως υπεύθυνος καταναλωτής αυτών των πόρων», δήλωσε χαρακτηριστικά ο Ρώσος πρόεδρος.
Πρόσθεσε δε ότι «οι προτεραιότητες περιλαμβάνουν κοινές πρωτοβουλίες μεγάλης κλίμακας στη βιομηχανία, τη γεωργία, τις μεταφορές και, φυσικά, την υψηλή τεχνολογία». Αναφέρθηκε επίσης στην ενίσχυση μεταφορών, τουρισμού και πολιτιστικών ανταλλαγών.
Δήλωσε εξάλλου ότι «στην τρέχουσα τεταμένη διεθνή κατάσταση, η στενή μας συνεργασία είναι ιδιαίτερα απαραίτητη», αναφέροντας ότι «ενισχύουμε τον συντονισμό στον ΟΗΕ, τους BRICS, την G20 και άλλα φόρουμ», ενώ εστίασε στον Οργανισμό Συνεργασίας της Σαγκάης, ο οποίος συμπληρώνει 25 χρόνια και σύμφωνα με τον Πούτιν «έχει γίνει ένα εξαιρετικό παράδειγμα για το πώς να επιλύουμε τα προβλήματα δίκαια και να προωθούμε την ολοκλήρωση σε μια τεράστια κοινή περιοχή».
Συμφωνίες ενεργειακής και στρατιωτικής συνεργασίας
Οι πρόεδροι των δύο χωρών συμφώνησαν να παρατείνουν τη Συνθήκη Καλής Γειτονίας, Φιλίας και Συνεργασίας και υπέγραψαν Κοινή Δήλωση για την ενίσχυση της συνολικής συνεργασίας, καθώς και Κοινή Διακήρυξη «για την εγκαθίδρυση πολυπολικού κόσμου και νέου τύπου διεθνών σχέσεων».
Οι δύο χώρες συμφώνησαν σε νέα κοινά ενεργειακά έργα και συνεργασία στην κατασκευή πυρηνικών σταθμών ηλεκτροπαραγωγής.
Αναφορικά με τον αγωγό φυσικού αερίου «Power of Siberia 2» -έργο για τη μεταφορά ρωσικών υδρογονανθράκων στην Κίνα μέσω Μογγολίας, το οποίο δεν έχει προχωρήσει καθώς το Πεκίνο παζαρεύει μεγαλύτερα οφέλη στην τιμή αγοράς- ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου, Ντμίτρι Πεσκόφ, δήλωσε ότι υπάρχει γενική συνεννόηση με την Κίνα, αλλά οι λεπτομέρειες πρέπει ακόμη να συμφωνηθούν και δεν υπάρχουν σαφή χρονοδιαγράμματα.
Το έργο έχει αποκτήσει νέα σημασία για τη Ρωσία, καθώς οι «δυτικές» κυρώσεις που επιβλήθηκαν μετά την εισβολή της στην Ουκρανία την απέκοψαν από τους περισσότερους Ευρωπαίους πελάτες της.
Δεκάδες ακόμα συμφωνίες υπογράφηκαν στο πλαίσιο και στο περιθώριο της συνάντησης, μεταξύ άλλων για σιδηροδρομικά έργα, για το εμπόριο σε «βιομηχανικά προϊόντα προτεραιότητας», για την αστική ανάπτυξη, για τη συνεργασία μεταξύ Πανεπιστημίων και ΜΜΕ των δύο χωρών κ.ά.
Σημειώνεται εξάλλου ότι τον Βλ. Πούτιν συνοδεύει πολυμελής αντιπροσωπεία υπουργών, επιχειρηματιών και αξιωματούχων, ανάμεσά τους η διοικήτρια της ρωσικής Κεντρικής Τράπεζας και οι επικεφαλής ενεργειακών κολοσσών («Gazprom», «Rosneft»), σύμφωνα με το Κρεμλίνο.
Παράλληλα, οι δύο χώρες εντείνουν τον κοινό βηματισμό και σε στρατιωτικό επίπεδο. Σε κοινή δήλωση αναφέρεται πως «τα μέρη θα συνεχίσουν να ενισχύουν την παραδοσιακή φιλία μεταξύ των ενόπλων δυνάμεων των δύο χωρών, να εμβαθύνουν την αμοιβαία εμπιστοσύνη στον στρατιωτικό τομέα, να βελτιώνουν τους μηχανισμούς συνεργασίας, να επεκτείνουν την πρακτική των κοινών ασκήσεων, των αεροπορικών και θαλάσσιων περιπολιών, να ενισχύουν τον συντονισμό και την αλληλεπίδραση σε διμερή και πολυμερή μορφή, να ανταποκρίνονται από κοινού σε διάφορες προκλήσεις και απειλές και να διατηρούν την παγκόσμια και περιφερειακή ασφάλεια και σταθερότητα».



