Μεγάλη συναυλία – αφιέρωμα στο εμβληματικό έργο του Σταύρου Ξαρχάκου στις 14 Γενάρη στο ΣΕΦ

Τον μεγάλο μουσικοσυνθέτη Σταύρο Ξαρχάκο τιμά η ΚΕ του ΚΚΕ, με συναυλία που διοργανώνει το Σάββατο 14 Γενάρη, στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας (ΣΕΦ), στις 7.30 μ.μ.

Στη μεγάλη συναυλία – αφιέρωμα θα μιλήσει ο ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, Δημήτρης Κουτσούμπας.

Στη συναυλία συμμετέχουν οι: Δήμητρα Γαλάνη, Μανώλης Μητσιάς, Νατάσσα Μποφίλιου, Γιώργος Νταλάρας, Μίλτος Πασχαλίδης και Ηρώ Σαΐα.

Την ορχήστρα διευθύνει ο ίδιος ο συνθέτης.

Φωτογραφία αφίσας: © VaGGiNet/EvaGGelia Thomakou.

Η είσοδος θα γίνεται με προσκλήσεις που διατίθενται από τις κατά τόπους Κομματικές Οργανώσεις.

Με αφορμή αυτήν την εκδήλωση ο «Ριζοσπάστης» ρίχνει ματιές στο πλούσιο και εμβληματικό έργο του συνθέτη και σήμερα στέκεται στη μελοποίηση του έργου του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, «Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας», σε μετάφραση Νίκου Γκάτσου.

Το αριστούργημα της παγκόσμιας ποίησης «Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας» έγραψε ο Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, θρηνώντας τον θάνατο του φίλου του, λαοφιλή ταυρομάχου από την Ανδαλουσία, σε ταυρομαχία στη Σεβίλλη το 1934. Ο Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας είχε και ο ίδιος καλλιτεχνικά ενδιαφέροντα, ενώ διοργάνωνε ποιητικές βραδιές συγκεντρώνοντας γύρω του τους πιο σπουδαίους Ισπανούς ποιητές της εποχής του.

Ξαρχάκος

Δυο χρόνια αργότερα, κοντά στη Γρανάδα, στο χωριό Βιθνάρ, κοντά στην «Πηγή των Δακρύων» βρήκε τραγικό θάνατο ο ίδιος ο Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, το πρωινό της 19ης Αυγούστου 1936, δολοφονημένος από τους φαλαγγίτες του δικτάτορα Φράνκο.

Η απόδοση στα Ελληνικά έχει γίνει από τον Νίκο Γκάτσο, ενώ ο Σταύρος Ξαρχάκος μελοποιεί, γράφοντας ένα λυρικό δράμα και έπος παράλληλα, για σύνολο λαϊκών οργάνων, το οποίο ηχογραφείται το 1969 με αφηγητή τον αξεπέραστο Μάνο Κατράκη και βαρύτονο τον διεθνούς φήμης Κώστα Πασχάλη. Το έργο χωρίζεται σε τέσσερα μέρη: «Το χτύπημα και ο θάνατος», «Το σκόρπιο αίμα», «Σώμα στην πέτρα», «Ψυχή φευγάτη».

Οπως διαβάζουμε σε έκδοση του δίσκου, ο συνθέτης είχε ζητήσει από τον Ν. Γκάτσο να ηχογραφήσει με τη φωνή του σε μια κασέτα απόσπασμα από το ποίημα στην πρωτότυπη γλώσσα του, τα Ισπανικά, για να έχει την προσωδία του ισπανικού στίχου. Σε επανέκδοση του δίσκου το 2006, προστέθηκε αυτή η ηχογράφηση με τον Γκάτσο να απαγγέλλει Λόρκα.

Ο συνθέτης συνέχισε να εργάζεται πάνω στο έργο, ώσπου αυτό να πάρει την τελική του μορφή, αυτή της λυρικής τραγωδίας σε δύο πράξεις και έξι εικόνες, για συμφωνική ορχήστρα, χορωδία, μέτζο σοπράνο και αφηγήτρια. Η παγκόσμια πρώτη της λυρικής αυτής τραγωδίας έγινε τον Φλεβάρη του 1996 στο Παρίσι, στο «Theatre Imperial» της Κομπιέν, υπό τη διεύθυνση του ίδιου του συνθέτη και σε σκηνοθεσία του διευθυντή του Γαλλικού Θεάτρου Μουσικής, Pierre Jourdan. Είχαν πάρει μέρος η Lucile Vignon (μέτζο σοπράνο), η Isabel Ayucar (αφηγήτρια), η χορωδία «Fons Musicalis» με σολίστ τον Cristophe Durrant, η γαλλική συμφωνική ορχήστρα «Harmonia Nova» με σολίστ τους κιθαριστές Aniello Desiderio και Jose – Maria Gallardo Del Rey.

Ξαρχάκος

Γράφει ο ίδιος ο Στ. Ξαρχάκος για το έργο: «Α, τι φριχτά στις πέντε που βραδιάζει! / Ηταν πέντε σ’ όλα τα ρολόγια… / Πέντε ακριβώς, την ώρα που βραδιάζει…

Ο Θάνατος μέσα στην πιο γαλήνια ώρα – πώς χώρεσε στ’ αλήθεια… Πέντε η ώρα τ’ απόγευμα, ο ταυρομάχος Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας σκοτώθηκε στην αρένα του Μανθανάρες. Την ίδια ακριβώς ώρα, γονατιστός μπροστά στο νεκρό κορμί, ο ποιητής Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα προσκυνούσε την ανθρωπότητα μέσα στα πεθαμένα μάτια του χαμένου φίλου.

Πέντε η ώρα τ’ απόγευμα, κι ο ταυρομάχος Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα δολοφονήθηκε στην αρένα της ελευθερίας του πνεύματος, χτυπημένος από τον ίδιο ταύρο.

Κάθε τόσο, στις πέντε τ’ απόγευμα, ένας ταυρομάχος, ποιητής, ηγέτης, άνθρωπος, θυσιάζεται στην αρένα του Μανθανάρες την ώρα που παλεύει αγώνα ιερό.

Αλλοτε μαθαίνουμε πως λέγεται Ιγνάθιο, άλλοτε δεν το μαθαίνουμε ποτέ – κι η δεύτερη περίπτωση είναι εκείνη που κάνει τα ρολόγια να χτυπάνε ίσως πιο δυνατά τ’ απόγευμα στις πέντε.

Κάθε που έφτανε τούτη η ώρα – μέσα στα δυόμιση χρόνια που νύχτα-μέρα δούλευα το έργο μου – ο ταύρος θέριευε στην αρένα, το αίμα του Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας πάγωνε στο δωμάτιό μου.

Πιστεύω – και τούτη είναι η μεγαλύτερή μου ικανοποίηση – πως κατόρθωσα μέσα στο έργο μου να περάσω από τον θρήνο στον ηρωικό ύμνο, απ’ τη νεκρική ηρεμία στην υπέρτατη ηρωική κραυγή. Στους νεκρούς Ιγνάθιο δε θρηνούν. Σωπαίνουν μόνο ή φωνάζουν δυνατά τ’ όνομά τους και κοιτάζουν μπροστά – κατευθείαν μπροστά.

Με την ολοκλήρωση του έργου, νιώθω την υποχρέωση να ομολογήσω ότι δε χρειάστηκε να κάνω καμίαν ιδιαίτερη προσπάθεια για ν’ ακολουθήσω τις διάφορες καμπές του ποιήματος, γιατί είχα την ευτυχία – και μόνον έτσι μπορώ να την ονομάσω – να είναι πάντα πέντε η ώρα.

Πέντε σ’ όλα τα ρολόγια. / Πέντε ακριβώς, την ώρα που βραδιάζει».

Δείτε ακόμα...