Κρίκοι πολεμικής εμπλοκής οι ισραηλινές επενδύσεις στην Ελλάδα

Αντι – drone σύστημα της ισραηλινής εταιρείας Elbit

Η πολεμική βιομηχανία, οι στρατηγικές υποδομές, τα logistics και οι διεθνείς αλυσίδες εφοδιασμού αποτελούν τα βασικά οικονομικά πεδία στα οποία επενδύει το ισραηλινό κεφάλαιο στην Ελλάδα.1

Ο κλάδος των τεχνολογιών αιχμής είναι βασικός πυλώνας της οικονομίας του Ισραήλ. Το 2025 η παραγωγή του έφτασε τα 352 δισ. σέκελ, δηλαδή πάνω από 100 δισ. ευρώ, αντίστοιχο του 18,3% του ΑΕΠ, ενώ συνέβαλε περίπου στο 50% της συνολικής οικονομικής ανάπτυξης της χώρας. Την ίδια χρονιά, οι εξαγωγές προϊόντων και υπηρεσιών τεχνολογιών αιχμής έφτασαν τα 85 δισ. δολάρια.2

Σημαντικό τμήμα αυτού του «οικοσυστήματος» συνδέεται άμεσα με τη στρατιωτική τεχνολογία. Το ισραηλινό υπουργείο Αμυνας έχει ενισχύσει την εγχώρια παραγωγή και την ανάπτυξη τεχνολογιών διπλής χρήσης, ενώ σύμφωνα με σχετική ανάλυση, μόνο το 2024 συνεργάστηκε με περισσότερες από 80 νεοφυείς επιχειρήσεις, διοχετεύοντας σχεδόν 255 εκατ. δολάρια μέσω ταχύρρυθμων διαδικασιών προμηθειών. Η χρηματοδότηση κατευθύνθηκε κυρίως στα drones, στην τεχνητή νοημοσύνη και τα αυτόνομα συστήματα.

Μέσα σ’ αυτήν την οικονομική αλυσίδα, οι ανάγκες που προκαλεί ο πόλεμος τροφοδοτούν την κρατική ζήτηση, η κρατική ζήτηση μεταφράζεται σε επενδύσεις και η τεχνολογική ανάπτυξη σε εξαγωγές.3 Η πολεμική οικονομία, ωστόσο, δεν περιορίζεται στα εργοστάσια παραγωγής όπλων. Γύρω από αυτά αναπτύσσεται ένα ολόκληρο σύστημα υποστήριξης που περιλαμβάνει πρώτες ύλες, τεχνολογία, χρηματοδότηση, μεταφορές, αποθήκες, λιμάνια και εναλλακτικές διαδρομές.Και εδώ αποκτά ιδιαίτερη σημασία η θέση της Ελλάδας.

Λιμάνια και logistics στην υπηρεσία της πολεμικής οικονομίας

Χαρακτηριστική είναι η διεκδίκηση του λιμανιού του Λαυρίου από την «Israel Shipyards». Το 2025 η εταιρεία κατέθεσε δεσμευτική προσφορά στον διαγωνισμό για την απόκτηση του 51% του Οργανισμού Λιμένος Λαυρίου, μαζί με άλλα επενδυτικά σχήματα. Το Υπερταμείο επιβεβαιώνει επίσημα τη συμμετοχή της στη διαδικασία.

Η ισραηλινή εταιρεία παρουσιάζει το ενδιαφέρον της για το Λαύριο ως μέρος της επιχειρηματικής της στρατηγικής για επέκταση στον διεθνή λιμενικό τομέα, αξιοποίηση της τεχνογνωσίας της και διαφοροποίηση των πηγών εσόδων της εκτός Ισραήλ. Η εταιρεία δραστηριοποιείται ήδη στη διαχείριση λιμενικών εγκαταστάσεων, στη ναυπήγηση και επισκευή πλοίων, στις λιμενικές υπηρεσίες και σε συναφείς δραστηριότητες logistics.

Η σημασία αυτής της επένδυσης δεν βρίσκεται μόνο στο συγκεκριμένο σχέδιο, αλλά και στο γεγονός ότι μια επιχείρηση που συνδυάζει ναυπηγική, στρατιωτική και εμπορική δραστηριότητα, διεκδικεί θέση σε μια κρίσιμη ελληνική λιμενική υποδομή.

Η κίνηση αυτή εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική διασποράς των ισραηλινών logistics, η οποία περιγράφεται ως «maritime hedging», που περιλαμβάνει τη μεταφορά κρίσιμων λειτουργιών σε περισσότερες γεωγραφικές περιοχές ώστε να περιορίζεται η ευπάθεια του συστήματος σε πολεμικές διαταραχές, αποκλεισμούς ή πλήγματα.

Η εξέλιξη αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν συνδυαστεί με την ευρύτερη ελληνοϊσραηλινή συνεργασία στον τομέα των λιμανιών. Τον Μάιο του 2026 αντιπροσωπεία της «Israel Shipyards» και της «Israel Ports Company» επισκέφθηκε τον Οργανισμό Λιμένος Πειραιώς. Στη συνάντηση συζητήθηκαν οι προοπτικές συνεργασίας στις λιμενικές υποδομές, η διασυνδεσιμότητα των εμπορικών διαδρόμων και οι νέες επενδυτικές ευκαιρίες στην Ανατολική Μεσόγειο, ενώ ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στον διάδρομο Ινδίας – Μέσης Ανατολής – Ευρώπης (IMEC).

Πύλη εισόδου στην ευρωπαϊκή πολεμική βιομηχανία

Ανάλογη είναι η εικόνα και στη στρατιωτική βιομηχανία. Τον Ιούνιο του 2023 ολοκληρώθηκε η πώληση του 90,91% της «Intracom Defense» στην «Israel Aerospace Industries» (IAI), έναντι περίπου 60 εκατ. ευρώ. Η «Intracom Defense» δραστηριοποιείται στην παραγωγή εκτοξευτών και υποσυστημάτων πυραύλων, τακτικών επικοινωνιών ξηράς και θάλασσας, υβριδικών συστημάτων ισχύος και άλλων αμυντικών τεχνολογιών.

Η ίδια η IAI σημείωσε ότι η εξαγορά ενσωματώνει την ελληνική εταιρεία στις επιχειρηματικές δραστηριότητές της στην Ελλάδα και την Ευρώπη, ενώ υπογράμμισε την παρουσία της «Intracom Defense» στην Ελλάδα και σε άλλες χώρες του ΝΑΤΟ, όπως και τις συνεργασίες της με αμερικανικές και ευρωπαϊκές εταιρείες.

Το παράδειγμα της Intracom Defense εντάσσεται στη γενικότερη τάση που καταγράφεται στην ισραηλινή οικονομία για αύξηση της εγχώριας παραγωγής κρίσιμου στρατιωτικού υλικού και βαθύτερη ενσωμάτωση των ισραηλινών επιχειρήσεων στις διεθνείς αλυσίδες παραγωγής. Το μοντέλο αυτό χαρακτηρίζεται ως «θωράκιση μέσω διασύνδεσης και όχι μέσω απομόνωσης» και αποσκοπεί σε περισσότερες διεθνείς διασυνδέσεις για τη διασπορά των εξαρτήσεων και των κινδύνων.

Η ίδια στρατηγική αποτυπώνεται στις σχέσεις του Ισραήλ με την Ινδία, το Αζερμπαϊτζάν, την Ουγγαρία, τις χώρες των «Συμφωνιών του Αβραάμ» και τις ευρωπαϊκές πολεμικές βιομηχανίες. Οι ισραηλινές εταιρείες συμμετέχουν σε κοινές παραγωγές, επενδύσεις και τεχνολογικές συνεργασίες, δημιουργώντας ένα δίκτυο στο οποίο η παραγωγή και η κυκλοφορία στρατιωτικού υλικού δεν εξαρτώνται αποκλειστικά από την ισραηλινή επικράτεια.

Διασυνδεδεμένες αγορές

Η οικονομική διασύνδεση των δυο κρατών δεν περιορίζεται στις ισραηλινές επενδύσεις και εξαγορές στην Ελλάδα. Αποτυπώνεται κυρίως στη βαθύτερη στρατιωτική και πολιτική συνεργασία με το κράτος – δολοφόνο.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η συμφωνία ύψους περίπου 3 δισ. ευρώ για την ανάπτυξη της «Ασπίδας του Αχιλλέα», με τη συμμετοχή των ισραηλινών ομίλων «Rafael» και «Israel Aerospace Industries» (IAI). Πρόκειται για την κορωνίδα της ελληνοϊσραηλινής συνεργασίας, που εντάσσεται στο ευρύτερο εξοπλιστικό πρόγραμμα και στην «Ατζέντα 2030» της κυβέρνησης.

Το ισραηλινό υπουργείο Αμυνας χαρακτήρισε τη συμφωνία τη μεγαλύτερη αμυντική εξαγωγική συμφωνία στην ιστορία των ελληνοϊσραηλινών σχέσεων. Η «Ασπίδα» δεν αποτελεί, επομένως, απλώς ένα ακόμη οπλικό σύστημα, αλλά κρίκο στην παραπέρα εμβάθυνση της στρατηγικής, στρατιωτικής και πολιτικής σχέσης με το κράτος – δολοφόνο, την ώρα που η χώρα εμπλέκεται βαθύτερα στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους και σχεδιασμούς.

Η διάσταση αυτή γίνεται ακόμη πιο καθαρή αν συνυπολογιστούν οι υπόλοιπες μεγάλες εξοπλιστικές συμβάσεις με ισραηλινές πολεμικές βιομηχανίες. Οπως η συμφωνία ύψους περίπου 750 εκατ. δολαρίων για το σύστημα πυραυλικού πυροβολικού PULS της Elbit Systems, που υπογράφηκε τον Απρίλιο του 2026. Δηλαδή, η σχέση δεν διαμορφώνεται μόνο από την είσοδο ισραηλινών κεφαλαίων στην ελληνική οικονομία, αλλά και από τη διοχέτευση δισεκατομμυρίων ευρώ στην ισραηλινή πολεμική βιομηχανία.

Οι δύο πλευρές αλληλοτροφοδοτούνται. Ισραηλινοί όμιλοι αποκτούν παρουσία σε ελληνικές αμυντικές επιχειρήσεις και στρατηγικές υποδομές, ενώ το ελληνικό κράτος αγοράζει ισραηλινά οπλικά συστήματα και ενισχύει την πολεμική βιομηχανία του Ισραήλ.

Πηγές:
1) Al-Shabaka, Insulation Not Isolation: Israel’s Super-Sparta War Economy
2) Israel Innovation Authority: https://innovationisrael.org.il/en/report/state-of-high-tech-2026-macro/
3) Τhe Economist, Israel’s war economy is thriving https://www.economist.com/finance-and-economics/2026/09/24/israels-war-economy-is-thriving
Δ. Μ.

Το άρθρο αναδημοσιεύεται από τον Ριζοσπάστη του Σαββατοκύριακου 10-11/10

Δείτε ακόμα...