Μάνος Χατζιδάκις (23 Οκτωβρίου 1925 – 15 Ιουνίου 1994)

Μάνος Χατζιδάκις
Μάνος Χατζιδάκις

Και κάπως έτσι αρχίζει ένα ταξίδι για τη ζωή και το έργο του Μάνου Χατζιδάκι, που σήμερα συμπληρώνονται 26 χρόνια από τότε που άφησε τη δική μας γειτονιά, για να βρεθεί στην Οδό Ονείρων.

Μόνο που δημιουργοί όπως αυτός, έφτιαξαν την Οδό Ονείρων για να μας ταξιδεύει, να μας σκουπίζει το δάκρυ, να μας ανοίγει τους ορίζοντες για να κάνουμε τα πιο όμορφα.

Ο Μάνος Χατζιδάκις γεννήθηκε στην Ξάνθη το 1925. Ήταν γιος του δικηγόρου Γεωργίου Χατζιδάκι από τον Μύρθιο Ρεθύμνου και της Αλίκης Αρβανιτίδου από την Αδριανούπολη. Η οικογένεια ζούσε στην Ξάνθη γιατί ο πατέρας Χατζηδάκης εργαζόταν ως νομικός σύμβουλος σε ανθούσες, στις αρχές του 20ου αιώνα, καπνικές εταιρείες της περιοχής.

Το σπίτι όπου γεννήθηκε ο Μάνος Χατζιδάκις, χτισμένο στα τέλη του 19ου αιώνα, είναι πλέον χαρακτηρισμένο ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο.

Το σπίτι του Μάνου Χατζιδάκι στην Ξάνθη

Η μουσική του παιδεία ξεκίνησε σε ηλικία τεσσάρων ετών, κάνοντας μαθήματα πιάνου με δασκάλα την Αλτουνιάν, γνωστή μουσικό της Ξάνθης, ενώ παράλληλα διδάχθηκε βιολί και ακορντεόν.

Μετακόμισε στην Αθήνα με την οικογένειά του το 1932 όμως λίγο αργότερα οι γονείς του χωρίζουν, χωρίς να πάρουν διαζύγιο.  Το 1938 ο πατέρας του σκοτώθηκε σε αεροπορικό δυστύχημα, γεγονός που σε συνδυασμό και με την έναρξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου επέφερε μεγάλες οικονομικές δυσχέρειες στην οικογένεια. Ο νεαρός Χατζιδάκις εργάστηκε για βιοπορισμό ως φορτοεκφορτωτής στο λιμάνι, παγοπώλης στο εργοστάσιο του Φιξ, υπάλληλος στο φωτογραφείο του Μεγαλοκονόμου και βοηθός νοσοκόμος στο 401 στρατιωτικό νοσοκομείο.

Παράλληλα επέκτεινε τις μουσικές του γνώσεις κάνοντας ιδιαίτερα θεωρητικά μαθήματα με τον Μενέλαο Παλλάντιο την περίοδο 1940 – 1943, ενώ παρακολούθησε ως ακροατής μαθήματα στην Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Δεν ολοκλήρωσε ποτέ οποιεσδήποτε σπουδές.

Την ίδια περίοδο συνδέθηκε με άλλους καλλιτέχνες και διανοούμενους, ηλικιακά μεγαλύτερους από αυτόν, μεταξύ των οποίων ήταν οι ποιητές Νίκος Γκάτσος, Γιώργος Σεφέρης, Οδυσσέας Ελύτης, Άγγελος Σικελιανός και ο ζωγράφος Γιάννης Τσαρούχης. Κατά την τελευταία περίοδο της Κατοχής συμμετείχε ενεργά στην Εθνική Αντίσταση μέσα από τις γραμμές της ΕΠΟΝ, όπου γνώρισε τον επίσης κορυφαίο μουσικοσυνθέτη Μίκη Θεοδωράκη, με τον οποίον σύντομα ανέπτυξε ισχυρή φιλία. Μέσα από τις καλλιτεχνικές τους συναντήσεις έκαναν όνειρα για  μια Ελλάδα που ήταν κατεστραμμένη από τον πόλεμο, κοιτώντας με ελπίδα το μέλλον.

Η πρώτη εμφάνιση του Χατζιδάκι ως συνθέτη πραγματοποιείται το καλοκαίρι του 1944, σε ηλικία 19 ετών, με τη συμμετοχή του στην κωμωδία «Ο Τελευταίος Ασπροκόρακας» του Αλέξη Σολομού από το νεοσύστατο Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν. Η παράσταση έκανε πρεμιέρα στις 10 Ιουλίου 1944 και ανέβηκε για έξι Δευτέρες στο υπαίθριο θεατράκι «Παρκ» επί της οδού Χέυδεν.

Στη δραματική σχολή του Θεάτρου Τέχνης, ο Χατζιδάκις θα παρακολουθήσει και μαθήματα υποκριτικής, αν και τελικά ο ίδιος ο Κουν θα τον προτρέψει να αφοσιωθεί αποκλειστικά στη μουσική. Η συνεργασία του με το Θέατρο Τέχνης θα αποδειχθεί ιδιαίτερα παραγωγική και θα διαρκέσει περίπου δεκαπέντε χρόνια.

Το 1946 καταγράφεται η πρώτη του εργασία για τον κινηματογράφο, στην ταινία Αδούλωτοι Σκλάβοι που σκηνοθέτησε ο Βίων Παπαμιχάλης με πρωταγωνίστρια, σε πρώτη κινηματογραφική εμφάνιση, την Ελλη Λαμπέτη.

Την περίοδο της Κατοχής ο Χατζιδάκις ανακαλύπτει το ρεμπέτικο τραγούδι και γίνεται ένας από τους πρώτους που το μελέτησαν και κατανόησαν την αξία του. Στις 31 Ιανουαρίου 1949, σε ηλικία 23 ετών, δίνει στο Θέατρο Τέχνης (στεγαζόταν στο τότε Θέατρο Αλίκης, νυν Θέατρο Μουσούρη στην πλατεία Καρύτση) τη διάσημη διάλεξή του για το ρεμπέτικο τραγούδι, μέσω της οποίας το συνέδεσε με τη νεοελληνική πολιτιστική κληρονομιά και του προσέδωσε ευρωπαϊκής προέλευσης αξίες. Η διάλεξη αυτή, που χαρακτηρίζεται ως ιστορική, ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων στην συντηρητική ελληνική κοινωνία. Το ρεμπέτικο τραγούδι  που εξέφραζε τα λαϊκά στρώματα, ήταν  απαγορευμένο και παράνομο και η ενέργειά του αυτή έδωσε  προοπτική στην ελληνική μουσική. Ο Χατζιδάκις με την ποιότητα που είχε ως άνθρωπος και καλλιτέχνης, έβλεπε το αληθινό και το  γνήσιο λαϊκό  τραγούδι  που δεν ήξεραν τα ωδεία, τα πανεπιστήμια, η αριστοκρατία και η πολιτεία. Είχε δηλώσει επ’ αυτού: “Ήθελα να δείξω στο ελληνικό κοινό μια αστείρευτη δροσερή πηγή”. Μετά τη διάλεξη ακολούθησε συναυλία με τον Μάρκο βαμβακάρη και τη Σωτηρία Μπέλλου.

Συνθέτες όπως οι: Θεοδωράκης,  Ξαρχάκος, Χατζιδάκις κ.α. σε συνεντεύξεις  τους από το 1960 και μετά, υμνολογούσαν  τους ρεμπέτες,  για τον λόγο, ότι  πάνω  στην δίκη  τους μουσική  έγραφαν  τα δικά  τους έργα.

Το σπίτι στο Παγκράτι, που έζησε από το 1938 μέχρι το 1962

Εδώ το έργο του «Ο σκληρός Απρίλης του ‘45»

Στις αρχές της δεκαετίας του 1950 άρχισε να συνεργάζεται με το Εθνικό Θέατρο (Αγία Ιωάννα, Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας, κ.α.) και το Θέατρο Τέχνης (Ματωμένος Γάμος, Όλα τα παιδιά του Θεού έχουν φτερά κ.α.). Το 1950 γίνεται ιδρυτικό στέλεχος και καλλιτεχνικός διευθυντής του Ελληνικού Χοροδράματος της Ραλλούς Μάνου, όπου παρουσιάζει τα τέσσερα μπαλέτα του, «Μαρσύας» (1950), «Έξι Λαϊκές Ζωγραφιές» (1951), «Το Καταραμένο Φίδι» (1951) και «Ερημιά» (1958).

Εδώ οι «Έξι Λαϊκές Ζωγραφιές»

Την ίδια εποχή, η τραγωδός Μαρίκα Κοτοπούλη αναθέτει στον Χατζιδάκι τη σύνθεση της μουσικής για τις «Χοηφόρους» (1950) από την «Ορέστεια» του Αισχύλου. Η συνεργασία αυτή ήταν η απαρχή της ενασχόλησης του Χατζιδάκι με το αρχαίο δράμα. Μερικές από τις τραγωδίες και κωμωδίες για τις οποίες θα γράψει μουσική είναι η «Μήδεια» (1956), ο «Κύκλωπας» (1959), οι «Βάκχες» (1962), οι «Εκκλησιάζουσες» (1956), η «Λυσιστράτη» (1957) και οι «Όρνιθες» (1959). Το 1950 ο Χατζιδάκις συνεργάζεται με τον Άγγελο Σικελιανό προκειμένου να συνθέσει τη μουσική για την τελευταία τραγωδία του ποιητή «Ο Θάνατος του Διγενή».

Από τους Όρνιθες το παρακάτω

Στη συνεχεία, συνεργάζεται  με το Ελληνικό Χορόδραμα  της  Ραλλούς Μάνου όπου ήταν για σειρά  ετών  ένας από τους βασικούς συνεργάτες. Παράλληλα  γραφεί μουσική για πολλές ελληνικές ταινίες όπως «Ο δράκος» που  κατά πολλούς θεωρείται η κορυφαία  ταινία  του ελληνικού κινηματογράφου. Η υπέροχη μουσική επένδυση της ταινίας από τον Χατζιδάκι εναρμονίζεται πλήρως με τον ρεαλισμό των εικόνων με αποκορύφωμα την εκπληκτική σκηνή του ζεϊμπέκικου χορού, που θυμίζει  παράσταση  αρχαίας Ελληνικής τραγωδίας.

Το 1959 παίρνει το πρώτο βραβείο στο πρώτο Φεστιβάλ Ελαφρού Τραγουδιού του ΕΙΡ για το τραγούδι «Κάπου υπάρχει η αγάπη μου» που ερμήνευσε η Νάνα Μούσχουρη.

Το 1960 πήρε το Όσκαρ για τη μουσική στην ταινία «Ποτέ την Κυριακή». Δεν υπάρχει  τίποτα  χειρότερο, έλεγε ο Χατζιδάκις, να σου έρθει  μια επιτυχία,  από  εκεί που δεν το περιμένεις. Η ταινία ήταν  τουριστική  και σε αυτή την λογική κινήθηκε όταν έγραψε τη μουσική της.  Ήταν ένας προικισμένος συνθέτης  με αστείρευτο ταλέντο, που κατάφερε να ταιριάξει την  μουσική του στην λογική της  ταινίας, με αποτέλεσμα  το μπουζούκι  να γίνει γνωστό  σε όλη  την υφήλιο.  

Στη συνέχεια έγραψε μουσική για τον εμπορικό κινηματογράφο. Κάποτε είχε πει στον Φίνο: Εσύ ξέρεις τι θα πει κακός κινηματογράφος αλλά τι θα πει καλός, δεν θα μάθεις ποτέ… Το 1990 σε μια συνέντευξη είχε δηλώσει: Που να το ξέρω ότι 30 χρόνια μετά, ο κόσμος θα ασχολούταν ακόμα με Μανταλένες και  κουραφέξαλα. Στο θέατρο έγραψε μουσική για το «Παραμύθι δίχως όνομα»,  «Όρνιθες», «Καπετάν Μιχάλης» κ.α. Πολλές από αυτές τις συνθέσεις του έχουν μείνει στην ιστορία και αγαπήθηκαν πολύ από το κοινό.

Εδώ το «Παραμύθι δίχως όνομα»

Από το «Καπετάν Μιχάλης» το τραγούδι «Δεν ήταν νησί», σε μια συγκλονιστική ερμηνεία της Φλέρυς Νταντωνάκη

Από την ταινία «Μανταλένα», το τραγούδι «Θάλασσα πλατιά»

Από την «Αλίκη στο Ναυτικό»

Από το «Κοροιδάκι της δεσποινίδος»

Το 1962 γράφει την σπονδυλωτή παράσταση «Οδός ονείρων» (1962), αλλά και «Το χαμόγελο της Τζοκόντας». Και τα δυο έργα είναι σταθμός για το θέατρο και τη μουσική.

Σε ερμηνεία της Νατάσας Μποφίλιου η «Οδός Ονείρων»

Ενώ εδώ το «Χαμόγελο της Τζοκόντα», ολόκληρο

Το 1967 θα ταξιδέψει στο Μπρόντγουει της Νέας Υόρκης για το ανέβασμα του μιούζικαλ «Ίλια Ντάρλινγκ».

Εκείνη την περίοδο τον βρήκε η δικτατορία και όπως είχε δηλώσει, είχε προβλήματα με την εφορία και δεν ήθελε να γυρίσει στην Ελλάδα. Λίγα πράγματα γνωρίζουμε για την περίοδο της Αμερικής και όπως ανέφερε ο ίδιος, η διαμονή του εκεί τον σπούδασε. Ένα άγνωστο γεγονός είναι η  εισαγωγή  που  έγραψε στο τραγούδι «Prelude» (Προανάκρουσμα), μαζί με τους «Millenium» που ήταν μια ροκ μουσική ομάδα στην Καλιφόρνια. Σε αυτό το κομμάτι, ο ίδιος ο Χατζιδάκις παίζει τσέμπαλο. Το ακούμε.

Στην Ελλάδα επιστρέφει το 1972 και  ηχογραφεί τον «Μεγάλο  ερωτικό» ενώ ανεβάζει  την παράσταση,  «Ο οδοιπόρος,  το μεθυσμένο  κορίτσι και ο Αλκιβιάδης». Σε συνέντευξή του στο περιοδικό  «Διαβάζω» το 1982, αναφέρει για το έργο: Ο οδοιπόρος  είμαι  εγώ,  ο οποίος  εκείνο  τον καιρό περιφερόμουν ανά τον κόσμο και  μόλις  είχα  έρθει  στην Ελλάδα. Το μεθυσμένο  κορίτσι  ήταν  η Ελένη Μανιάτη που τότε  ήταν  μαζί  μου, ένα κορίτσι πέρα από τα καθορισμένα, πέρα από τα όρια  του λογικού.  Ο Αλκιβιάδης  ήταν  ένας  νεαρός  που πουλούσε  τσιγάρα. Λοιπόν,  σκέφτηκα  ότι μια και δεν έχουμε  κοινό  μύθο  ας τον κατασκευάσουμε, ας ενώσουμε  τον οδοιπόρο  το μεθυσμένο   κορίτσι  και τον Αλκιβιάδη  και φυσικά, αυτό καταλήγει  στον φόβο  που ήταν  το κλίμα   εκείνης   της  εποχής  του 1973,  ιδίως  μετά  την άνοδο  του Ιωαννίδη. Γι  αυτό το έργο  μου τελειώνει  με τον φόβο, χωρίς  να θέλω  να πω ότι  έκανα αντίσταση. Τώρα το τι περιέχουν οι  στίχοι  είναι ένα είδος  αυτοβιογραφίας. Περιέχονται  πολλά  στοιχεία που ενώνουν αυτά τα τρία  πρόσωπα. Τα τραγούδια του δίσκου, για τον λόγο ότι δεν μπορούν να ακουστούν σε νυχτερινά κέντρα διασκέδασης είναι άγνωστα στο κοινό. Ελπίζω κάποια στιγμή να τα ανακαλύψει στο μέλλον.

Από το «Μεγάλο Ερωτικό»

Το έργο Ο οδοιπόρος, το μεθυσμένο κορίτσι και ο Αλκιβιάδης, ολόκληρο

Το 1975  ο Χατζιδάκις  θα αναλάβει  αναπληρωτής  γενικός  διευθυντής  στην  «Εθνική Λυρική Σκηνή» και διευθυντής στο «Τρίτο  πρόγραμμα». Είχε όραμα  για την μουσική  ζωή  στην Ελλάδα και έμεινε στο ραδιόφωνο  επτά χρόνια.  Πήγε  σε μια εποχή  που  τα  χνάρια  της  χούντας  ήταν  φανερά  στην τότε  ΕΡΤ και κατόρθωσε  με το ύφος και τον λόγο του,  να  τα  αλλάξει   όλα.  Το κρατικό  ραδιόφωνο άρχισε να ανοίγει  τις πόρτες  στους άξιους και αναπτύσσεται μια καινούργια  ραδιοφωνική  έκφραση.  Η ελληνική και παγκόσμια  δημιουργία,  προβάλλεται  με ένα ιδιαίτερο  τρόπο  που κάνει τον ακροατή  να φαντάζεται  και να ονειρεύεται.  Το τρίτο  πρόγραμμα  αν και κρατικό  ήταν  το πρώτο  ελεύθερο  ραδιόφωνο στην Ελλάδα. Μια εκπομπή που άφησε εποχή στο ραδιόφωνο και στην κοινωνία  ήταν  η παιδική εκπομπή «Εδώ  Λιλιπούπολη». Το «Εδώ Λιλιπούπολη» ήταν μια παιδική ραδιοφωνική σειρά που ξεκίνησε το 1976 και διήρκεσε μέχρι το 1980. Η σειρά ακουγόταν στο Τρίτο Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας, το οποίο ήταν την περίοδο εκείνη υπό τη διεύθυνση του Μάνου Χατζιδάκι. Η εκπομπή θεωρείται στις μέρες μας «θρυλική», τόσο για την πρωτοτυπία και την ποιότητά της, όσο και για την επίδραση της στη γενικότερη περίοδο.

Το 1976 μας προσφέρει την Αθανασία

Το 1978 ο δήμαρχος   των Ανωγείων Γιώργος Κλάδιος  ήρθε στην Αθήνα  με  δική  του πρωτοβουλία και έκανε πρόταση στον Χατζιδάκι να διοργανώσει  τους μουσικούς αγώνες στα Ανώγεια. Με την συμπαράσταση των Aνωγειανών,  ο Μάνος Χατζιδάκις κατάφερε  να  καταστήσει  τα   Ανώγεια σ’ ένα ζωντανό μουσικό πολιτιστικό  εργαστήρι.

Το 1980  εγκαινίασε τον «Μουσικό Αύγουστο» στο Ηράκλειο.  Ήταν ένα καλλιτεχνικό Φεστιβάλ , με  κύριο   στόχο την παρουσίαση νέων ρευμάτων, τόσο στη  μουσική   όσο και  στο χορό και τον   κινηματογράφο.  

Οργάνωσε τους Αγώνες ελληνικού τραγουδιού στην Κέρκυρα, το 1981 και 1982. Ήταν  ένας μουσικός διαγωνισμός που είχε σκοπό την   παρουσίαση νέων ελλήνων καλλιτεχνών. Την κριτική  επιτροπή   αποτελούσαν οι:  Δήμαρχος  Κέρκυρας, Ελένη  Βλάχου, Νίκη Γουλανδρή, Νίκος Γκάτσος, Γιώργος Κουρουπός, Σπύρος Σακκάς κ.α. Στο διαγωνισμό, μεταξύ άλλων συμμετείχαν το 1982 και οι Χάρης & Πάνος Κατσιμίχας, με το τραγούδι «Μια βραδιά στο λούκι», με το οποίο βραβεύθηκαν και έγιναν γνωστοί.

Το 1985 είναι διευθυντής  στο  περιοδικό «Τέταρτο» το οποίο καταγράφει  τα καλλιτεχνικά και κοινωνικά δρώμενα μέσα από τις πολιτικές τους διαστάσεις. Το Τέταρτο, ίσως περισσότερο απ’ όλα,  ήταν  ένα   βαθιά   πολιτικό περιοδικό. Η έννοια  της  πολιτικής, ακόμη και το 1985 που κυκλοφόρησε το πρώτο τεύχος, σχετιζόταν με τα μικροπολιτικά σκάνδαλα, με τις επιφανειακές και εν πολλοίς ανούσιες κομματικές  διαφορές  και  με το φανατισμό και  τη στενότητα των ιδεών που διακρίνει τους ψηφοφόρους των κομμάτων. «Το Τέταρτο  υπήρξε κατ’ ουσίαν τότε ένα πολιτικό περιοδικό γιατί εγώ βαθιά μέσα μου είμαι πολιτικοποιημένος» έλεγε ο Μάνος Χατζιδάκις.

Το 1985 επίσης δημιουργεί την ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρεία «Σείριος» με σκοπό την ανάδειξη καλλιτεχνών και μουσικών δημιουργιών επί τη βάσει μη εμπορικών κριτηρίων. Παράλληλα παρουσιάζει επιλεγμένα μουσικά έργα και καλλιτέχνες στην μπουάτ «Σείριος» (Ζουμ) της Πλάκας. Την Πρωτοχρονιά του 1988 προβλήθηκε από την ΕΤ 1 ένα μουσικό ντοκιμαντέρ με τίτλο «Στο Σείριο υπάρχουνε παιδιά», όπου ο Μάνος Χατζιδάκις παρουσίασε αυτά που συνέβησαν μέχρι τότε στο «Σείριο», προλογίζοντας ο ίδιος τα αποσπάσματα από τις εμφανίσεις των καλλιτεχνών που προβλήθηκαν.

Η αρχή της εκπομπής έγινε με τον Γιώργο Νταλάρα, που τραγούδησε τον ύμνο της Μεγάλης Πέμπτης «Εξέδυσαν με τα ιμάτιά μου», την «Εκτέλεση» του Κώστα Καλδάρα (η πρώτη εκτέλεση του πρώτου τραγουδιού του Καλδάρα), τη «Γυναίκα» από το «Σταυρό του νότου» του Θάνου Μικρούτσικου και του Νίκου Καββαδία και την «Ωδή στον Γεώργιο Καραϊσκάκη» από «Το περιβόλι του τρελού» του Διονύση Σαββόπουλου. Πριν από τα τραγούδια ο Μάνος Χατζιδάκις αναφέρθηκε στη συμμετοχή του Νταλάρα στο «Σείριο», εξηγώντας τι είναι «το ελληνικό πρόσωπο» του ερμηνευτή.

Το 1989 ο Χατζιδάκις ίδρυσε την «Ορχήστρα  των χρωμάτων». Στους τέσσερις  κύκλους συναυλιών που οργανώθηκαν   από τον Νοέμβριο του 1989  έως  τον  Ιούνιο του 1993, ο Μάνος Χατζιδάκις περιέλαβε, εκτός από κλασικά έργα και, πολλά άγνωστα, συνθετών του 20ού αιώνα: Copland, Menotti, Poulenc, Milhaud, Ohana, Hindemith, Nielsen, Ives, Britten, Thomson, Szymanowski, Kurt Weill, Piazzolla, Rota, κ.ά. Έντονη παρουσία είχε και η ελληνική μουσική (Πετρίδης, Βάρβογλης, Παλλάντιος, Ξενάκης, Σισιλιάνος, Μαμαγκάκης, Αντωνίου, Κουρουπός), χωρίς να λείψουν και οι νεώτεροι δημιουργοί (Ανισέγκος, Κριτσωτάκης). Ειδικά αφιερώματα έγιναν στον Μανώλη Καλομοίρη, τον Νίκο Σκαλκώτα, τον Γιάννη Χρήστου και τον Μίκη Θεοδωράκη. Το 1993 ο Χατζιδάκις, σε ερώτηση δημοσιογράφου  στην κρατική τηλεόραση, για το αν  θα ηχογραφήσει  κάποιο νέο του έργο απάντησε:

«Να ξέρει ο κόσμος πως αν υπάρξει  κάποια  αξιόλογη  δουλειά  θα την κυκλοφορήσω». Αυτή η δήλωση του Χατζιδάκι ήταν βέβαια μια υπεκφυγή στην ερώτηση του δημοσιογράφου, αφού ο ίδιος απέφευγε την δισκογράφηση μεγάλου μέρους του έργου του.

Και μετά; Μετά τί;

Στις 15 Ιουνίου του 1994 ο Μάνος Χατζιδάκις ταξίδεψε στην οδό ονείρων.

Κι από εκεί στιγμή δεν έπαψε να μας δείχνει το έργο του. Ένα έργα εξαιρετικά μεγάλο, βαθιά ερωτικό, νοσταλγικό.

Γιατί ο Μάνος Χατζιδάκις ήξερε να πλανεύει τις νότες, να τις βάζει με τον τρόπο που ήθελε, για να τον απολαμβάνουν όχι μόνο οι σύγχρονοι του, αλλά και οι επόμενοι και οι μεθεπόμενοι και η κάθε επόμενη γενιά.

Στο μονοπάτι της ζωής του είπε πολλά, πάρα πολλά. Όπως αποδείχτηκε, δικαιώθηκε σε όλα.

Σήμερα, 26 χρόνια μετά, μπορούμε να απολαμβάνουμε το τεράστιο έργο του και να ονειρευόμαστε ένα κόσμο πλασμένο στα μέτρα του ανθρώπου.

Προκαλώντας τα όνειρα, θα επιλέξω τρία αγαπημένα μου τραγούδια. Μπορεί να είναι μόνο τρία; Όχι, φυσικά, αλλά καταχράστηκα το χώρο της ιστοσελίδας και το χρόνο σας.

Πάμε λοιπόν!

Ένα πολύ παλιό τραγούδι, «Η Κυρά», που ερμηνεύει ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, σε στίχους και μουσική του συνθέτη. Το τραγούδι αυτό παρουσιάστηκε πρώτη φορά το 1963 στη θεατρική παράσταση ΜΑΓΙΚΗ ΠΟΛΗ, όπου συμμετείχαν μαζί τα ιερά τέρατα Μάνος και Μίκης.

Ακολουθεί ο «Κεμάλ». Σύμφωνα με αφήγηση του Μάνου Χατζιδάκι η ιστορία του τραγουδιού έχει ως εξής: “Στη Νέα Υόρκη το χειμώνα του ΄68, συνάντησα ένα νέο παιδί είκοσι χρονών που το λέγανε Κεμάλ. Μου τον γνωρίσανε. Τί μεγάλο και φορτισμένο από μνήμες όνομα για ένα τόσο όμορφο και νεαρό αγόρι, σκέφθηκα. Είχε φύγει απ΄ τον τόπο του με πρόσχημα κάποιες πολιτικές του αντιθέσεις. Στην πραγματικότητα, φαντάζομαι, ήθελε να χαθεί μέσ΄ στην Αμερική. Του το είπα. Χαμογέλασε.

-Δέχεστε να σας ξεναγήσω;

Αρνήθηκε ευγενικά. Προτιμούσε μόνος. Κι έτσι σαν γύρισα στο σπίτι μου τον έκανα τραγούδι, μουσική.

Ο Γκάτσος εκ των υστέρων, γράφοντας τους στίχους στα ελληνικά, τον έκανε Άραβα πρίγκιπα να προστατεύει τους αδυνάτους. Το μόνο που αφήσαμε ανέπαφο στα ελληνικά είναι εκείνο το «Καληνύχτα Κεμάλ». Είτε πρίγκιπας Άραψ είτε μωαμεθανός νεαρός της Νέας Υόρκης, του οφείλουμε μια «καληνύχτα» τέλος πάντων, για να μπορέσουμε να κοιμηθούμε ήσυχα τη νύχτα. Χωρίς τύψεις, χωρίς άχρηστους πόθους κι επιθυμίες. Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα, ο Μάνος Χατζιδάκις αποφασίζει το 1993 να εκδώσει τον δίσκο στα ελληνικά και συνεργάζεται με τον Νίκο Γκάτσο ο οποίος γράφει τους στίχους για τα τραγούδια του στίχου. Ο δίσκος «Αντικατοπτρισμοί», με την Αλίκη Καγιαλόγλου.

Θα κλείσω με ένα μοναδικό τραγούδι από το θεατρικό του έργο «Πορνογραφία», το 1982.

«Έλα σε μένα» με το Βασίλη Λέκκα. Πρώτη ερμηνεία, από το Γιώργο Μαρίνο. Μουσική Μάνος Χατζιδάκις, στίχοι Νίκος Γκάτσος.

Στη μουσική όπως και στη ζωή, δεν υπάρχει τέλος. Οι νότες συνεχίζουν το δρόμο τους.

Γιάννης Αγγέλου

Ετικέτες:

Δείτε ακόμα...