Την αντίθεση της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Γεωτεχνικών Δημοσίων Υπαλλήλων (ΠΟΓΕΔΥ) στο νομοσχέδιο του υπ. Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας για την «Ενεργή Μάχη», που εντάσσει την πολιτική προστασία στην πολεμική προετοιμασία και παραδίδει τα δάση στο κεφάλαιο, εξέφρασε η Μαργαρίτα Γεωργιάδη, μέλος του ΔΣ της Ομοσπονδίας μιλώντας στην αρμόδια επιτροπή της Βουλής, στο πλαίσιο της ακρόασης εξωκοινοβουλευτικών φορέων.
Αναφερόμενη στην ελεγχόμενη καύση, που εισάγεται ως μέτρο μείωσης της καύσιμης ύλης, τόνισε πως οι προτεινόμενες διατάξεις αναδεικνύουν μία ανησυχητική διάσταση, την κατοχύρωση της φωτιάς ως γενικευμένου θεσμικού εργαλείου πυροπροστασίας, μια πρακτική που δεν είναι ούτε καινοφανής, ούτε επιστημονικά τεκμηριωμένη και πιθανόν αξιοποιείται για σκοπούς του κρατικού μηχανισμού, άσχετους με την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος, επικαλούμενη μάλιστα το άρθρο 11, όπου αναφέρεται ότι το στρατηγικό σχέδιο θα εκπονεί η Πυροσβεστική μετά από έγκριση του ΚΥΣΕΑ.
«Η επιλογή αυτή εξυπηρετεί άλλους σκοπούς. Οδηγεί στην παραπέρα διάσπαση της πρόληψης, θα αποτελέσει παράγοντα μεγαλύτερης καταστροφής των δασών, περαιτέρω αποδυνάμωσης της δασικής υπηρεσίας που με βάση το Σύνταγμα αυτή έχει την ευθύνη για τη διαχείριση και προστασία των δασών, αφού επιπλέον αφαιρείται και η αρμοδιότητα που έχει ήδη η δασική υπηρεσία για αντιπυρικές μελέτες με την ενσωμάτωση των μέτρων πρόληψης στο στρατηγικό σχέδιο» επισήμανε.
Πρόσθεσε ότι αυτή η μέθοδος δεν αντιμετωπίζεται στο πλαίσιο της ολοκληρωμένης επιστημονικής διαχείρισης και προστασίας, αλλά μονοδιάστατα. Σημείωσε ότι αυτή η πρακτική έχει εφαρμοστεί και σε κάποιες άλλες χώρες, χωρίς οριστικά, αλλά με αντιφατικά αποτελέσματα, κυρίως σε οικοσυστήματα με εντελώς διαφορετική δομή και συνθήκες από τα ελληνικά μεσογειακά δασικά οικοσυστήματα.
Υπογράμμισε ότι η «λεγόμενη επιστημονική τεκμηρίωση για τη θεσμική κατοχύρωση της μεθόδου στηρίζεται κατά κύριο λόγο σε περιορισμένη πιλοτική εφαρμογή σε μία μόνο γεωγραφική περιοχή, με ελάχιστες επαναλήψεις, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η πολυπλοκότητα και η ετερογένεια των ελληνικών δασών. Η γενίκευση τέτοιων συμπερασμάτων σε εθνική κλίμακα στερείται επιστημονικής επάρκειας».
Η Μ. Γεωργιάδη κατήγγειλε επίσης την κυβέρνηση που αναθέτει τη μελέτη και την υλοποίηση στους εργαζόμενους των δασικών υπηρεσιών και της Πυροσβεστικής όταν ξέρει ότι οι συγκεκριμένες υπηρεσίες είναι απογυμνωμένες από μέσα, προσωπικό, εκπαίδευση και επιστημονική στήριξη. «Τους καλεί συνειδητά να εφαρμόσουν επικίνδυνες πρακτικές, ώστε όταν η φωτιά ξεφύγει, να μεταφερθεί η ευθύνη στους εργαζόμενους και όχι σε όσους σχεδίασαν αυτή την πολιτική. Αυτό δεν είναι πρόληψη, είναι οργανωμένη μετακύλιση πολιτικής ευθύνης» επισήμανε.
«Δεν προστατεύεις αλλά υπονομεύεις τα δάση όταν υποκαθιστάς τη διαχείριση με φωτιά. Δεν προστατεύεις τα δάση όταν μεταφέρεις την ευθύνη σου προς τα κάτω, όταν αγνοείς τη συσσωρευμένη επιστημονική γνώση που δείχνει ότι τα ελληνικά δασικά οικοσυστήματα απαιτούν σύνθετες, μακροχρόνιες και όχι πρόχειρες λύσεις», πρόσθεσε.
Τέλος, σχολιάζοντας τις ρυθμίσεις του νομοσχεδίου για τη συγκρότηση επιτροπών εκτίμησης πλημμυρικού κινδύνου, τόνισε ότι δεν προβλέπεται η συμμετοχή κανενός δασολόγου και καμιάς δασικής υπηρεσίας σε αυτές τις επιτροπές, θέτοντας το ερώτημα «με τι επιστημονικά κριτήρια θα αποφασίζουν και πώς θα καταρτίζονται τα ειδικά σχέδια για το δάσος από φορείς αναρμόδιους».
Καταλήγοντας τόνισε ότι το νομοσχέδιο δεν εξασφαλίζει την πραγματική πρόληψη, «είναι μία ομολογία αποτυχημένης διαχείρισης των επιπτώσεων των πυρκαγιών. Η πραγματική πρόληψη προϋποθέτει ολοκληρωμένη προστασία και διαχείριση των δασικών οικοσυστημάτων με ισχυρή κρατική δασική υπηρεσία, επιστημονικό σχεδιασμό, μέσα, χρηματοδότηση και συνέχεια παρουσία στο πεδίο».



