Μάχη της Κρήτης: Οι κομμουνιστές εξόριστοι

CREATOR: gd-jpeg v1.0 (using IJG JPEG v62), quality = 75

Το ΚΚΕ ήταν και τότε παράνομο. Πάνω από 2.000 μέλη και στελέχη του – δοκιμασμένοι λαϊκοί αγωνιστές – βρίσκονταν στις φυλακές και τις εξορίες. Από κει είχαν ζητήσει να τους επιτραπεί να πάνε, απλοί στρατιώτες, στο μέτωπο και να πολεμήσουν κατά των επιδρομέων. Η φασιστική κυβέρνηση της 4ης Αυγούστου τους το αρνήθηκε. Οι διάδοχοί της εγκαταλείποντας την Ελλάδα τους παράδιναν δέσμιους στα χέρια των χιτλερικών καταχτητών βέβαιοι ότι τους παράδιναν για εξόντωση.

Τις δύσκολες εκείνες στιγμές το ΚΚΕ βρέθηκε, όπως πάντα, στο πλευρό του λαού. (…)

Από τη Φολέγανδρο στην Ασφάλεια Ηρακλείου

Όταν έγινε γνωστό στο στρατόπεδο των πολιτικών εξορίστων Φολεγάνδρου ότι ολόκληρη η ηπειρωτική Ελλάδα μαζί με την πρωτεύουσα είχαν καταληφθεί από τους γερμανο-ιταλούς επιδρομείς και ότι μονάχα ορισμένα νησιά μαζί με την Κρήτη παρέμεναν ακόμα ελεύθερα, η ηγεσία της ομάδας των πολιτικών εξορίστων Φολεγάνδρου αποφάσισε να φύγει όλη η ομάδα για την Κρήτη και την ηπειρωτική Ελλάδα, είτε πείθοντας τη διοίκηση της Φρουράς να το επιτρέψει, είτε ξεγελώντας την και δραπετεύοντας.

Η φρουρά με επικεφαλής τον ανθυπασπιστή χωροφυλακής Κοκκίνη αρνήθηκε να επιτρέψει την αναχώρηση των εξορίστων με τη δικαιολογία ότι δεν είχε διαταγή από την κυβέρνηση να τους αφήσει ελεύθερους. Υστερ’ απ’ αυτό αποφασίστηκε να γίνει απόδραση των εξορίστων σε δυο ομάδες. Η πρώτη, από 9 άτομα, έφυγε το ίδιο βράδυ, 15 του Μάη, με βάρκα που πήρε από τη Φολέγανδρο. Η ομάδα αυτή αποτελούνταν από τον Στέργιο Αναστασιάδη, μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ, και από 8 Κρητικούς τους: Νίκο Μανουσάκη, Μιχάλη Βιτσαξάκη, Ευθύμη Μαριακάκη, Μανώλη Πισσαδάκη, Σωκράτη Καλλέργη, Γιάννη Τριανταφύλλου, Γιάννη Σιμιτζή και Γιάννη Καλαϊτζάκη.

Την ίδια νύχτα συνάντησαν στο δρόμο τους ένα μικρό καΐκι, που κατευθυνόταν επίσης στην Κρήτη με άλλους πατριώτες Κρητικούς κ.ά., ιδιαίτερα στρατιώτες, που είχαν διαφύγει από την ηπειρωτική Ελλάδα, και επιβιβάστηκαν σ’ αυτό. Αργά το απόγευμα της άλλης μέρας το μικρό καΐκι, περνώντας πολλούς κινδύνους, έφτασε στο λιμάνι του Ηρακλείου.

Εκεί περίμενε τους 9 εξόριστους κομμουνιστές άλλη, μεγαλύτερη έκπληξη από την απαγόρευση του διοικητή της φρουράς του στρατοπέδου της Φολεγάνδρου. Στον έλεγχο που έγινε στο λιμάνι του Ηρακλείου η Ασφάλεια αναγνώρισε ορισμένους από τους εξόριστους και τους κράτησε όλους.

Εκεί τους βρήκε και η 20ή του Μάη 1941, μέρα της γερμανικής επιδρομής, παρά τις συνεχιζόμενες διαμαρτυρίες τους, τις παραστάσεις συγγενών τους και διαφόρων εκπροσώπων του λαού και τις επανειλημμένες προτάσεις τους να χρησιμοποιηθούν από τις αρχές, όπως αυτές νόμιζαν καλύτερα, για την απόκρουση της γερμανικής επιδρομής.

Στη φωτιά της μάχης

Όταν το απόγευμα της 20 του Μάη 1941 άρχισε η γερμανική επιδρομή στο Ηράκλειο, οι εξόριστοι κομμουνιστές κρατούνταν ακόμα κλεισμένοι στα κρατητήρια της Ασφάλειας κινδυνεύοντας να ταφούν κάτω από τα ερείπια που προκαλούσαν οι ισχυροί βομβαρδισμοί που προηγήθηκαν της ρίψης των αλεξιπτωτιστών. Από ένα τέτοιο βομβαρδισμό χτυπήθηκε και κατέρρευσε το χτίριο που βρίσκονταν δίπλα στα κρατητήρια της Ασφάλειας. Από τις εκρήξεις άνοιξαν και οι πόρτες των κρατητηρίων και οι 9 κομμουνιστές βρέθηκαν λεύτεροι. Η φρουρά είχε εγκαταλείψει το κτίριο για να σωθεί από τους βομβαρδισμούς.

Μόλις οι 9 πατριώτες κομμουνιστές βρέθηκαν λεύτεροι η πρώτη τους φροντίδα ήταν να οπλιστούν και να πολεμήσουν μαζί με όλο τον λαό για την άμυνα της Κρήτης. (…) Η νύχτα τους βρήκε εξοπλισμένους και τους 9 να κυνηγούν τους Γερμανούς, έξω από τα τείχη του Ηρακλείου προς τα λατομεία.

Την άλλη μέρα πήραν ενεργό μέρος στις μάχες για την απόκρουση των γερμανικών επιθέσεων στην πύλη «Χανίων Πόρτα» του Ηρακλείου και για την εξόντωση των ομάδων που είχαν διεισδύσει μέσα στην πόλη (…)

Η ομάδα των 9 κομμουνιστών πήρε επίσης μέρος στις τελευταίες μάχες στο ύψωμα Αη – Λιά έξω από το Ηράκλειο στις 30 του Μάη όταν, όπως γράφει ο στρατηγός Αλ. Εδιπίδης, «η συνέχισις του αγώνα είχε κριθεί πλέον άσκοπος». (…)

***

Το παραπάνω κείμενο – απόσπασμα από το βιβλίο του Γιώργη Αγγουράκη (Αλέκου Ψηλορείτη) «Η μάχη της Κρήτης» δημοσιεύτηκε στον «Ριζοσπάστη» στις 20 Μάη 1975 στο πλαίσιο ολοσέλιδου αφιερώματος για την επέτειο της μάχης της Κρήτης.

Η γερμανική επίθεση ξεκίνησε στις 20 Μάη 1941 με σφοδρό βομβαρδισμό από τις γερμανικές δυνάμεις και μαζικές ρίψεις αλεξιπτωτιστών. Το αγγλικό εκστρατευτικό σώμα που είχε φτάσει στην Κρήτη και οι ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις αριθμούσαν 42.000 άντρες, ενώ η Μεραρχία των Κρητών, που βρίσκονταν στην Αλβανία, καθηλώθηκε στην Ήπειρο, παρότι ζητούσε να σταλεί στην Κρήτη. Τρεις μέρες αφότου ξεκίνησαν οι μάχες, η κυβέρνηση Τσουδερού και ο βασιλιάς εγκατέλειψαν την Κρήτη (23 Μάη 1941).

Στην απόκρουση της γερμανικής αεραποβατικής επιχείρησης ήταν ηρωικός ο ρόλος του κρητικού λαού. Αυτό ήταν το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της μάχης της Κρήτης. Χιλιάδες απλοί άνθρωποι, με παλιό οπλισμό, ακόμα και με ρόπαλα και μαχαίρια αντιστάθηκαν στην εισβολή. Υπολογίζονται σε περίπου 600 οι ομάδες, 3-80 αντρών η καθεμιά, που σχηματίστηκαν από πολίτες σε όλη τη Βόρεια Κρήτη, από το Ηράκλειο ως τα Χανιά, και πολέμησαν κατά των Γερμανών.

Σημαντική ήταν και η συμβολή των κομμουνιστών που βρέθηκαν εκείνες τις μέρες στην Κρήτη ή που ζούσαν εκεί, πρωτοστατώντας στη λαϊκή αντίσταση. Στο νησί βρέθηκε και ο Μιλτιάδης Πορφυρογένης, μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ, που είχε αποδράσει απ’ την Κίμωλο. Φτάνοντας στην Κρήτη, ο Πορφυρογένης παρουσιάστηκε στον Τσουδερό και απαίτησε την απελευθέρωση των κομμουνιστών κρατουμένων, εκδίωξη των τεταρτοαυγουστιανών και οργάνωση του λαού για να αντιμετωπίσει την επικείμενη επέμβαση του γερμανικού στρατού. Ακολούθως, στις 16 Μάη δημοσιεύτηκε άρθρο του Πορφυρογένη στα «Κρητικά Νέα», όπου υπογράμμιζε ότι οι κομμουνιστές «πρέπει να’ ναι στις πρώτες γραμμές» της μάχης.

Δείτε ακόμα...