«Κρίσιμες οντότητες» τότε και τώρα

Διυλιστήριο πετρελαίου του Γαλλικού Πολυεθνικού Κολοσσού Total Energies - Γαλλία: Να μειώσουν «αμέσως» την κατανάλωση ενέργειας τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις

Τις επόμενες μέρες, η κυβέρνηση αναμένεται να προσδιορίσει τις πρώτες 300 «κρίσιμες οντότητες» που εμπίπτουν στη νομοθεσία για αυξημένη προστασία των υποδομών και της λειτουργίας τους, στη φάση της πολεμικής προετοιμασίας και εμπλοκής. Η ΕΕ έχει αναπτύξει ένα αυστηρό νομικό πλαίσιο για την προστασία των «κρίσιμων υποδομών», με στόχο την «ανθεκτικότητα», την πρόληψη κινδύνων και τη διασφάλιση βασικών λειτουργιών.

Η οδηγία CER που ενσωματώθηκε στην ελληνική νομοθεσία το 2025, προβλέπει τον προσδιορισμό «κρίσιμων οντοτήτων», την αξιολόγηση κινδύνων και τη λήψη μέτρων για την ανθεκτικότητά τους. Δεν αφορά μόνο την προστασία των εγκαταστάσεων, αλλά και την ικανότητά τους να συνεχίζουν να παρέχουν βασικές υπηρεσίες. Το πεδίο εφαρμογής περιλαμβάνει επιχειρήσεις και κρατικούς φορείς στους κλάδους της Ενέργειας, των Μεταφορών, των τραπεζών, των χρηματοπιστωτικών αγορών, της Υγείας, του νερού, των λυμάτων, των ψηφιακών υποδομών, της Δημόσιας Διοίκησης, του Διαστήματος και της παραγωγής, της μεταποίησης και της διανομής τροφίμων.

Η ιμπεριαλιστική ΕΕ και οι κυβερνήσεις της δεν ανακαλύπτουν βέβαια την πυρίτιδα… Σε περιόδους πολεμικής προετοιμασίας, η Ενέργεια, οι Μεταφορές, οι επικοινωνίες, άλλοι στρατηγικοί κλάδοι της οικονομίας και υποδομές αποκτούν ακόμα μεγαλύτερη σημασία για την αστική τάξη και το κράτος της. Η προστασία τους αναγορεύεται σε «εθνική προτεραιότητα» και μια σειρά νόμοι για την καταστολή και την ενσωμάτωση αναλαμβάνουν να το εμπεδώσουν στους εργαζόμενους και τον λαό. Τα ιστορικά παραδείγματα είναι πολλά…

Στη Βρετανία, για παράδειγμα, στη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο νόμος «Munitions of War Act» του 1915 καθιέρωσε ειδικό καθεστώς για επιχειρήσεις που υπάγονταν στον έλεγχο των πολεμικών αρχών. Στις εγκαταστάσεις που συμμετείχαν στην παραγωγή όπλων και πυρομαχικών επιβλήθηκαν περιορισμοί στην αποχώρηση των εργαζομένων από την εργασία, ενώ οι απεργίες τέθηκαν εκτός νόμου. Οι λεγόμενες «εργασιακές διαφορές» υπάγονταν σε ειδικές διαδικασίες «διευθέτησης», για να μη διαταράσσεται η παραγωγή πυρομαχικών και άλλων υλικών απαραίτητων για τον πόλεμο.

Το φθινόπωρο του 1941, οι ΗΠΑ δεν είχαν εισέλθει επίσημα στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ωστόσο, η απρόσκοπτη παραγωγή για την «εθνική άμυνα» ήταν ήδη προτεραιότητα. Ο άνθρακας, βασική πρώτη ύλη για την παραγωγή χάλυβα, ήταν απαραίτητος για την πολεμική προετοιμασία. Οταν περίπου 50.000 ανθρακωρύχοι απέργησαν διεκδικώντας την αναγνώριση του συνδικάτου τους από τις μεγάλες χαλυβουργικές επιχειρήσεις, η κυβέρνηση Ρούζβελτ ανέλαβε να τους «νουθετήσει» ότι προέχει το «εθνικό συμφέρον».

Ο Ρούζβελτ είχε ήδη δημιουργήσει με το εκτελεστικό διάταγμα 8716 (National Defense Mediation Board) ένα ειδικό όργανο διαμεσολάβησης για «εργατικές διαφορές» που απειλούσαν την παραγωγή ή τη μεταφορά υλικών απαραίτητων για την εθνική άμυνα. Μέσα από το όργανο αυτό, η απεργία ανεστάλη τρεις φορές. Κομβικό ρόλο έπαιξε η ιαπωνική επίθεση του Δεκέμβρη του 1941 στο Περλ Χάρμπορ, που σηματοδότησε την επίσημη ένταξη των ΗΠΑ στον πόλεμο. Την ίδια ημέρα, το όργανο «διαιτησίας» μεταξύ κράτους, εργοδοτών και συνδικάτων εξέδωσε την τελική του απόφαση, παραχωρώντας το δικαίωμα αναγνώρισης των συνδικάτων, ως μια προσπάθεια ενσωμάτωσης των εργατικών αντιδράσεων και διεκδικήσεων.

Με την επίσημη έναρξη του πολέμου, η κυβέρνηση Ρούζβελτ έριξε το σύνθημα «καμία απεργία, κανένα λοκάουτ», με τη συμφωνία μεγάλων συνδικαλιστικών οργανώσεων και εργοδοτών. Εναν μήνα μετά, τον Γενάρη του 1942, συγκροτήθηκε το Εθνικό Συμβούλιο Εργασιακών Σχέσεων για την Πολεμική Περίοδο (National War Labor Board), με εκπροσώπους εργαζομένων και εργοδοτών και με σκοπό τη συνέχιση της παραγωγής ως προτεραιότητα της πολεμικής οικονομίας.

Τον Μάη του 1942, η αμερικανική κυβέρνηση εξέδωσε το Εκτελεστικό Διάταγμα 9172, με το οποίο συγκροτήθηκε ειδικό όργανο για την αντιμετώπιση των «εργασιακών διαφορών» στους σιδηροδρόμους. Επικαλούμενο την ανάγκη απρόσκοπτης λειτουργίας των μεταφορών για τη διεξαγωγή του πολέμου, το διάταγμα απαγόρευε τις ψηφοφορίες για απεργίες και κινητοποιήσεις που θα μπορούσαν να διαταράξουν τις σιδηροδρομικές μεταφορές.

Ακολούθησε την άνοιξη του 1943 η μεγάλη απεργία των ανθρακωρύχων, με 500.000 απεργούς να συμμετέχουν σε κινητοποιήσεις διεκδικώντας καλύτερους όρους εργασίας και αυξήσεις μισθών. Η κυβέρνηση αντιμετώπισε τη διακοπή της εξόρυξης ως απειλή για την πολεμική παραγωγή και τον Μάη προχώρησε στην ανάληψη της λειτουργίας των ανθρακωρυχείων από το ομοσπονδιακό κράτος, με στόχο να επιβάλλει τη συνέχιση της παραγωγής. Μέσα σε έναν μήνα το Κογκρέσο ψήφισε τον νόμο War Labor Disputes Act, γνωστό ως Smith-Connally Act. Ο νόμος αυτός έδωσε στην κυβέρνηση τη δυνατότητα να αναλαμβάνει επιχειρήσεις κρίσιμες για τον πόλεμο, όταν η λειτουργία τους απειλούνταν από απεργίες. Επέβαλε επίσης περιορισμούς στην απεργιακή δράση σε επιχειρήσεις υπό κρατικό έλεγχο.

Επιστρέφοντας στις «κρίσιμες οντότητες» των ημερών μας, οι Οδηγίες της ΕΕ θεσπίζουν ένα ενισχυμένο πλαίσιο κρατικής εποπτείας και υποχρεώσεων για τους ομίλους, αλλά και έντασης της καταστολής, της τρομοκρατίας και του χαφιεδισμού. Για παράδειγμα, ο σκόπιμα γενικόλογος ορισμός της «σημαντικής διαταραχής» μπορεί να αξιοποιηθεί για να χαρακτηριστεί «ανθρωπογενής κίνδυνος» μια απεργία σε επιχείρηση ηλεκτρικού ρεύματος και να δικαιολογηθεί η καταστολή. Με βάση το άρθρο 16 του νόμου, ακόμα και μια στάση εργασίας ή μια διαδήλωση μπορεί επίσης να αντιμετωπιστεί ως αιτία καταστολής.

Τα εργαλεία του κράτους επεκτείνονται στο φακέλωμα και τον χαφιεδισμό. Το άρθρο 15, για παράδειγμα, επιβάλλει στις «κρίσιμες οντότητες» να ζητούν από την αστυνομία ελέγχους ιστορικού που «κατ’ ελάχιστον» αφορούν το ποινικό μητρώο εργαζομένων που κατέχουν ευαίσθητους ρόλους, είναι εξουσιοδοτημένοι να έχουν άμεση ή εξ αποστάσεως πρόσβαση στις εγκαταστάσεις, στα συστήματα πληροφοριών ή ελέγχου αυτής, ή ακόμα είναι και υπό εξέταση για πρόσληψη σε θέσεις που εμπίπτουν στα κριτήρια τα οποία καθορίζονται από τις διατάξεις του νόμου.

Τότε και τώρα, οι καπιταλιστές και το κράτος τους παίρνουν τα μέτρα τους ενάντια στον εχθρό λαό. Με καρότο και μαστίγιο επιχειρούν να τον στρατεύσουν στην «εθνική υπόθεση» του πολέμου, που γίνεται για τα συμφέροντα της αστικής τάξης. Στο χέρι των εργαζομένων είναι να πάρουν κι αυτοί τα δικά τους μέτρα… Να διαχωριστούν από τους «εθνικούς» στόχους της αστικής τάξης, να διαμορφώσουν απέναντί της αυτοτελή γραμμή σύγκρουσης με τα επικίνδυνα πολεμικά της σχέδια, φτάνοντας μέχρι την ανατροπή της εξουσίας της.

Δ. Μ.
Το άρθρο αναδημοσιεύεται από τη στήλη “Αποκαλυπτικά” του Ριζοσπάστη, Παρασκευή 23/10.

Δείτε ακόμα...