Καταγγέλλοντας τα απαράδεκτα καψόνια που δέχθηκαν καταδρομείς στο Μεγάλο Πεύκο από επαγγελματία οπλίτη δεκανέα ξεκίνησε ο Γιάννης Δελής, βουλευτής του ΚΚΕ, την τοποθέτησή του στη σημερινή συνεδρίαση της Επιτροπής Εθνικής Άμυνας και Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής για το νομοσχέδιο του υπουργείου Εθνικής Άμυνας σχετικά με την κύρωση της Τεχνικής Διευθέτησης Ελλάδας – Ιταλίας για την «εδραίωση συνεργασίας για την εκπαίδευση πιλότων».
Περιέγραψε, ειδικότερα, την τραμπούκικη και φασίζουσα συμπεριφορά που υπέστησαν οι καταδρομείς από τον δεκανέα, ο οποίος έκαψε «τσιγάρο στο πρόσωπο φαντάρου και στη συνέχεια κλώτσησε άλλον φαντάρο στην πλάτη, με αποτέλεσμα αυτός να πέσει στο έδαφος, να χτυπήσει στο σαγόνι του και να σπάσει τα δόντια του». Παράλληλα, ο Γ. Δελής κατήγγειλε και το γεγονός ότι τιμωρήθηκε από τον διοικητή του Λόχου με ποινή φυλάκισης οχτώ ημερών φαντάρος, ο οποίος διαμαρτυρήθηκε για αυτήν την καταδικαστέα συμπεριφορά. «Τέτοιες ενέργειες τα χουντικά βασανιστήρια μας θυμίζουν και τίποτε άλλο», ξεκαθάρισε, αναδεικνύοντας και τις τεράστιες ευθύνες που βαραίνουν τόσο την κυβέρνηση, όσο και τη στρατιωτική διοίκηση, από τις οποίες, όπως σημείωσε, δεν έχει υπάρξει ακόμη καμία αντίδραση.
Αναφερόμενος, στη συνέχεια, στη συμφωνία Ελλάδας – Ιταλίας, σημείωσε πως είναι «τεχνικού φαινομενικά χαρακτήρα» ανάμεσα στα υπουργεία Άμυνας των δύο κρατών – μελών του ΝΑΤΟ και της ΕΕ. Στάθηκε ιδιαίτερα στον όρο «εδραίωση» που υπάρχει στον τίτλο του νομοσχεδίου, εξηγώντας πως εκφράζει την πρόθεση των συμβαλλόμενων μερών για τη θεσμοθέτηση, παγιοποίηση και ενίσχυση μακροχρόνιας συνεργασίας της ελληνικής και της ιταλικής Πολεμικής Αεροπορίας στα πλαίσια του ΝΑΤΟ, κάτι που μαρτυρά και το άρθρο 30 της συμφωνίας, το οποίο προβλέπει το «εμπλεκόμενο αεροπορικό προσωπικό» να «υπόκειται στις σχετικές διατάξεις» της ΝΑΤΟικής ιδρυτικής Σύμβασης.
Λαμβάνοντας υπόψη, επίσης, πως μια διεθνή συμφωνία σαν και αυτήν συζητείται σε περίοδο ελληνικής εμπλοκής στους επικίνδυνους ευρωατλαντικούς ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς, σχεδιασμούς και πολεμικής προετοιμασίας, ειδική αναφορά έκανε και στη «διαλειτουργικότητα των Ενόπλων Δυνάμεων» των κρατών-μελών του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, η οποία «επισκιάζει και καθορίζει πλέον κάθε πτυχή ανάπτυξης, εξοπλισμού και εκσυγχρονισμού» των ελληνικών ΕΔ και εφαρμόζεται και στην «ατζέντα 2030». Ο Γ. Δελής εξήγησε πως στο πλαίσιο αυτού του όρου οι «συμμαχικές ΕΔ» υποχρεώνται να επιχειρούν από κοινού αποτελεσματικά υπό τη διοίκηση των ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-ΕΕ, ενώ τίθεται και «το τέμπο του επιπέδου συνεργασίας ανάμεσα στις ΕΔ δύο κρατών-μελών του ΝΑΤΟ και της ΕΕ». Διευκρίνισε πως για το ΚΚΕ η έννοια της «διαλειτουργικότητας» είναι «βαθύτατα πολιτική και στρατιωτική επιλογή» των αστικών κυβερνήσεων και κομμάτων, βάσει και των κατευθύνσεων ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-ΕΕ και των αναγκών της αστικής τάξης, που μετατρέπει τους εθνικούς στρατούς «σε γρανάζι της ευρωατλαντικής πολεμικής μηχανής», με ό,τι κινδύνους συνεπάγεται κάτι τέτοιο για τον λαό και τη χώρα.
Μιλώντας ειδικότερα για τη συμφωνία, ο Γ. Δελής ανέδειξε ότι επιδιώκεται να αποτελέσει νομικό εργαλείο στο όνομα της αναβάθμισης των στρατιωτικών σχέσεων Ελλάδας – Ιταλίας. Συμπλήρωσε πως η αεροπορική συνεκπαίδευση προβλέπεται να πραγματοποιείται στο Διεθνές Κέντρο Εκπαίδευσης Πιλότων στην Καλαμάτα, στις εγκαταστάσεις της 120 ΠΕΑ, το οποίο, όμως, το λειτουργεί, μετά από παραχώρηση μέσω διακρατικής συμφωνίας, εταιρεία του ισραηλινού κράτους-δολοφόνου. Υπενθύμισε ότι το συγκεκριμένο ζήτημα έχει καταγγελθεί από το ΚΚΕ, ακριβώς γιατί η παραχώρηση μιας τόσο κρίσιμης εθνικής αμυντικής υποδομής σε επιχειρηματικό όμιλο σημαίνει αφενός, εμπορευματοποίηση της αεροπορικής εκπαίδευσης, και αφετέρου, συνενοχή της ελληνικής κυβέρνησης στα εγκλήματα που διαπράττει το ισραηλινό κράτος-τρομοκράτης στη Μέση Ανατολή, με αποτέλεσμα, ταυτόχρονα, ο λαός και η χώρα να εκτίθενται σε σοβαρούς κινδύνους.
Κλείνοντας την τοποθέτησή του, ο Γ. Δελής δήλωσε πως το ΚΚΕ θα καταψηφίσει το νομοσχέδιο, καθώς «υπηρετεί μια επικίνδυνη πολιτική: τη μετατροπή των ΕΔ της χώρας σε ένα εξάρτημα της πολεμικής μηχανής του ΝΑΤΟ και της ΕΕ» και την ίδια στιγμή τις προετοιμάζει για αποστολές που «καμία σχέση δεν έχουν με την άμυνα της χώρας μας», οδηγώντας τη χώρα, τον λαό και το προσωπικό των ΕΔ σε πολύ επικίνδυνες περιπέτειες.
Καταδικάζουμε τη μετατροπή της ακαδημαϊκής έρευνας σε πολεμική μηχανή
Στη διαμόρφωση υψηλόβαθμων στελεχών που θα αντιλαμβάνονται τις έννοιες ασφάλεια και άμυνα, όχι μέσα από το πρίσμα της προστασίας των εθνικών συνόρων και των λαϊκών συμφερόντων, αλλά μέσα από τις προτεραιότητες και τις αποστολές στο πλαίσιο των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, για τις οποίες προετοιμάζονται συνεχώς και εντατικά το ΝΑΤΟ και η ΕΕ στοχεύει η Τεχνική Διευθέτηση μεταξύ Ελλάδας-Γερμανίας στον τομέα της ακαδημαϊκής έρευνας μεταξύ της Σχολής Εθνικής Άμυνας και του Πανεπιστημίου Ομοσπονδιακών Γερμανικών Ενόπλων Δυνάμεων στο Μόναχο, όπως τόνισε ο Γ. Δελής στην τοποθέτησή του για το δεύτερο σχετικό νομοσχέδιο που έφερε προς συζήτηση το υπουργείο Άμυνας στη σημερινή συνεδρίαση της ίδιας Επιτροπής της Βουλής.
Ανέδειξε, ειδικότερα, πως οι εξελίξεις με τους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς και πολέμους τόσο στη Μ. Ανατολή, όσο και στην Ουκρανία, με το ενδεχόμενο γενικευμένης σύγκρουσης να γίνεται καθημερινά όλο και πιο φανερό, αποκαλύπτουν και τους στόχους της συμφωνίας, δηλαδή τη δόμηση ενιαίας ιδεολογικής – στρατηγικής στοίχισης του τρόπου σκέψης ανώτατων στελεχών των ΕΔ δύο κρατών-μελών της ΕΕ και του ΝΑΤΟ με τις ευρωατλαντικές επιδιώξεις. Εξήγησε πως η συμφωνία προβλέπει υψηλόβαθμα στελέχη στον στρατό και στο Δημόσιο να διαπαιδαγωγούνται μέσω επιχειρησιακής διαλειτουργικότητας και κοινής κουλτούρας Διοίκησης στις σύγχρονες στρατιωτικές θεωρίες της «συλλογικής άμυνας εκτός συνόρων», αντιμετώπισης υβριδικών απειλών και της διαχείρισης πολυεθνικών ιμπεριαλιστικών αποστολών σε περιοχές που δεν οριοθετούνται από εθνικά σύνορα.
Σημείωσε πως με αυτόν τον τρόπο επιδιώκεται η καλλιέργεια ενιαίας αντίληψης για τη λήψη αποφάσεων σύμφωνα με τη λογική της ταύτισης της ασφάλειας κρατών-μελών με την προάσπιση συμφερόντων ευρωατλαντικών ομίλων. Επίσης, επιδιώκεται η καλλιέργεια νοοτροπίας ότι οι πολεμικές αποφάσεις αποτελούν επιχειρησιακή αναγκαιότητα, ανεξάρτητη από τις επιπτώσεις στον «εχθρό-λαό» και τις αντιδράσεις του, προωθώντας τη δημιουργία κατάλληλου νομοθετικού πλαισίου για τη βίαιη καταστολή βασικών λαϊκών δικαιωμάτων. Παράλληλα, επιδιώκεται πιο αποτελεσματική στελέχωση πολυεθνικών στρατηγείων στο πλαίσιο ενίσχυσης της ΝΑΤΟικής πολεμικής μηχανής σε περίοδο όξυνσης των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών.
Ο Γ. Δελής στάθηκε και στις τεράστιες ευθύνες της κυβέρνησης και των κομμάτων για τη συμμετοχή προσωπικού των Ενόπλων Δυνάμεων σε αποστολές εκτός συνόρων, ενώ στηλίτευσε και τη διαχρονική εμπλοκή των ιμπεριαλιστικών ενώσεων, όπως το ΝΑΤΟ και η ΕΕ μέσω του «Ευρωπαϊκού Ταμείου Άμυνας», στην ανώτατη εκπαίδευση με επιπτώσεις στη νεολαία και στην ακαδημαϊκή επιστημονική έρευνα, η οποία αντί να αποσκοπεί στη βελτίωση της ζωής του λαού, τελικά καλείται να συμβάλλει, ώστε να σκορπίσουν πιο καινοτόμα οι ιμπεριαλιστές τον θάνατο και τον όλεθρο. «Καταδικάζουμε λοιπόν τη μετατροπή της ακαδημαϊκής έρευνας σε μία πολεμική μηχανή. Είμαστε κατά της στρατιωτικοποίησης της επιστήμης», ανέφερε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας πως τη στιγμή που χρηματοδοτείται η πολεμική έρευνα και η τεχνολογία «διπλής χρήσης», ταυτόχρονα «κόβονται» κονδύλια από την κάλυψη λαϊκών αναγκών, όπως Υγεία, Παιδεία, Πολιτική Προστασία και αναβάθμιση δημόσιων υποδομών.
Σε αυτό το πλαίσιο προειδοποίησε ότι η συμφωνία μέσω συνεκπαιδεύσεων προετοιμάζει στελέχη των ΕΔ να συμμετέχουν στον σχεδιασμό και στην επιτελική διοίκηση ιμπεριαλιστικών αποστολών με στόχο την επαναχάραξη συνόρων, η οποία, όμως, οδηγεί σε διαμελισμό κρατών, αιματοκύλισμα λαών, καταστροφές και σε ξεριζωμένους πρόσφυγες. «Ο λαός και τα στελέχη των ΕΔ δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να αποδεχτούν και να υιοθετήσουν αυτές τις κυβερνητικές στοχεύσεις, καθώς αυτά δεν εκφράζουν στο ελάχιστο τη θέληση, τα αισθήματα αλλά και τα συμφέροντα του λαού μας απέναντι στους άλλους λαούς», ξεκαθάρισε.
Κλείνοντας, δήλωσε πως το ΚΚΕ θα καταψηφίσει το σχέδιο νόμου και απαίτησε την αποδέσμευση της ακαδημαϊκής έρευνας από τους στρατιωτικούς σχεδιασμούς και την πλήρη διακοπή κάθε συμμετοχής ελληνικών πανεπιστημίων – ερευνητικών κέντρων – δημόσιων φορέων σε εξοπλιστικά και πολεμικά προγράμματα της ΕΕ και του ΝΑΤΟ. «Τα παράγωγα της ακαδημαϊκής εκπαίδευσης, έρευνας, είτε αυτή προέρχεται από στρατιωτικά, όπως είπαμε, ή μη πανεπιστήμια, οφείλουν να είναι στην υπηρεσία του λαού, στις ανάγκες του, με προσανατολισμό αποκλειστικά στην ευημερία, στην προστασία της ανθρώπινης ζωής και στην κάλυψη των λαϊκών αναγκών», υπογράμμισε, στο τέλος.



