Κώστας Σαραντίδης – Ο Έλληνας Βιετμίνχ

Σύντομο βιογραφικό σημείωμα του Κώστα Σαραντίδη (Νγκουϊέν Βαν Λαπ)

Ο Κώστας Σαραντίδης γεννήθηκε το 1927 στη Θεσσαλονίκη από γονείς πρόσφυγες της Μικράς Ασίας. Με επτά αδέρφια και εκτός σχολείου την περίοδο της γερμανικής κατοχής, αναγκάστηκε από μικρός να βγει στο μεροκάματο.

Κώστας Σαραντίδης ή Νγκουϊέν Βαν Λαπ

Συνελήφθη από Έλληνες Γκεσταπίτες και στις 22/9/43 πέρασε τα σύνορα με προορισμό τη Γερμανία ώστε να οδηγηθεί σε ναζιστικό στρατόπεδο για καταναγκαστικά έργα. Στη Γιουγκοσλαβία κατάφερε να δραπετεύσει. Σύντομα βρέθηκε στη Βιέννη μαζί με μία γερμανική στολή που είχε κλέψει και του επέτρεπε να περνάει απαρατήρητος και να παραμείνει ελεύθερος.

Εκεί έκανε διάφορες δουλειές μέχρι το τέλος του πολέμου για να επιβιώσει. Έπειτα βρέθηκε στην Ιταλία, όπου γνώρισε έναν Έλληνα που ήταν στη Λεγεώνα των Ξένων και στις 16/8/1945 εντάχθηκε κι αυτός χωρίς να γνωρίζει τι πραγματικά ήταν. Τον Φλεβάρη του 1946 φτάνει στη Σαϊγκόν της τότε Ινδοκίνας.

Έπειτα από δύο μήνες αυτομολεί και προσχωρεί στις αντάρτικες ομάδες των Βιετκόνγκ. Το 1949 γίνεται μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Βιετνάμ. Πολεμάει στο πλευρό του βιετναμέζικου λαού έως τη συντριβή των Γάλλων και την ανεξαρτησία του Βιετνάμ, που χωρίζεται σε Βόρειο και Νότιο στη Διάσκεψη της Γενεύης.

Στη συνέχεια ζει στο Βόρειο Βιετνάμ έως το 1965, οπότε και επιστρέφει στην Ελλάδα. Το 2010 λαμβάνει τη βιετναμέζικη υπηκοότητα και το 2013 ονομάζεται Ηρωας των Λαϊκών Ενόπλων Δυνάμεων. Εχει στη συλλογή του αρκετούς τιμητικούς τίτλους, με πιο πρόσφατο αυτόν για τη συμπλήρωση των 70 χρόνων ως μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Βιετνάμ.


Τα πρώτα χρόνια

Το 1941 που ήρθαν οι Γερμανοί, εγώ ήμουν εκτός σχολείου διότι δεν είχα γραφτεί στη Νεολαία του Μεταξά, την ΕΟΝ. Κι έτσι, εκείνη την περίοδο γύριζα μια από δω, μια από κει. Στο σπίτι ο πατέρας μου ήταν πολύ αυστηρός, ήμαστε μεγάλη οικογένεια, επτά παιδιά. Τα οικονομικά ήταν στριμωγμένα και αποφάσισα εγώ να σηκωθώ να φύγω από το σπίτι. Οι αιτίες ήταν δυο, μια η φτώχεια και μια γιατί ο πατέρας ήταν πολύ αυστηρός. Σαν μεγαλύτερος που ήμουν, όλες τις μπόρες τις έπαιρνα στο κεφάλι μου κι έτσι έφυγα απ’ το σπίτι. Πήγα και δούλευα στην «Αλλατίνη», στο μύλο, για τους Γερμανούς που κάνανε ψωμιά. Δούλεψα ένα φεγγάρι στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης, φορτώναμε νάρκες, μέχρι που κατέληξα στη μαύρη αγορά στο Βαρδάρη, οδός Αγίας Ειρήνης. Είναι μια οδός… από ειρήνη τίποτα άλλο (γέλια). Πιάστηκα, λοιπόν, απ’ τους Έλληνες Γκεσταπίτες. Με έστειλαν στου Παύλου Μελά, ένα χρονικό διάστημα και από κει στις 22 Σεπτέμβρη του ’43, πέρασα τα σύνορα για τη Γερμανία.

Όλη η διαδρομή έγινε με τα πόδια. Οι Γερμανοί μας παίρνανε απ’ το ένα πόστο στο άλλο. Μας είχαν πάρει μπουλούκι, αιχμάλωτους. Μας πηγαίνανε για έργα – ούτε ξέραμε και για τι. Στη διαδρομή μέσα στη Γιουγκοσλαβία, εγώ κατόρθωσα και την κοπάνησα απ’ το μπουλούκι με τον εξής τρόπο: Ένα τεθωρακισμένο γερμανικό μετέφερε κάτι τραυματίες. Σ’ ένα ρυάκι, εκεί κοντά που ήμουν, σταμάτησαν και μου δώσανε να τους γεμίσω τα παγούρια νερό. Αφού τα γέμισα ανέβηκα, λοιπόν κι εγώ στο όχημα, κλείνει η πόρτα κι έφυγα μαζί τους. Έτσι, μου δόθηκε η ευκαιρία και έφτασα στο Ζάγκρεμπ.

Αγώνας για την επιβίωση

Τώρα στο Ζάγκρεμπ, δουλειά δεν είχα κι άρχισα να κάνω τον «σαλταδόρο». Από τρένο σε τρένο. Μια από δω, μια από κει, όπου υπήρχε τρένο που μετέφερε Γερμανούς στρατιώτες, το ακολουθούσα. Συχνά το τρένο δεν έφτανε στον προορισμό του, βομβαρδιζόταν. Με το βομβαρδισμό που κάνανε, κατεβαίναμε από το τρένο και σαν «πονηρός» Έλληνας έπαιρνα και μια βαλίτσα μαζί. Στις βαλίτσες έβρισκα διάφορα τρόφιμα. Έτυχε μια φορά να βρω γερμανική στολή. Ρούχα δεν είχα και φόρεσα τη στολή η οποία με έσωσε. Ήταν το διαβατήριό μου. Ποτέ κανείς δεν με έλεγχε. Μας κόψανε ένα χαρτί, φύλλο διατροφής. Σε κάθε σταθμό μας δίνανε μια – δυο μέρες διατροφή. Κι έτσι, έφτασα στη Βιέννη. Εκεί έκανα αυτή τη δουλειά, όπως στο Ζάγκρεμπ. Απ’ το ένα τρένο στο άλλο. Το ίδιο και στο Γκρατς, στο Λιντς. Αυτή τη δουλειά μέχρι που τελείωσε ο πόλεμος.

Το τέλος του πολέμου και η προσπάθεια επαναπατρισμού

Πήρα τον δρόμο για την επιστροφή. Κι οι Γερμανοί τραυματίες πήραν το δρόμο για την Ιταλία. Αιχμάλωτοι, πολίτες, αλλά εμένα όμως δεν μου έκοψε να αλλάξω τα ρούχα, να βάλω πολιτικά. Κι όταν φτάσαμε στα σύνορα της Ιταλίας ήταν οι Αμερικανοί εκεί. Μας ξεχώρισαν και μας στείλανε στην Τεργέστη. Από κει πήγαινες στη Νάπολη και από κει στη Ρώμη. Εκεί αντάμωσα κάτι Έλληνες, τον Φιτσιτζόγλου, τον Στέφανο Γκανά και έναν Στραβοπόδη. Πήγαμε στην ελληνική πρεσβεία να ζητήσουμε να έρθουμε στην Ελλάδα, αλλά ο πρέσβης μας είπε ότι στην Ελλάδα υπάρχει εμφύλιος. Εγώ ξαφνιάστηκα, τι είναι εμφύλιος δεν ήξερα. Πολιτικά δεν είχα ιδέα, τίποτα. Κι εφόσον είδαμε ότι δεν γίνεται τίποτα, βρήκαμε τον Στέφανο τον Γκανά ντυμένο Λεγεωνάριο, ο οποίος μας «ψώνισε». Κι έτσι πήγαμε κι εμείς στη Λεγεώνα, για να επιβιώσουμε, τον Αύγουστο του ’45.

Φτάνοντας στη Σαϊγκόν (Χο Τσι Μιν)

Τον Φλεβάρη του ’46 φτάσαμε στη Σαϊγκόν, τη λεγόμενη Χο Τσι Μιν. Φτάνοντας εκεί, είδαμε τα πράγμα διαφορετικά απ’ αυτά που μας λέγανε στη διαδρομή. Στη διαδρομή μας λέγανε να μην πάμε στα μπαρ, να είμαστε πάνω από δυο – τρεις, μας προειδοποιούσαν. Φτάσαμε στη Σαϊγκόν και αντιληφθήκαμε αμέσως περί τίνος πρόκειται.

Θυμάμαι ήταν κάτι παιδάκια που πουλάγανε καρύδες. Εκεί που παζαρεύαμε με έναν πιτσιρικά έρχεται ένας στρατιωτικός του γαλλικού στρατού, δίνει μια του πιτσιρικά και του πετάγονται οι καρύδες. Ξαφνιάστηκα. Διαμαρτυρήθηκα. Λέω «τι έγινε;». Μου λέει ο στρατιωτικός, αύριο θα κάνεις και συ τα ίδια. Από τότε άρχισε το μυαλό μου να σκέφτεται, κάτι δεν πάει καλά. Θυμήθηκα και τι μας κάνανε οι Γερμανοί. Τη νύχτα δεν μπορούσα πλέον να κοιμηθώ. Ώσπου έπιασα μια συζήτηση με μια κοπέλα και κατάλαβα ότι γίνεται επανάσταση. Σαν πιτσιρικάς όμως το μόνο που θυμόμουν απ’ την Ιστορία ήταν τον Λόρδο Βύρωνα. Και λέω γιατί αυτός να γίνει ξακουστός στην Ελλάδα και να μην γίνω κι εγώ ξακουστός εδώ; Κι έτσι, έπιασα σύνδεσμο, αφού ήξερα πλέον περί τίνος πρόκειται, και αποφάσισα στις 4/4/46 να λιποτακτήσω από τη Λεγεώνα.

Ο Σαραντίδης περνά με τους Βιετμίνχ

Αφήνω τη Λεγεώνα μαζί μ’ έναν φίλο Ισπανό κομμουνιστή, τον Σάντος Μερίνος. Συνδεθήκαμε μεταξύ μας, ταιριάξανε και τα μυαλά μας, με καθοδηγούσε σαν μεγαλύτερος και κομμουνιστής, εγώ ήμουν μωρό παιδάκι μπροστά του, δεν ήξερα τίποτα. Μου ‘λεγε συχνά ιστορίες απ’ τον ισπανικό εμφύλιο και τον συμπάθησα. Και του άνοιξα την ψυχή μου. Ενα βράδυ του λέω, «τότε στο βουνό εδώ τι δουλειά έχουμε;». «Εσύ δεν ξέρω. Εγώ αποκλείω να κάτσω εδώ να λερώσω τα χέρια μου». Και συμφωνήσαμε να φύγουμε.

Καταστρώσαμε, λοιπόν, ένα σχέδιο. Συνεννοηθήκαμε με τον Μερίνος να εξαγοράσουμε τον λοχία με κάνα – δυο ποτηράκια κρασί ώστε να μας βάλει την ίδια βάρδια. Κι όπως το πετύχαμε, 2 με 4. Τότε ήταν νέκρα τα πάντα. Πήραμε τα οπλοπολυβόλα μας, κάνα – δυο όπλα ακόμα, μερικές χειροβομβίδες και απελευθερώσαμε και τους 25 Βιετναμέζους αιχμαλώτους.

Αυτοί, όμως, φεύγοντας δεν ήταν από ένα μέρος, ήταν από διάφορες περιοχές. Έτσι, ο καθένας πήρε το δρόμο προς τον προορισμό του. Περνώντας, όμως, μέσα στα χωριά, έγινε σαματάς με τα σκυλιά, γαβγίσματα και οι Γάλλοι πήραν χαμπάρι κι άρχισαν να μας ψάχνουν. Ήταν όμως πολύ αργά.

Έτσι, μετά από δυο μέρες στο βουνό, ο Μπιέν, ο αιχμάλωτος αξιωματικός, έψαξε και με έφερε σε επαφή με το αντάρτικο. Στην Πρώτη Ομάδα εκεί, μας δέχτηκαν με τα χέρια ανοιχτά, αγκαλιές, φιλιά, τόσο ότι γλιτώσαμε τους 25 και τον αξιωματικό, αλλά φέραμε και το οπλοπολυβόλο. Ηταν τόση η χαρά που σφάξαν κι ένα μοσχαράκι.

Έπειτα, με δοκιμάσανε και αφού πέρασα τη δοκιμασία, από εκείνη τη στιγμή μου βγάλανε το όνομα Νγκουιέν Βαν Λαπ και του Μερίνος Νγκουιέν Βαν Βι και μπήκαμε στις γραμμές του αντάρτικου.

«Τις πρώτες μέρες μάς άφησαν να ξεκουραστούμε από την ταλαιπωρία, ώσπου να αποφασίσουν, φαίνεται κι αυτοί, τι θα γίνει. Συγκεκριμένα, μου το ‘χε πει ο αξιωματικός γιατί με δοκίμασαν. Πριν από μένα είχε πάει ένας Γερμανός, λεγόταν Σέβας, τον οποίο είχα ανταμώσει στη Λεγεώνα. Αυτόν τον αφήνανε να οπλοφορεί, κι έτσι μια μέρα πήρε τον Πολιτικό Επίτροπο μαζί του σε μια βόλτα και τον σκότωσε.

Μετά από τρεις μέρες ξεκούραση ξεκινήσαμε δραστηριότητα μαζί με μια διμοιρία όπου με είχαν βάλει. Το πρωί σηκωνόμασταν, κάναμε γυμναστική και πολιτική θεωρία. Αργότερα, αποφάσισαν να μας στείλουν στα Κεντρικά του Βιετνάμ. Η αποστολή περιελάμβανε θάλασσα και πορεία. Διασχίσαμε όλα τα βουνά προς το Βορρά.

Έτσι, έφτασα στο κεντρικό Βιετνάμ που ήταν ελεύθερη ζώνη. Ήταν τέσσερις νομοί ελεύθεροι – Γκονάν, Ντανάν, Φουίεν και Ντενγκ Γκουιγιέν – τέσσερις περιοχές και την ονόμαζαν “Πέμπτη Ζώνη”, το λεγόμενο Λι Χου Ναμ. Ήρθαμε εκεί και ανταμώσαμε κάτι άλλους Ευρωπαίους.

Στις 13 Αυγούστου το Κομμουνιστικό Κόμμα κήρυξε γενική εξέγερση. Γενικεύτηκε ο πόλεμος από το Νότο έως το Βορρά. Το ’45 κηρύχθηκε η ανεξαρτησία του Βιετνάμ και το ’46 γενικεύεται ο πόλεμος.

Στις πολεμικές επιχειρήσεις

Μετά πήγα στο στρατό. Στην αρχή έκανα προπαγάνδα με το μεγάφωνο. Προσκαλούσα τους ξένους, ειδικά τους Γερμανούς – επειδή, ήξερα Γερμανικά – να εγκαταλείψουν τις θέσεις τους, διότι ο θάνατός τους θα ‘ναι άδικος. Δεν έχουν καμιά δουλειά να πολεμήσουν το βιετναμέζικο λαό. Αυτό είχε πάρα πολύ καλό αποτέλεσμα, διότι τότε υπολογίζαμε να πάρουμε ένα – δυο όπλα. Όμως, με το κάλεσμα ήρθαν καμιά 40αριά σύνολο κι έβαλαν από ένα όπλο. Σύνολο 40 όπλα. Τους έκαναν τέτοιο ψυχολογικό πόλεμο που πήγαινα καθημερινά με το μεγάφωνο. Αυτοί ρίχνανε, εγώ έλεγα, ώσπου κάποια στιγμή αναγκάστηκαν υποχρεωτικά να μ’ ακούσουν. Τους έλεγα ότι δεν έρχομαι εναντίον σας, έρχομαι πρώτα να σας ενημερώσω. “Εσείς, σαν Γερμανοί, τι δουλειά έχετε εδώ στο Βιετνάμ;”, τους έλεγα. Και το αποτέλεσμα ήταν πολύ καλό.

Συχνά άλλαζα, όπου χρειαζόντουσαν με στέλνανε είτε για προπαγάνδα ή για το οπλοπολυβόλο, για αντιαεροπορικά. Εκεί έτυχε να είμαι μάλλον κι ο πρώτος στο Βιετνάμ που έριξε το πρώτο αεροπλάνο των Γάλλων. Και από τότε με ζητούσαν όλοι.

Το ’50 απελευθερώνονται τα σύνορα στην Κίνα και αυτοί που είχαν έρθει μαζί μας έως τότε είναι πολλοί. Αποφασίσαμε να τους πάμε στο Βορρά, να περάσουν τα σύνορα. Την αποστολή ανέλαβα εγώ. Έκανα τον δρόμο δύο φορές, κάθε διαδρομή ένα μήνα πορεία.

Στο στρατόπεδο αιχμαλώτων

Μετά πήγα σε Σχολή Αξιωματικών. Δυστυχώς δεν πρόλαβα να την τελειώσω. Τότε αποφάσισαν να ιδρύσουν στρατόπεδα αιχμαλώτων. Με καλεί η Κεντρική Επιτροπή της Πέμπτης Ζώνης και μου λέει “Σύντροφε, τη δουλειά που κάνεις, μπορεί να την κάνει κάποιος άλλος”. Αποφάσισαν, λοιπόν, να αναλάβω το στρατόπεδο αιχμαλώτων νούμερο 3.

Εδώ οι αιχμάλωτοι που ανέλαβα, φτάσανε τις εκατοντάδες. Αυξάνονταν όλο και περισσότερο.

Τους Αφρικανούς που δεν ξέρουν βασικά πράγματα χρειάστηκε να κάνω μία ξεχωριστή ομάδα και να την αφήσω σε ένα γερουδάκι Βιετναμέζο, που ήταν αφρικανολόγος.

Εγώ είχα αναλάβει τους Γερμανούς. Είχαμε κι έναν αξιωματικό που είχε αναλάβει τους αξιωματικούς, γιατί και το επίπεδο μόρφωσής μου ήταν περιορισμένο, 4η Δημοτικού. Όσο να’ ναι, δεν μπορούσα σε ξένη γλώσσα να αναπτύξω μια θεωρία περί μαρξισμού – λενινισμού ή οτιδήποτε θα με ρωτούσαν. Με φέρνανε σε δύσκολη θέση, γιατί συχνά με ρωτούσαν και τους έλεγα αύριο θα σας πω. Κι εγώ με τη σειρά μου, πήγαινα και ρωτούσα τι να τους πω.

Έτσι τα καταφέραμε μέχρι το ’54 που τελείωσε ο πόλεμος. Τους παραδώσαμε όλους. Το ευτύχημα είναι ότι από το δικό μου στρατόπεδο κανείς δεν βγήκε να μας κατηγορήσει. Για μένα, ευτυχώς, δεν ξέρανε ποιος είμαι. Μου λέγαν: “Γάλλος; Δεν είσαι για Γάλλος. Γερμανός; Δεν είσαι για Γερμανός. Ιταλός; Δεν είσαι για Ιταλός. Τι στο καλό είσαι;”. Ευτυχώς δεν είχαμε Έλληνα αιχμάλωτο να προδοθώ. Γι’ αυτό άλλαξα και το όνομα από Λαπ, το έκανα Λιτ. Με φωνάζανε Σεπ Λιτ, για να μην ξέρουν ότι ο Λαπ είμαι εγώ».

Η τακτική των Βιετμίνχ απέναντι στους Γάλλους

Η ένταξη στους Βιετμίνχ ήταν κάτι το απρόβλεπτο. Κι όμως, σιγά σιγά, έγινα ένα μαζί τους. Παρά το γεγονός ότι στην αρχή είχαν για όπλα μόνο κάτι γιαταγάνια, κάτι σπαθιά, μαγκούρες, μαχαίρια, δεν φοβήθηκα, απλώς διερωτήθηκα πότε θα τελειώσει αυτός ο πόλεμος. Είπα τότε από μέσα μου «Κώστα μπήκες στο χορό, χόρεψε τώρα. Α ρε παλικάρι μου! Εδώ σε θέλω».

Ο σκοπός, λοιπόν, ήταν να βρούμε όπλα πάση θυσία. Φυσικά, τότε υπήρχε η Σοβιετική Ένωση και μέσω Κίνας ερχόταν οπλισμός στο Βόρειο Βιετνάμ, αλλά εκεί που ήμουν εγώ, ήμασταν απομονωμένοι. Στην αρχή το μόνο που μπορούσαμε να κάνουμε ήταν άμυνα. «Αντιστέκεσαι», δηλαδή, όσο μπορείς. Η τακτική μας ήταν «χτύπα, άρπαξε και φύγε», με λίγα λόγια. Το Βόρειο Βιετνάμ ήταν μακριά, το Νότιο μακριά, εμείς ήμασταν στο κέντρο, κι έτσι σιγά σιγά το Βιετνάμ είχε χωριστεί σε ζώνες. Από την πρώτη μέχρι την ένατη ζώνη. Κάθε ζώνη είχε το δικό της Επιτελείο Στρατού και το κάθε Επιτελείο Στρατού συνδεόταν με την Κεντρική Επιτροπή στο Ανόι. Η κάθε περιοχή είχε τρία Συντάγματα ή και τέσσερα ανάλογα τον πληθυσμό. Εκεί για να πας στο στρατό έπρεπε να δοκιμαστείς. Έπαιρναν 50 – 60 νεολαίους και από αυτούς διάλεγαν μόνο 10. Φαΐ δεν είχε, ρούχα δεν είχε, φάρμακα δεν είχε, θάνατος υπήρχε. Διάλεξε και πάρε. Ύστερα η κατάσταση ήταν λίγο καλύτερη, γιατί οι νεολαίοι ενθαρρύνονταν. Έβλεπαν ότι πράγματι κάτι γίνεται. Κι όταν μια ζώνη έμπαινε σε περίοδο επιχειρήσεων, ένα τάγμα έβγαινε στη μάχη, το δεύτερο τάγμα ήταν επιφυλακή, το τρίτο τάγμα είχε ξεκούραση.

Ταυτόχρονα, υπήρχε και η δουλειά για την καλλιέργεια της γης. Η παραγωγή ήταν πατάτες, μανιόκα, ζαχαροκάλαμο. Όπου είχε γη την καλλιεργούσαμε, ανεξάρτητα αν θα τα τρώγαμε εμείς, αρκεί να καλλιεργήσουμε. Φεύγοντας εμείς έρχονταν άλλοι.

Μετά τις επιχειρήσεις εμείς μέναμε δύο μήνες εκτός μάχης. Επέστρεφε το πρώτο τάγμα για να αντικαταστήσει το τρίτο. Κι έτσι υπήρχε μια συνεχόμενη ξεκούραση δύναμης. Δεν δίναμε όλες τις δυνάμεις μια κι έξω. Εκτός κι αν ήταν μεγάλη ανάγκη. Όταν οι Γάλλοι έκαναν μια μεγάλη επίθεση, τότε έπρεπε να απαντήσεις.

Η οργάνωση του επαναστατικού στρατού

Η οργάνωση του επαναστατικού στρατού ήταν η εξής: Σε κάθε ομάδα υπήρχε κομισάριος του στρατού, πολιτικός κομισάριος. Ο κομισάριος, πολιτικό επίτροπο τον λέγαμε, είχε εξίσου τον ίδιο βαθμό με τον λοχία, με τον αρχιλοχία, τον διμοιρίτη, τον αρχιδιμοιρίτη. Τίποτα δεν γινόταν δίχως την έγκριση του Κόμματος. Αλλά και το Κόμμα για να αποφασίσει έπρεπε να ερευνήσει.

Για παράδειγμα, όταν θέλαμε να χτυπήσουμε ένα χωριό, συζητούσε για τις συνθήκες στο χωριό. Ποια είναι η κατάσταση του κόσμου, το ηθικό κ.τ.λ. Θα αντέξει μια καταστροφή αν μετά φύγουμε ή δεν θα αντέξει; Κι αυτή ήταν η δουλειά του κομισάριου, να πάει να ερευνήσει επιτόπου, δηλαδή ψυχολογικά η περιοχή είναι μαζί μας; Κι όταν ο κομισάριος έκανε την εκτίμηση, τότε ερχόταν ο στρατός. Σπάνια ένας έπαιρνε μια πρωτοβουλία χωρίς να έχει την έγκριση.

Εμείς εκεί πολεμάγαμε αλλά είχαμε και την πολιτική μαζί μας. Δεν ήταν ένας πόλεμος «μπαμ – μπουμ», «σκότωσε και φύγε». Έπρεπε να κερδίσουμε τον κόσμο. Για να κερδίσεις τον κόσμο έπρεπε να φτάσεις στην ψυχή του. Εμείς ξυπόλητοι, ρούχα δεν είχαμε. Αλλά ονομαζόμασταν Λαϊκός Στρατός. Τη λέξη Λαϊκός Στρατός την ψαρεύεις στο νερό. Αν το νερό είναι καλό το ψάρι ζει, αν το νερό είναι δηλητήριο το ψάρι ψοφά. Για μας το νερό ήταν ο λαός. Εμείς ήμασταν τα ψάρια. Με τις πράξεις μας, με τις χειρονομίες μας, με τη διαγωγή μας μπορούσαμε να κερδίσουμε το λαό.

Είχαμε ιδρύσει λαϊκά σχολεία και ο κάθε στρατιώτης ανάλογα τη μόρφωσή του δίδασκε, γιατί στα στρατόπεδα υπάρχουν μορφωμένοι και αμόρφωτοι. Όσοι ήξεραν γράμματα αναλάμβαναν να κάνουν μαθήματα. Εγώ αναλάμβανα να κάνω την αριθμητική, το μόνο που ήξερα. Οσο για τη γλώσσα, άρχισαν να τη μαθαίνουν, μάθαινα κι εγώ, διδασκόμουνα για την καταπολέμηση του αναλφαβητισμού. Οργανώσεις νεολαίας, πιονέρων, γυναικείες, οργανώσεις των παππούδων, κάθε κατηγορία ανθρώπου είχε μια οργάνωση, ήταν οργανωμένοι όλοι.

Και το Κόμμα εκεί μέσα έκανε τη δουλειά του, την καθοδήγηση για την πατρίδα σιγά – σιγά και εν γένει υπήρχε το μέτωπο, το αντίστοιχο ΕΑΜ. Εκεί εμείς το λέγαμε Ντουρμίνχ Βιετνάμ. Από τα πρώτα γράμματα και τα τελευταία γίνεται το Βιετμίνχ.

Χθες εχθρός, σήμερα «φίλος»

Σου λέει «θα μας προστατέψουν οι Αμερικανοί». Όπως προστάτεψαν την Κύπρο; Οι Αμερικανοί κάνουν τη δουλειά τους. Έτσι είναι ο καπιταλισμός, αυτός είναι ο προορισμός του, να κυριέψει τον κόσμο. Και λυπάμαι πολύ για την Κίνα. Εάν στην Κίνα υπήρχε πράγματι ένα Κομμουνιστικό Κόμμα, με την ψυχή, με την έννοια του κομμουνιστή, θα είχε το Βιετνάμ σαν αδερφό, θα είχε την Καμπότζη και το Λάος σαν αδερφό, θα είχε όλες αυτές τις χώρες γύρω της υπό προστασία. Όχι προς όφελός του, αλλά σαν προστασία του λαού. Δυστυχώς, η Κίνα κάνει σήμερα ό,τι και η Αμερική. Και βλέπεις τώρα τους Αμερικανούς να εμφανίζονται ως προστάτες της Ασίας. Οι Αμερικανοί να είναι «προστάτες» του Βιετνάμ. Χτες ο εχθρός, σήμερα ο «φίλος». Καμιά φορά τα σκέφτομαι και γελάω. 92 χρονών, δεν σπούδασα, γραμματική δεν ξέρω, τετάρτη Δημοτικού τελείωσα. Αλλά από τα τόσα που πέρασα, από τα τόσα που είδα… Γι’ αυτό λέει ότι τα γράμματα δεν κάνουν τον άνθρωπο.

Η νεολαία είναι το μέλλον

Η νεολαία εδώ στην Ελλάδα κάτι κάνει. Να σου πω λυπάμαι. Τόσες σφαλιάρες εκεί δεν ξυπνάνε; Τόσο ελκυστικά είναι τα καφενεία και οι ταβέρνες; Τόσο ζαμανφουτισμός, που λένε και οι Γάλλοι; Κοιτάζουν το σήμερα, δεν κοιτάζουν το αύριο. Δεν σκέφτονται το μέλλον των παιδιών τους; Ήρθε τώρα ο Μητσοτάκης, θα κάνει ό,τι έκανε κι ο ΣΥΡΙΖΑ. Θα έρθει ο ένας, θα έρθει ο άλλος και τα χρόνια περνάνε… Στεναχωριέμαι. Εγώ λέω πως θα ξυπνήσει η νεολαία. Το θέμα εκεί είναι. Η νεολαία μας πρέπει να κάνει κάτι εμπράκτως. Τότε στο Βιετνάμ, σε μια διαφορετική, ωστόσο, κοινωνία, κάθε Κυριακή οι νέοι βοηθούσαν όπου χρειαζόντουσαν χέρια.

Αυτός ήταν ο λαϊκός στρατός

Δεν ξέρω πώς είναι τώρα στο στρατό. Σε ποιο στρατό βρισκόμαστε; Στον καπιταλιστικό στρατό. Έχεις και τα καψόνια. Τα δοκίμασα κι εγώ στη λεγεώνα, τα ξέρω. Είναι βαρβαρότητα. Και φυσικά όλοι μας ήμασταν αγανακτισμένοι. Όταν ένας στρατός έχει τέτοιες περιπτώσεις, τέτοιες σκέψεις, τι περιμένεις από το στρατό;

Εκεί στο Βιετνάμ ο λοχίας, παραδείγματος χάρη, «η μάνα του στρατιώτη», φρόντιζε για τον στρατιώτη. Δεν έπαιζε το ρόλο του αξιωματικού. Η πειθαρχία, πειθαρχία. Ο κανόνας, κανόνας. Εκτός τούτου, τους βλέπεις όλους να είναι αδέλφια. Εγώ ποτέ δεν έκανα χρήση του αξιωματικού. Όλοι μαζί παίζαμε, μαλώναμε, δίναμε αγάπη, συμπόνια αναμεταξύ μας, γιατί μαζί θα πολεμήσουμε, μαζί θα σκοτωθούμε. Αυτός είναι ο λαϊκός στρατός.

Δείτε ακόμα...