«Η πολιτική της κυβέρνησης προκαλεί αστάθεια, απαξίωση και παράδοση της επαγγελματικής εκπαίδευσης στους ιδιώτες. Αυτή είναι η στρατηγική επιλογή της κυβέρνησης, με βάση τις κατευθύνσεις της ΕΕ», επισήμανε στην ομιλία του ο Μανώλης Συντυχάκης, βουλευτής του ΚΚΕ στη διάρκεια συζήτησης Επίκαιρης Ερώτησης του Κόμματος για τη Δημόσια Σχολή Ανώτερης Επαγγελματικής Κατάρτισης (ΣΑΕΚ) Ρεθύμνου Κρήτης.
Σημείωσε ότι το παράδειγμα της ΣΑΕΚ Ρεθύμνου αποδεικνύει ότι η κυβέρνηση αντιλαμβάνεται την τεχνικο-επαγγελματική εκπαίδευση με ληξιπρόθεσμες γνώσεις και ληξιοπρόθεσμους εκπαιδευτικούς, σχολιάζοντας την απάντηση του υφ. Παιδείας ότι στις συγκεκριμένες σχολές δεν μπορούν να γίνουν προλήψεις μόνιμου προσωπικού, όπως ζητά το ΚΚΕ, γιατί κάθε χρόνο το πρόγραμμα προσαρμόζεται στις ανάγκες της καπιταλιστικής αγοράς και στις ανάγκες της τοπικής κοινωνίας, δηλαδή στις ανάγκες των επιχειρηματιών του κλάδου. «Η κυβέρνηση αντιλαμβάνεται την τεχνικο – επαγγελματική εκπαίδευση, ως μία διαδικασία με δια βίου κατάρτιση, επανακατάρτιση, χωρίς εργασιακά δικαιώματα και εύκολη λεία των εργοδοτών», επισήμανε χαρακτηριστικά.
Ο Μ. Συντυχάκης, αναπτύσσοντας την Επίκαιρη Ερώτηση αναφέρθηκε στα σοβαρά προβλήματα που υπάρχουν στη σχολή, όπως έλλειψη διδακτικού προσωπικού με αποτέλεσμα φέτος, 48 μαθήματα να κινδυνεύσουν να μην ξεκινήσουν και ολόκληρες ειδικότητες να οδηγηθούν σε κλείσιμο. Κατήγγειλε ότι η λύση που δόθηκε φέτος από την κυβέρνηση για την κάλυψη των εκπαιδευτικών κενών την τρέχουσα χρονιά, κι αυτό μόνο ύστερα από την κινητοποίηση σπουδαστών και εκπαιδευτικών, είναι εμβαλωματική και σε καμία περίπτωση δεν εξασφαλίζει την απρόσκοπτη εκπαιδευτική διαδικασία στη ΣΑΕΚ Ρεθύμνου. «Αν η ΣΑΕΚ δεν στελεχωθεί με μόνιμο προσωπικό, με πλήρη δικαιώματα, με αυξήσεις στους μισθούς, κάθε χρόνο θα προκύπτει το ίδιο πρόβλημα υποστελέχωσης, με δεδομένο και το απαράδεκτα χαμηλό ωρομίσθιο της πλειοψηφίας των εκπαιδευτών», επισήμανε χαρακτηριστικά.
Αναφέρθηκε ακόμα στις ελλείψεις σε εργαστήρια, με τα κτίρια της σχολής να είναι παλιά, να μην επαρκούν για τις ανάγκες, ο τεχνολογικός εξοπλισμός να είναι ξεπερασμένος και να χρειάζεται εκσυγχρονισμό, να λείπουν αναλώσιμα υλικά στα εργαστήρια, με αποτέλεσμα σε πολλές περιπτώσεις, σπουδαστές και εκπαιδευτικοί να πληρώνουν από την τσέπη τους. Κατήγγειλε ότι η ΣΑΕΚ αναγκάζεται να εξοπλίζει τα εργαστήριά της με διάφορες δωρεές.
Όσον αφορά τη χρηματοδότηση των λειτουργικών αναγκών της Σχολής, σημείωσε ότι αυτή είναι μόλις 8.000 ευρώ το εξάμηνο, δηλαδή περίπου 26 ευρώ ανά σπουδαστή.
Όσο για τον εξοπλισμό παγίων στη ΣΑΕΚ, είναι χαρακτηριστικό ότι από τα 9 αιτήματα για αγορά εξοπλισμού που υποβλήθηκαν πέρυσι, 2 απορρίφτηκαν, 6 δεν απαντήθηκαν ποτέ και ένα μόνο έγινε δεκτό, όπως είπε, ενώ κατήγγειλε ότι παρότι πιστώνονται ποσά των 100.000 ευρώ, δεν επιτρέπεται η αξιοποίησή τους, χωρίς να υπάρχει μία ξεκάθαρη απάντηση από την κυβέρνηση.
Προβλήματα υπάρχουν ακόμα στη σπουδαστική μέριμνα, όπως το διαχρονικό πρόβλημα της καθυστέρησης στην καταβολή του πενιχρού στεγαστικού επιδόματος, το οποίο ακόμη δεν έχει καταβληθεί από πέρυσι στους σπουδαστές καθώς και στο πάσο για τη μετακίνηση των σπουδαστών.
Να παρουσιάσει το μαύρο – άσπρο επιχείρησε ο υφυπουργός Παιδείας, Κ. Βλάσης, ισχυριζόμενος ότι η λειτουργία των ΣΑΕΚ με διαφάνεια και αξιοκρατία είναι στις προτεραιότητες της κυβέρνησης, την ώρα που παρουσιάζουν τόσα προβλήματα στη λειτουργία τους.
Οσον αφορά το αίτημα για προσλήψεις μόνιμου προσωπικού, το χαρακτήρισε «αναποτελεσματικό και ανέφικτο», γιατί όπως είπε, στις σχολές αυτές η στελέχωση είναι «μία δυναμική διαδικασία» που δεν μπορεί να καλύπτει «σταθερές ανάγκες» αλλά «ευέλικτους θεσμούς που οφείλουν ν’ ανταποκρίνονται κάθε χρόνο στις ανάγκες της αγοράς». Προκλητικά πρόσθεσε ότι μπορεί να διοριστεί μόνιμος ένας εκπαιδευτής για μία ειδικότητα φέτος, η οποία του χρόνου δεν θα υπάρχει, οπότε θα μείνει χωρίς αντικείμενο!
Κριτήριο στις προσλήψεις, σημείωσε ότι είναι «η κάλυψη των αναγκών της τοπικής κοινωνίας αξιοποιώντας το μητρώο εκπαιδευτών, που εξασφαλίζει την ποιοτική επιλογή στελεχών της αγοράς», ομολογώντας ξεκάθαρα ότι τελικά αυτό που ενδιαφέρει την κυβέρνηση είναι να καλύπτει τις εκάστοτε ανάγκες της αγοράς και των επιχειρηματιών του κλάδου και όχι η ολοκληρωμένη εκπαίδευση των σπουδαστών. Όσον αφορά τη χρηματοδότηση, υπεραμύνθηκε των χαμηλών κονδυλίων που απορρέουν από ΕΣΠΑ και Ταμείο Ανάκαμψης, δωρεές και χορηγίες.
Στη δευτερολογία του ο Μ. Συντυχάκης ειδικά για την υποστελέχωση, επισήμανε ότι υπάρχουν ειδικότητες που θα μπορούσε η κυβέρνηση να καλύψει με μόνιμες προσλήψεις γιατί καλύπτουν πάγιες ανάγκες, όπως καθηγητές στον τομέα της Υγείας, αισθητικής, κομμωτικής, πληροφορικής, μάγειρες, ζαχαροπλαστικής κ.α. Πρόσθεσε ακόμα ότι η απαξίωση των εκπαιδευτικών αυτού του τομέα φαίνεται και από τη μοριοδότησή τους στο Μητρώο Εκπαιδευτικών ΣΑΕ, όταν ένας εκπαιδευτικός που διδάσκει σε δημόσιο σχολείο έχει ταβάνι τα δύο μόρια που λογίζεται ως διδακτική προϋπηρεσία ενώ σε ιδιωτικό σχολείο παίρνει δύο μόρια το χρόνο με ταβάνι 40 μόρια.



