Την προσπάθεια της κυβέρνησης και ιδιαίτερα του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη κατά το σημερινό μήνυμά του για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ να συγκαλύψει τις ευθύνες της πολιτικής του, αλλά και τις ποινικές που ενδεχόμενα υπάρχουν σε υπουργούς, βουλευτές και άλλους ανέδειξε ο Νίκος Καραθανασόπουλος, κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΚΚΕ, μιλώντας σήμερα στην Ολομέλεια της Βουλής στο πλαίσιο της συζήτησης του νομοσχεδίου για το Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο και το Ταμείο Εκσυγχρονισμού.
Όπως είπε, πιο συγκεκριμένα, το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ έχει την υπογραφή της κυβέρνησης της ΝΔ με το στήσιμο μιας βιομηχανίας ρουσφετιών και πελατειακών σχέσεων, χειραγώγησης και εξαγοράς συνειδήσεων και χρηματοδότησης μιας χούφτας «τρωκτικών» σε βάρος βιοπαλαιστών. Καυτηρίασε, ακόμα, την προσπάθεια του πρωθυπουργού να παρουσιάσει ως φάρμακο στη διαφθορά τον ψηφιακό εκσυγχρονισμό του κράτους, σχολιάζοντας ότι πρώτον, σκάνδαλα δεν απουσιάζουν και από καπιταλιστικά κράτη με υψηλό επίπεδο ψηφιακού εκσυγχρονισμού και δεύτερον, ότι και ο ΟΠΕΚΕΠΕ εξαρχής από την ίδρυση του χρησιμοποιούσε ψηφιακά εργαλεία, τα οποία, όμως, όπως αποδείχθηκε, δεν εξασφάλισαν τη διαφάνεια. Πρόσθεσε, δε, ότι ο ψηφιακός εκσυγχρονισμός του κράτους στην πραγματικότητα λειτουργεί ως χρήσιμο εργαλείο για την εξυπηρέτηση των αναγκών των επιχειρηματικών ομίλων και για την αποτελεσματικότερη εφαρμογή της αντιλαϊκής πολιτικής.
Σχετικά με τη μεταφορά του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ, διευκρίνισε ότι αυτή εξυπηρετεί την εξαφάνιση κάθε ίχνους για την διαφθορά που υπάρχει, ενώ ορθώνει και νέα, μεγαλύτερα εμπόδια ως προς τις πληρωμές που δικαιούνται βιοπαλαιστές αγροτοκτηνοτρόφοι, δεδομένου ότι η ΑΑΔΕ λειτουργεί κυρίως ως ένας εισπρακτικός μηχανισμός.
Επισήμανε, ακόμα, τη βαθύτερη στόχευση που εκφράστηκε μέσα από το διάγγελμα του πρωθυπουργού, δηλαδή τη συγκάλυψη του χαρακτήρα του αστικού κράτους ως εχθρικό και επικίνδυνο για τον λαό. Εξήγησε ότι αποστολή αυτού του εκμεταλλευτικού, σάπιου και βάρβαρου κράτους είναι να υλοποιεί μια αντεργατική-αντιλαϊκή πολιτική για να διευκολύνει την κερδοφορία του κεφαλαίου και τη στήριξη επενδυτικών σχεδίων με κάθε τρόπο, να υλοποιεί στρατηγικές επιλογές της αστικής τάξης και να θωρακίζει την εξουσία της τελευταίας από τον «εσωτερικό εχθρό-λαό» είτε με το «καρότο» (π.χ. προγράμματα επιδοτήσεων, χειραγώγηση και εξαγορά συνειδήσεων), είτε με το «μαστίγιο» (π.χ. καταστολή, αυταρχισμός, αστυνομοκρατία). «Αυτό λοιπόν το αστικό κράτος δεν πρόκειται ποτέ να γίνει φιλικό για το λαό», ξεκαθάρισε.
Συνέχισε, λέγοντας ότι στο έδαφος αυτού του σάπιου αστικού κράτους, το οποίο διαπλέκεται σε τοπικό, περιφερειακό και κεντρικό επίπεδο με επιχειρηματικούς ομίλους, αναπτύσσονται τα φαινόμενα διαφθοράς που χαρακτηρίζουν σκάνδαλα, όπως και αυτό του ΟΠΕΚΕΠΕ. Επίσης, κατήγγειλε και την προσπάθεια της συστημικής αντιπολίτευσης να εξωραΐσει τις ευθύνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όταν η καταστροφική για τους βιοπαλαιστές αγροτοκτηνοτρόφους Κοινή Αγροτική Πολιτική της, μέσω της αποσύνδεσης των επιδοτήσεων από την παραγωγή, της τεχνικής λύσης και της επιδότησης βοσκοτόπων χωρίς ζώα, αλλά και μέσα από τα πιστοποιητικά επάρκειας που έδινε στον ΟΠΕΚΕΠΕ, ήταν που αποτέλεσε το λίπασμα για να φουντώσει το σκάνδαλο. Ως εκ τούτου, σημείωσε, η ΕΕ «αποτελεί συνώνυμο και της σήψης και της διαφθοράς συνολικότερα» και όχι «τον θεματοφύλακα» ενός «κράτους δικαίου». Συμπλήρωσε, ακόμα, ότι το σκάνδαλο δεν έγινε σε βάρος των οικονομικών της ΕΕ, αλλά των βιοπαλαιστών που ακόμα περιμένουν αποζημιώσεις που δικαιούνται.
«Πρέπει να δοθούν άμεσα, εδώ και τώρα, τα κλεμμένα από τους αγρότες», ανέφερε χαρακτηριστικά «για να μπορέσουν να ανασάνουν», υπενθυμίζοντας ότι εξακολουθούν να στενάζουν μπροστά στο τεράστιο κόστος παραγωγής που επωμίζονται και το οποίο εκτοξεύεται αυτή τη στιγμή εξαιτίας της πολεμικής ακρίβειας, αλλά και μπροστά στις ζωονόσους. Κατήγγειλε, μάλιστα, την επιμονή της κυβέρνησης στη «λογική των μπαλωμάτων», αντί να προχωρήσει σε μόνιμες προσλήψεις κτηνιάτρων, όπως και την επαναφορά της προκλητικής διάταξης να μην αποζημιώνονται κτηνοτρόφοι που δεν παίρνουν μέτρα ασφαλείας, όταν θα έπρεπε το κράτος να είναι αυτό που θα «διασφαλίσει την ασφάλεια για να μην εξαπλώνεται η νόσος». Κατήγγειλε, επίσης, και τις απαράδεκτες διώξεις σε βιοπαλαιστές αγροτοκτηνοτρόφους που αγωνίζονται συλλογικά και οργανωμένα για την επιβίωσή τους.
Σε σχέση με το υπό συζήτηση νομοσχέδιο στηλίτευσε την υποκριτική ανησυχία των κομμάτων του συστήματος για το περιβάλλον, όταν το κράτος επιδοτεί επιχειρηματικά σχέδια σε βάρος του. Ανέδειξε, ακόμα, ότι η «πράσινη» μετάβαση στην Ενέργεια θα διευρύνει περαιτέρω την ψαλίδα ανάμεσα στις δυνατότητες που υπάρχουν και στον βαθμό που εν τέλει ικανοποιούνται οι σύγχρονες λαϊκές ανάγκες, ενώ διευκρίνισε πως οι όποιες επιδοτήσεις δεν δίνονται για την αντιμετώπιση της ενεργειακής φτώχειας που προκαλεί η κυβερνητική πολιτική, σύμφωνα και με τις κατευθύνσεις της ΕΕ, αλλά για τη χρηματοδότηση των επιχειρηματικών ομίλων στον συγκεκριμένο τομέα. Με βάση τα παραπάνω, κάλεσε τον λαό με τον αγώνα τον να αποτελέσει το αντίπαλο δέος στην κυβερνητική πολιτική.
Ο Ν. Καραθανασόπουλος κατά τη διάρκεια της ομιλίας του εξέφρασε και συλλυπητήρια εκ μέρους του ΚΚΕ στη βουλευτή της Νέας Αριστεράς Θεανώ Φωτίου για την ξαφνική απώλεια του γιου της, αλλά και στην οικογένεια του εκλιπόντος και στην Κοινοβουλευτική Ομάδα της Νέας Αριστεράς.



