Άρχισε να λειτουργεί στη ΓΑΔΑ το λεγόμενο Κέντρο Ιχνηλάτισης για τα κρούσματα του κορονοϊού. Πρόκειται για την υλοποίηση κυβερνητικού σχεδιασμού που ανέλαβε ο υφυπουργός Πολιτικής Προστασίας Νίκος Χαρδαλιάς και παρουσίασε ο Γ.Γ. Πολιτικής Προστασίας Βασίλης Παπαγεωργίου. Ο σχεδιασμός αυτός βασίστηκε στα παλιότερα σχέδια πολιτικής προστασίας από ΡΒΧ απειλές και είχαν αναθεωρηθεί πριν τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας.
Ειδικότερα, προβλέπεται η χρησιμοποίηση ένστολων των Σωμάτων Ασφαλείας (100 άτομα συνολικά) σε καθήκοντα…. υγειονομικού προσωπικού. Συγκεκριμένα, οι αστυνομικοί και οι πυροσβέστες θα επικοινωνούν τηλεφωνικά με τους πολίτες που ανέφεραν στον ΕΟΔΥ(1135 – 2105212054) ότι παρουσιάζουν συμπτώματα του COVID-19 και θα λαμβάνουν ιατρικό ιστορικό, θα ιχνηλατούν τις επαφές του και θα δίνουν περαιτέρω οδηγίες. Για το σκοπό αυτό, ο ΕΟΔΥ θα δίνει καθημερινά στο Κέντρο λίστα με τους κωδικούς αντί τα ονόματα για να προστατεύσει –υποτίθεται- τα προσωπικά δεδομένα, καθώς και τα τηλέφωνα των ασθενών.
Η ανάθεση αυτών των καθηκόντων στους ένστολους των Σωμάτων Ασφαλείας, αποδεικνύει με τον πιο εκκωφαντικό τρόπο την αποτυχία της κυβέρνησης να διαχειριστεί την κρίση με την πανδημία του κορονοϊού στο πλαίσιο των υπηρεσιών υγείας. Είναι συνέπεια της διαχρονικής διάλυσης των δομών του συστήματος υγείας της χώρας, που στην παρούσα φάση στηρίζεται αποκλειστικά στην υπερπροσπάθεια των νοσοκομειακών γιατρών και νοσηλευτών.
Πρόκειται για μια επικίνδυνη απόφαση, αφού ούτε οι αστυνομικοί ούτε οι πυροσβέστες είναι επαγγελματίες υγείας, για να γνωρίζουν με πιο τρόπο μπορούν να πάρουν ένα ιατρικό ιστορικό, δηλαδή να ρωτήσουν τα συμπτώματα που έχει ένας ασθενής, να αντιληφθούν ότι αυτά τον καθιστούν ύποπτο κρούσμα κορονοϊού και πολύ περισσότερο να δώσουν και οδηγίες. Για τον ασθενή το ζήτημα υγείας αποτελεί ευαίσθητο προσωπικό δεδομένο, και η αναφορά του απαιτεί σχέση εμπιστοσύνης που δεν μπορεί να υπάρξει με οποιονδήποτε πέραν από τον ειδικό. Ο ασθενής θα λειτουργήσει εντελώς διαφορετικά στην επαφή του με το υγειονομικό προσωπικό σε σχέση με τους αστυνομικούς και τους πυροσβέστες και στην αναφορά του ιστορικού και στην τήρηση των οδηγιών που πρέπει να ακολουθήσει. Η διαδικασία αυτή μπορεί να δράσει αποτρεπτικά σε όλα τα επίπεδα, ακόμη και για την τήρηση των πραγματικά αναγκαίων μέτρων.
Τέλος, όσον αφορά την προστασία των προσωπικών δεδομένων του ασθενή, κανένα δεν πείθει η αλλαγή του ονόματος με κωδικό, όταν και μόνο για την ιχνηλάτιση θα πρέπει να δώσει πληθώρα στοιχείων που καταγράφονται από τα Σώματα Ασφαλείας. Εξάλλου, η πρόσφατη απόφαση (05/2020) της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, που επιτρέπει το φακέλωμα των εργαζομένων από τις ιδιωτικές επιχειρήσεις με αφορμή τον κορονοϊό, δεν προδικάζει ότι το κράτος και μάλιστα οι μηχανισμοί καταστολής θα μείνουν πίσω.
Γιώργος Παλιούρας
Υποστράτηγος ε.α,
Ελληνικής Αστυνομίας



